Μικρή Βενετία

«Η εικόνα της καταστροφής ήταν αδιαμφισβήτητη. Όλα θα κατέληγαν πάλι στο νερό. Η ζωή και ο θάνατος. Νερό παντού… Γεννιόμαστε στο νερό και τώρα έρχεται ένας υδάτινος θάνατος να μας περιβάλει, χωρίς τη ζεστή θαλπωρή της μήτρας…»

Ένα weird διήγημα από τη Χαρά Κωστοπούλου.

08 Οκτωβρίου 2020

Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Καθόμουν σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι, δίπλα σ’ ένα παρτέρι με λουλούδια. Ένας πράσινος κατάφυτος φράχτης, με χώριζε από αυτά. Μπροστά μου εκτείνονταν, μια σειρά από μεγάλες μαρμάρινες επιδαπέδιες πλάκες και στο βάθος τα ήρεμα νερά του λιμανιού, αγκάλιαζαν το γκρίζο του ουρανού. Περαστικοί κατευθύνονταν απορροφημένοι στις δουλειές τους και κάποια παιδιά εξασκούνταν στα πατίνια τους, χάνοντας την ισορροπία τους  που και που. Ένα παράξενο βουητό, άρχισε να εξαπλώνεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, χωρίς όμως κανείς να μπορεί να εντοπίσει κάτι σχετικό.

Ξαφνικά μπροστά μας, το έδαφος άρχισε να σκάει και τη θέση των πλακών του δαπέδου ν΄ αντικαθιστούν μπάλες καυτής λάσπης, που ανέβλυζαν κοχλάζοντας απ΄ το υπέδαφος. Οι καυτές αυτές μπάλες όλο και πύκνωναν. Στη άκρη του ορίζοντα, δίπλα απ’ τα δέντρα που σηματοδοτούσαν το όριο της ήσυχης παραλίας, κάποια σύννεφα έχοντας κάνει την εμφάνισή τους από ώρα,  άρχισαν πια να παίρνουν την μορφή αρχαίων προσωπείων. Όμοια με τεράστια αγάλματα άνοιξαν θεόρατα το στόμα τους ουρλιάζοντας. Τα σαγόνια τους χάνονταν μέσα στη θάλασσα και το ουρλιαχτό τους αυτό, έσχιζε την ατμόσφαιρα κι έκανε τους πολίτες ν’ ανατριχιάζουν από έναν πρωτόγονο, άγριο τρόμο.

Ξαφνικά ένας τεράστιος στρατός απ’ οπλίτες με παράξενες στολές, έκανε την εμφάνιση του. Παρελαύνοντας θριαμβευτικά, στη ταραγμένη πόλη, με τις πανοπλίες ν’ ασημίζουν κάτω απ’ το γκρίζο φως, μιας κι ο ήλιος είχε κάπου χαθεί. Το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό συνέχιζε να διαπερνά  την ατμόσφαιρα της πόλης. Τα σύννεφα προτομές έστεκαν ακόμα εκεί στην άκρη του ορίζοντα. Το τεράστιο στόμα τους ανοιχτό, ουρλιάζοντας τον αόρατο τρόμο. Ικεσία σε κάποιους άγνωστους βάναυσους θεούς.

Τα κύματα της θάλασσας είχαν υψωθεί δυσανάλογα.  Όπως σηκώνονταν σα να θέλουν ν’ αγγίξουν τον ουρανό, μπορούσες να ξεχωρίσεις μέσα τους μια ασυνήθιστη κίνηση. Κάποια θαλάσσια φυτά, που ‘μοιαζαν περισσότερο με πλοκάμια, χοντρά και άγρια, είχαν σηκωθεί σε μια κίνηση εξέγερσης και κουνούσαν το σώμα τους, με τη φορά του άνεμου. Έμοιαζαν να επαναστατούν. Να θέλουν ν’ αφήσουν τη θάλασσα και να προχωρήσουν προς τη ξηρά.

Στη πόλη, οι κάτοικοι  χύνονταν ανάστατοι στους δρόμους. Προσπαθούσαν να εντοπίσουν τους δικούς τους, αναζητώντας τους στα σημεία που υπέθεταν πως βρίσκονται. Φωνές και τρέξιμο. Κάποιες αγκαλιές ανακούφισης.  Ο παράξενος στρατός δε φαινόταν πια  πουθενά. Ίσως να συνέχισε τη πορεία του, ίσως να ‘χει σταματήσει και να ετοιμάζει την επόμενη κίνησή του.

Εντωμεταξύ,  αυτό που δε μπορούσε να ξεφύγει από την προσοχή των ανθρώπων της πόλης ήταν το κοκκινωπό χρώμα που ‘χε αρχίσει να παίρνει ο ουρανός κι η όλο αυξανόμενη δυσκολία στην αναπνοή. Την ίδια στιγμή, δημοσιογράφοι γυρνούσαν στους δρόμους και χωρίς να καταλαβαίνουν καλά καλά τι γίνεται, προσπαθούσαν να ενημερώσουν σχετικά τους πολίτες. Οι τηλεοράσεις, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο είχαν πάρει φωτιά, με το ν’ ασχολούνται όλοι (ειδικοί και μη), στην εξήγηση αυτής της περίεργης κατάστασης, στην οποία είχε βρεθεί η πόλη.

Η μόνη εξήγηση στην οποία μπορούσε κανείς να  δώσει σημασία, προήλθε από κάποιον εκπρόσωπο του Πανεπιστημίου της πόλης, του τμήματος της Αστρονομίας. Καθότι τα μηχανήματά τους είχαν προβλέψει από καιρό τ’ ανησυχητικά σημάδια, της πορείας ενός κομήτη κοντά στο πλανήτη μας, οι άνθρωποι του τμήματος παρακολουθούσαν με αγωνία όλον αυτό το καιρό την εξέλιξη του θέματος.

Το επιστημονικό ανακοινωθέν είχε ως εξής: Ο κομήτης βγήκε απ’ τη πορεία του, λόγω βαρυτικών επιδράσεων του πλανήτη Δία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να κομματιαστεί και κάποια από αυτά τα κομμάτια, να πέσουν στη γη. Οι επιστήμονες μπορούσαν να υπολογίσουν πως η εξέλιξη αυτή, ήταν ικανή να καταστρέψει πολύ μεγάλο μέρος του πλανητικού όζοντος, αυξάνοντας κατ’ αυτό το τρόπο, το ποσοστό του ραδιενεργού άνθρακα σ’ επικίνδυνα υψηλούς δείκτες, με άγνωστα ακόμα αποτελέσματα. Τα περισσότερα κομμάτια του κομήτη, έπεσαν στη θάλασσα. Αυτή ήταν η αιτία να δημιουργηθεί η τεράστια αναστάτωση στον υδάτινο τομέα κι  ενδεχομένως της εμφάνισης τεραστίων παλιρροϊκών κυμάτων, με άγνωστες επιπτώσεις.  Όσο για την αποπνικτική σκόνη, είχε σηκωθεί απ’ το έδαφος, εξαιτίας των κομματιών του κομήτη που ‘πεσαν στη στεριά. Κανένας ακόμα βέβαια, δεν είχε παρουσιάσει μια λογική εξήγηση για τη προέλευση αυτών των παράδοξων πολεμιστών, ούτε της καταβολής του εκκωφαντικού βουητού που πλανιόταν πάνω απ’ τη πόλη.

Τα πράγματα που μπορούσαμε να κάνουμε υπό τις παρούσες συνθήκες δεν ήταν και πολλά. Νιώθοντας μια τεράστια αβεβαιότητα, κλειστήκαμε όλοι στα σπίτια μας. Αναζητώντας ίσως, μια ψευδαίσθηση ασφάλειας και προσπαθώντας να μείνουμε ενημερωμένοι, μπροστά σ’ αυτές τις απρόσμενες εξελίξεις.

Χαμένη στις σκέψεις μου, χαζεύοντας τον προγονικό πίνακα, που θυμάμαι να στέκει πάντα εκεί και να μας παρατηρεί. Στην άκρη ενός ακρωτηρίου, σε μια έρημη παραθαλάσσια περιοχή, στέκονταν ένας πύργος.  Να δέρνεται απ’ τον αέρα και τα κύματα κι εμείς να τον βλέπουμε, ανάμεσα απ’ τα κλαδιά κάποιων πεύκων που του κρατούσαν συντροφιά, εκεί  δίπλα στην ακροθαλασσιά, ποιος ξέρεις από πότε;

Καθώς  παρατηρούσα το πίνακα, μου φάνηκε πως είδα στο παράθυρο του κάστρου, ένα φως ν’ αναβοσβήνει. Αυτό έβλεπε πάνω απ’ τη θάλασσα. Παρότι ήταν μια συννεφιασμένη μέρα, η θέα ήταν πολύ όμορφη.  Ξαφνικά προς τ’ αριστερά, μπροστά απ’ το μεγάλο βράχο, τα νερά της θάλασσας άρχισαν ν’ αναταράζονται,  -γκρίζα και βρώμικα- και ν’ ανεβαίνουν μέχρι ψηλά, κάνοντας μεγάλες μπουρμπουλήθρες. Λες κι έβραζαν πάνω από μια τεράστια υποθαλάσσια  φωτιά. Πλησίασα στο πίνακα για να δω καλύτερα προσπαθώντας να ξεδιαλύνω, αυτό το ταχυδακτυλουργικό παιχνίδι που ‘παιζε το μυαλό μου. Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς βλέπω και τι ακριβώς γίνεται, βρέθηκα μπροστά απ’ το μεγάλο επιβλητικό πύργο.  Έμοιαζε λες και κυλούσε πάνω σε βράχους μέχρι που πήρε τη τελική θέση του. Τότε τα νερά ηρέμησαν πάλι κι όλα έμοιαζαν σα να μην είχε μόλις συμβεί τίποτα ασυνήθιστο.

Απ’ το παράθυρο του πύργου, άρχισε ν’ αναβοσβήνει πάλι το φως, σα σινιάλο. Έφερα στο μυαλό μου τις εικόνες που μου δημιουργούσε αυτός ο προϋπάρχων πίνακας. Τις νύχτες όταν έκλεινε το φως του δωματίου,  μπορούσες ν’ ακούσεις τον ήχο της θάλασσας του πίνακα. Άλλες φορές ήταν ήρεμη, άλλες φυσούσε ο άνεμος κι άκουγες τα κύματα να σκαν, ενώ άλλες λυσσομανούσε φουρτουνιασμένη.

Προσπαθώντας ακόμα να καταλάβω που ακριβώς βρισκόμουν, άρχισα να περπατάω τριγύρω. Μέσα στον οριοθετημένο χώρο, υπήρχε ένα μικρό νεκροταφείο. Μερικοί οικογενειακοί τάφοι, με ταλαιπωρημένες απ’ το χρόνο και το καιρό επιτύμβιες στήλες, διακοσμούσαν το τοπίο. Έκανα ένα γύρω στους τάφους, προσπαθώντας να ξεχωρίσω τα ονόματα. Μάταια όμως. Είχαν όλα σβηστεί, σα να μην ήθελαν ν’ αφήσουν κανένα ίχνος, κρύβοντας έτσι τη ταυτότητα των ανθρώπων που υπήρξαν εκεί. Τότε αντίκρισα ένα δέντρο που ‘βγαινε μέσα από ένα τάφο. Ένα άγριο, ρωμαλέο δέντρο, βαθιά ριζωμένο στα έγκατα του εδάφους. Το παράξενο αυτό δέντρο, είχε προχωρήσει τόσο τις βαθιές του ρίζες,  που αγκάλιαζε γερά τα κόκαλα των νεκρών και τα ‘χε βγάλει στην επιφάνεια,  σαν  ολόφρεσκους καρπούς που κρέμονταν σφιχτοδεμένα στα κλαδιά. Ένιωθες ότι τα κρανία σε κοιτούσαν κι ετοιμάζονταν να σου μιλήσουν, έτσι όπως έστεκαν εκεί, στο δέντρου του θανάτου.

Συνέχισα την εξερεύνησή μου και καθώς δε συνάντησα άλλη ζωντανή ύπαρξη τριγύρω, σκέφτηκα ν’ ανέβω στο πύργο και να ψάξω γι’ αυτό το φως που μου κίνησε τη προσοχή. Το κτήριο στο εσωτερικό του ήταν σχετικά γυμνό. Έφτασα στο επάνω δωμάτιο, άνοιξα τη πόρτα και μπήκα μέσα. Ούτ’ εκεί υπήρχε κάποια ζωντανή ύπαρξη να με κατατοπίσει. Όμως  βρίσκονταν μια τεράστια βιβλιοθήκη που κάλυπτε όλους τους τοίχους του δωματίου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιεργαστώ το περιεχόμενο αυτής της πλούσιας συλλογής. Τα βιβλία ήταν ασυνήθιστα στην όψη και κάποια απ’ αυτά έμοιαζαν πολύ παλιά. Αυτά μου τράβηξαν περισσότερο τη προσοχή.

Μια γάτα με άσπρο κεφάλι και κίτρινο αλλόκοτο τρίχωμα, ήταν ντυμένη με παράξενα ρούχα, να μην κρυώνει. Όρθωσε τις τρίχες της, αποκαλύπτοντας  πως ήταν περήφανα άσπρα και κίτρινα φτερά και πετώντας έξω απ’ το παράθυρο, χάθηκε στη θάλασσα. Δε ξέρω πόση ώρα πέρασα εκεί, αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα πως ο ήλιος είχε δύσει. Σκέφτηκα, αν άραγε αυτό το κύλισμα του χρόνου, γίνονταν αντιληπτό από κάποιον που κοιτούσε τον πίνακα απ’ έξω. Το φεγγάρι πήρε για τα καλά τη θέση του στο στερέωμα και το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει αρκετά. Μονάχα μερικά κεριά έδιναν το φως τους. Τότε πρόσεξα τη ράχη ενός βιβλίου να λαμπυρίζει. Πλησίασα και το πήρα στα χέρια μου. Τα γράμματα στη ράχη ήταν που γυάλιζαν, όπως η φεγγαρόπετρα στο νυχτερινό φως, αλαβάστρινη κι αστραφτερή με μια γλυκιά μωβ απόχρωση. Δεν μπορώ να πω ότι ο τίτλος με κατατόπισε αρκετά, οπότε το άνοιξα για να δω τι έκρυβε το εσωτερικό του.

Κάποιοι άνθρωποι είχαν εικονογραφήσει τα περιεχόμενα του βιβλίου. Σε γενικές γραμμές κατάλαβα τι εξιστορούσαν κι αυτό ήταν κάτι που με γέμισε, με μια έντονη αίσθηση δυσφορίας. Η ανησυχία μου μεγάλωνε καθώς κοιτούσα τις αρχαίες αυτές εικόνες. Ένας κομήτης που διαλύονταν κι έπεφτε απ’ τον ουρανό. Κομμάτια φωτιάς στη στεριά. Κύματα τεράστια παντού και κάποιες αποσπασματικές εικόνες, αυτού του μυστήριου στρατού. Νόμιζα πως μπορούσα ν’ ακούσω τον ήχο απ’ τις σάλπιγγες να ηχεί στριγκά στ’ αυτιά μου κι ένιωσα ένα κύμα ρίγους να διαπερνά τη ράχη μου. Μπορεί οι εικόνες αυτές να ‘χαν δημιουργηθεί αποτυπώνοντας τα δεδομένα της εποχής τους, αλλά ήμουν σίγουρη πως περιέγραφαν αυτό που εκείνη τη μέρα είχε γίνει στο δικό μου κόσμο. Η ερμηνεία των γραφών ήταν σαφής. Λόγω της ανωμαλίας στην πορεία του κομήτη δημιουργήθηκε μια τέτοια αναταραχή που ανοίγοντας πύλες στο χωροχρόνο επέτρεψε τη μετακίνηση σε άλλες  διαστάσεις. Η εικόνα της καταστροφής ήταν αδιαμφισβήτητη. Όλα θα κατέληγαν πάλι στο νερό. Η ζωή και ο θάνατος. Νερό παντού… Γεννιόμαστε στο νερό και τώρα έρχεται ένας υδάτινος θάνατος να μας περιβάλει, χωρίς τη ζεστή θαλπωρή της μήτρας…

***

Εκείνη την ώρα μι’ απόκοσμη μουσική ήχησε στ’ αυτιά μου. Στη θάλασσα, μακριά απ’ την ακτή, χρύσιζαν στο φεγγαρόφωτο τα όργανα μιας ορχήστρας. Αυτή ήταν η πηγή του ήχου. Σα να παίζουν σε μια πλωτή σκηνή,  μες στη γαλήνη της νύχτας, έκαναν αισθητή τη παρουσία τους. Κοίταξα απ’ το παράθυρο. Εντόπισα κάποιες γκρίζες μορφές, που σέρνονταν γύρω απ’ το πύργο. Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα. Σε λίγες στιγμές θα ‘φταναν εκεί που ήμουν. Ένιωσα τρόμο. Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο κι έψαξα που να κρυφτώ. Άρχισα να γυρνώ στους γύρω χώρους, μη ξέροντας στ’ αλήθεια τι ψάχνω. Οι γκρίζες μορφές, με τ’ αργό τους σούρσιμο έρχονταν πίσω μου.

Στο βάθος ενός διαδρόμου είδα μια πόρτα. Άνοιξα και μπήκα. Απ’ το δωμάτιο αυτό, βρέθηκα σ’ έναν ατελείωτο λαβύρινθο. Με πολύ κόπο κι ακολουθώντας πολλές εναλλακτικές διαδρομές,  βρέθηκα τελικά παγιδευμένη σ’ ένα πολύ ψηλό τετράγωνο σκουρόχρωμο χώρο. Μπροστά μου, στη μια άκρη του, υπήρχε ένας απύθμενος γκρεμός. Το σούρσιμο, φιδίσιο κι ανατριχιαστικό, είχ’ αρχίσει ν’ ακούγεται στο βάθος του λαβύρινθου. Σε λίγο τα γκρίζα πλάσματα θα ‘ταν εδώ. Η μόνη διαφυγή που ‘μοιαζε να υπάρχει ήταν το πέρασμα πάνω απ’ το κιγκλίδωμα που οριοθετούσε το χώρο. Όμως αυτό μου ήταν αδύνατο. Το δρασκέλισμα πάνω από τα κάγκελα, για να βρεθείς στην έξω μεριά του κύβου, ήταν από μόνο του κάτι που χρειαζόταν απίστευτο κουράγιο. Πόσο μάλλον να πάρεις απόφαση να πηδήσεις από κει στο άγνωστο. Ήμουν εγκλωβισμένη. Ένιωθα την απελπισία ν’ ανεβαίνει απ’ τα πόδια μου και να προσπαθεί να κυριαρχήσει σε ολόκληρο το σώμα μου.

Έξαφνα στο τοίχο δίπλα μου, σα ζωγραφισμένο με κιμωλία, εμφανίστηκε το περίγραμμα μιας πόρτας. Η πόρτα χωρίς να καταλάβω πώς, έγινε αληθινή, υποχώρησε και μου άνοιξε διάδρομο προς κάποιες σκάλες που κατέβαιναν σε δυσδιάκριτα σκοτεινά βάθη. Αν και δεν ήξερα που οδηγούν, ένιωσα με ανακούφιση, μια αίσθηση άνεσης κι ελευθερίας, δραπετεύοντας απ’ τον ασφυκτικό περιορισμό του παράξενα απειλητικού κύβου. Βγαίνοντας απ’ το σκοτάδι, βρέθηκα στο δωμάτιό μου, απ’ όπου ξεκίνησα αυτή την ακατανόητη διαδρομή, να κοιτώ τον πίνακα αντικριστά. Απ’ το παράθυρο, έμπαινε ο θόρυβος του πανικού του δρόμου. Μια μυρωδιά καμένου, έκανε την πνιγηρή ατμόσφαιρα ακόμα πιο δυσάρεστη απ’ ότι ήταν πριν. Γύρω μου έβλεπα κτήρια να καίγονται κι αστυνομία (ή μήπως ήταν στρατός;) να βγάζει έξω τους ανθρώπους απ’ αυτά, ακόμα και με το ζόρι σε κάποιες περιπτώσεις. Κάποιοι είχαν προσπαθήσει να πάρουν μαζί τους τα κατοικίδιά τους. Άλλοτε μ’ επιτυχία κι άλλοτε όχι. Σε κάποιες περιπτώσεις οι πολίτες έφευγαν, αναγκασμένοι απ’ τις αρχές, ν’ αφήσουν πίσω, όλα τους τα υπάρχοντα και να συγκεντρωθούν στο κοντινότερό τους άπλωμα.  Στ’ αλήθεια δεν είχαν ιδέα, τι θα έπρεπε να κάνουν. Στη παράνοια της στιγμής, μερικοί πολίτες δημιουργούσαν μόνοι τους εστίες φωτιάς. Στους δρόμους μπορούσες να ξεχωρίσεις και κάποιους ληστές, όπου εκμεταλλευόμενοι τον πανικό, έμπαιναν στ’ άδεια σπίτια και τα λεηλατούσαν.  Πόσο ανόητο φάνταζε κάτι τέτοιο, μια στιγμή σα κι αυτή…

Στο τοπίο είχ’ αρχίσει να προβάλει ξανά ο παράξενος στρατός. Που και που έβλεπες κάποιον απ’ αυτούς. Η στολή τους, ξεκομμένη απ’ το χώρο και το χρόνο. Είχα ήδη κατέβει κι έψαχνα στους δρόμους, αναζητώντας απαντήσεις, που μάλλον ήταν δύσκολο να βρω τη δεδομένη στιγμή. Οι υπεύθυνοι έβγαλαν ανακοίνωση συγκέντρωσης των πολιτών, σε σημεία αναχώρησης λεωφορείων, προς ασφαλείς προορισμούς. Όσο κι αν δεν ήξεραν πολλά, είχαν καταλάβει ότι δίπλα στη θάλασσα, ήταν άσχημα τα πράγματα. Τα πρώτα λεωφορεία ξεκίνησαν απρόσκοπτα το δρομολόγιό τους. Αργότερα όμως σα μεταφορικά μέσα, χρησιμοποιήθηκαν ανοιχτά φορτηγά κι οι ξαφνιασμένοι πολίτες σωριάστηκαν σ’ αυτά σαν εμπορεύματα. Κανείς δεν ήξερε τι γινόταν. Φόβοι κατέκλισαν τους πολίτες ότι η κυβέρνησή τους  αντικαταστήθηκε απ’ το ξένο στρατό, καθώς άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες, ότι οι προηγούμενοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου πολλοί απ’ αυτούς εκτελέστηκαν.

Το κύμα ανθρώπων που  ‘τρεχε να φύγει ή  έψαχνε να κρυφτεί, άρχισε ν’ αυξάνεται. Να ξεφύγει όμως κανείς, από ‘να μέρος περιτριγυρισμένο στο μεγαλύτερο μέρος του από θάλασσα, είναι σχετικά δύσκολο.  Και τα κτήρια είχαν ήδη σφραγιστεί… Στο σταθμό των τραίνων μερικοί άνθρωποι κάθονταν στα παγκάκια σκεπασμένοι με κουβέρτες κι οι ράγες είχαν πάρει φωτιά και σιγόκαιγαν. Τα μόνα μέρη στη πόλη που ‘χαν μείνει σε λειτουργία, ήταν εκείνα στα οποία οι εισβολείς διασκέδαζαν. Αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι μου. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Στους δρόμους περιπολούσαν φορτηγά ψάχνοντας για πολίτες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Μπλόκα απαγόρευαν την έξοδο διαφυγής των αυτοκινήτων. Άλλωστε και τα ποτάμια λάβας που ξεχύνονταν εδώ κι εκεί, το ‘καναν ακόμα πιο δύσκολο. Συναντούσες γκρεμισμένες πολυκατοικίες και τα λιγοστά αμάξια που κυκλοφορούσαν ακόμα ανάμεσά τους έμοιαζαν με φαντάσματα, που χόρευαν τρελά στα σεντόνια τους. Στο πολυτελές  εστιατόριο η «Μικρή Βενετία», κάποιοι από τους εισβολείς έτρωγαν κι έπιναν σα να μην υπάρχει αύριο. Τα κλοπιμαία στοιβαγμένα  σε σωρούς δίπλα τους, μαρτυρούσαν το μέγεθος της λεηλασίας που’ χε πραγματωθεί.

Φτάνοντας σπίτι δε θέλησα να τραβήξω τα βλέμματα κι αποπειράθηκα ν’ ανέβω από το εφαπτόμενο στο παράθυρό μου δέντρο. Ξεκίνησα να σκαρφαλώνω και κάπως ψηλότερα απ’ το έδαφος, ο κορμός του δέντρου, άρχισε να σπάει σε κομμάτια και να πέφτει – κι εγώ μαζί του. Έπρεπε να βρω άλλο τρόπο εισόδου. Περίπολοι παντού. Ένας γείτονας εμφανίστηκε με τα κλειδιά, για την πίσω πόρτα της αποθήκης του κτηρίου. Με πολλές προφυλάξεις καταφέραμε να τρυπώσουμε μέσα.

Στην ησυχία του σπιτιού μου, κάθισα να σκεφτώ, πώς έπρεπε να κινηθώ από δω και πέρα. Απ’ τους δρόμους ακούγονταν πυροβολισμοί. Η παράξενη βουή που στρίγκλιζε πάνω απ’ τη πόλη, δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο. Τότε ένα άλλο βουητό, διαφορετικό, έκανε την εμφάνισή του. Κοίταξα έντρομη από το παράθυρο. Τα κύματα στη θάλασσα είχαν υψωθεί δυσθεώρητα ψηλά και ετοιμάζονταν να σκάσουν στην ακτή, παρασέρνοντας μαζί τους τα φρικιαστικά θαλάσσια φυτά που χόρευαν. Έσκασε το πρώτο, κάλυψε τα πιο κοντινά στην ακτή κτήρια και νερά άρχισαν να πλημμυρίζουν τη πόλη με αστραπιαίους ρυθμούς. Ερχόταν το επόμενο και το επόμενο και μετά συνέχιζαν. Νερό τρύπωνε απ’ τα τζάμια των παραθύρων που ‘χαν σπάσει με την ορμή του. Δέντρα ξεριζωμένα, να σκάνε με δύναμη στα τζάμια των σπιτιών και να εισβάλουν στα σπίτια σαν πολιορκητικοί κριοί! Νερό παντού. Θα πνιγούμε! Είναι το τέλος μας. Όπως το ανέφεραν οι αρχαίες γραφές. Μας φτάνει. Η στάθμη ανεβαίνει. Πλημμυρίζουμε.  Η βουή στριγκλίζει όλο και πιο δυνατά στον αέρα. Συνειδητοποιώ πως το νερό έχει μουσκέψει τους αστραγάλους μου. Ανεβαίνει κι άλλο. Κοιτάζω το πίνακα. Συγκεντρώνω τη σκέψη μου στους προγόνους. Το φως στο παράθυρο του πύργου αναβοσβήνει πάλι. Τώρα! Πρέπει να γίνει τώρα! Το νερό με μουσκεύει περισσότερο! Σκοτάδι γύρω μου, ανίκανη να κουνηθώ ή να καταλάβω τι ακριβώς γίνεται. Τότε μια λυτρωτική ησυχία και μια αίσθηση λησμονιάς άδειασε το μυαλό μου από κάθε εικόνα.

Οι επόμενες μνήμες που μπορώ να ανακαλέσω με βρίσκουν ασφαλή, μέσα στους άσπρους τοίχους που με περιβάλουν. Απ’ το παράθυρο βλέπω τη θάλασσα να στέκει γαλήνια. Με το βλέμμα μου, προσπαθώ να εντοπίσω στ’ ανοιχτά, τη παράξενη ορχήστρα…

 

Tags: The Weird Side Daily , άγαλμα , αγωνία , αναπνοή , άνεμος , άνεομος , απελπισία , αποθήκη , αρχές , αστρονομία , Αστυνομία , Ατμόσφαιρα , Βενετία , βιβλία , βιβλίο , βιβλιοθήκη , βουή , βουητό , βράδυ , γάτα , γείτονας , Γη , γκρεμός , γραφή , δ΄θση , δέντρα , δέντρο , διαδρομή , διάδρομος , διήγημα , διήγημα φαντασίας , Διηγήματα , δωμάτιο , έδαφος , εικονογράφηση , εξερεύνηση , επιστήμη , επιστήμονες , ζωή , Ήλιος , θάλασσα , θάνατος , θεός , ιστορία , ίχνος , κόκαλα , κόκαλο , κομήτης , κόπος , κόσμος , κύμα , λάβα , λαβύρινθος , λάσπη , λεωφορείο , ληστής , λιμάνι , λουλούδια , μελωδία , Μικρή Βενετία , μνήμη , μορφή , Μουσική , μυστήριο , νεκροταφείο , νερά , νερό , νύχτα , νύχτες , οπλίτες , ορχήστρα , οστά , ουρανός , ουρλιαχτό , Παιδί , παιδιά , παιχνίδι , πανεπιστήμιο , πανικός , πανοπλία , παράθυρο , παραλία , περίπολος , πεύκο , Πίνακας , πλανήτης , πλάσμα , πλάσματα , πλατεία , πλοκάμι , πολεμιστής , πόλη , πόρτα , Προσωπείο , Πύργος , πυροβολισμός , ραδιόφωνο , ράχη , σημάδι , σινιάλο , σκόνη , σκοτάδι , σκότος , στάθμη , σταθμός , στολή , στόμα , στρατός , Συλλογή , σύννεφα , σύρσιμο , σώμα , ταυτότητα , Τηλεόραση , τραπέζι , τρένο , τρόμος , φεγγάρι , Φόβος , φυτά , φυτό , φωνές , φως , φωτιά , Χαρά Κωστοπούλου , Χορός , χρόνος , χωροχρόνος

Χαρά Κωστοπούλου

Δημοσιεύτηκε Οκτώβριος 8, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.