Η θάλασσα που μας έτρεφε, πότε-πότε μας χάριζε παράξενα δώρα. Πολλά πρωινά, συνήθως μετά από μια νύχτα καταιγίδας, όταν τα κύματα φούσκωναν και έσκαγαν πάνω στους βράχους σαν εξαγριωμένα θηρία, βρίσκαμε μυστήρια αντικείμενα στην αμμουδιά…
Έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος. Όλοι οι άλλοι που ξάπλωναν γύρω μου ήταν. Εξάλλου, είχαμε κάθε λόγο να νιώθουμε χαρούμενοι. Θριαμβευτές. Όλοι εμείς, οι υπέρ προνομιούχοι ενός κόσμου που δεν υπήρχε πια, τώρα, ασφαλείς στο ιδιωτικό μας νησί, απολαμβάναμε την τρυφηλή ζωή μας μακριά από την φρίκη του πολέμου που είχε καταστρέψει τον υπόλοιπο πλανήτη.
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 4
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.