Ο διάδρομος ήταν άδειος. Σιωπηλός σαν γαλήνιος τάφος. Ο ρυθμικός ήχος των βημάτων μου πάνω στο χωμάτινο δάπεδο του, που είχε γίνει σκληρό σαν την πέτρα απ’ την πίεση αναρίθμητων πελμάτων, αντιλαλούσε απαλά στα κυρτά του τοιχώματα. Ημικυκλικά κύματα ήχου γέμιζαν τον αέρα. Καμία άλλη αναπνοή πλην της δικιάς μου, καμία σωματική οσμή, καμία μεταβολή της ατμόσφαιρας δεν πρόδιδε την ύπαρξη κάποιου άλλου ανθρώπου.
Αυτό με βόλευε πολύ. Η βάρδια μου μόλις είχε τελειώσει και ένιωθα πολύ κουρασμένος. Αν και συνήθως κάτι τέτοιες ώρες μια φιλική παρουσία καθώς και λίγη κουβεντούλα μου άρεσαν πολύ, απόψε ήθελα να μείνω μόνος, να σκεφτώ.
Συνέχισα λοιπόν να περπατώ κατά μήκος του σιωπηλού διαδρόμου και να τρίβω ρυθμικά τα δάχτυλα των χεριών μου. Με φαγούριζαν αρκετά ύστερα από οκτώ ώρες επαφής με τα χέλια που μεγάλωναν στις δεξαμενές, κάτω, στο επίπεδο των εκτροφείων.
Πήρα μια βαθιά ανάσα. Ο αέρας του υπόγειου διαδρόμου ήταν δροσερός και ακίνητος, πλούσιος σε οξυγόνο, αρωματισμένος μ’ ένα γλυκό άρωμα υγρού πηλού. Διαπότισε τα ρουθούνια μου και έκανε την καρδιά μου να γοργοχτυπήσει με μια αυθόρμητη χαρά. Ήταν ένας αέρας γνώριμος και ακίνδυνος, μια επιβεβαίωση ασφάλειας.
Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε ένα θολωτό κατώφλι και πέρα απ’ αυτό ανοιγόταν μια κυκλική αίθουσα. Εκεί ξεκινούσαν οι ανηφορικές σήραγγες που κατέληγαν στα επίπεδα των κατοικιών της αποικίας. Επέλεγα κάθε φορά τη δεύτερη απ’ αυτές, εκείνη που οδηγούσε στο σπήλαιο όπου βρίσκονταν το δικό μου διαμέρισμα. Εκεί όπου με περίμενε η σύζυγος και ο γιός μου για να φάμε όλοι μαζί και για να μιλήσουμε για τα γεγονότα της ημέρας. Στη συνέχεια τον βοηθούσα με τα μαθήματά του, ακούγαμε όλοι μαζί κάποιο συναρπαστικό μονόπρακτο στο οικόφωνο του σπιτικού μας και απολαμβάναμε τη θαλπωρή της οικογενειακής μας εστίας.
Αλλά όχι απόψε. Προτού με γλυκάνει η στοργή τους, προηγούταν ένα μικρό καθήκον που ήθελα να εκτελέσω, μια πράξη ευγνωμοσύνης. Έτσι λοιπόν προσπέρασα την ανηφορική σήραγγα που οδηγούσε στο επίπεδο των κατοικιών. Διέτρεξα τη μισή περίμετρο της κυκλικής αίθουσας και επέλεξα ένα πέρασμα που σε αντίθεση με όλα τα άλλα, ήταν κατηφορικό. Δρασκέλισα το κατώφλι του που ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα ανάγλυφα. Τα άκουσα να διασπούν τους αντίλαλους των κινήσεών μου και να τους μετατρέπουν σε μια πρισματική αλληλουχία αρμονικών ανακλάσεων.
Ο διάδρομος αυτός ήταν εντελώς διαφορετικός απ’ τους άλλους. Λογικό, αφού λειτουργούσε σαν προθάλαμος που κατέληγε στην αίθουσα του Πατέρα, σ’ ένα παρεκκλήσι δηλαδή που στέγαζε ένα άγαλμα-είδωλο του ιδρυτή της αποικίας, του μεγαλόψυχου σωτήρα μας. Οι τοίχοι που με περιβάλλαν, κυρτοί και αυτοί, ήταν καλυμμένοι με σκληρά πλακίδια ψημένου πηλού. Ήταν επίσης διακοσμημένοι με μικρά σημάδια, με μικροσκοπικές ακίδες και εσοχές που αφηγούνταν μια ιστορία.
Την ιστορία της αποικίας.
Άπλωσα τα χέρια μου και τα δάχτυλα μου άγγιξαν με τρυφερότητα τα κυρτά εκείνα τοιχώματα. Καθώς συνέχισα να περπατώ, ένιωσα τις πυκνές σειρές των σκαλισμάτων να σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, να ζωγραφίζουν ανάγλυφες εικόνες, να συνθέτουν σκηνές και συναισθήματα, σκέψεις και αισθήσεις που ξεδίπλωναν την ιστορία των προγόνων μας.
Όταν έφτασα στο τέλος του διαδρόμου και δρασκέλισα ένα δεύτερο κατώφλι, μπήκα σ’ έναν θάλαμο με λεία τοιχώματα που είχε το σχήμα ενός τέλειου κύβου, συμβόλου της απόλυτης τάξης και της νίκης της διάνοιας ενάντια στο αρχέγονο χάος. Η ατμόσφαιρά του διαποτιζόταν απ’ το άρωμα ενός θυμιάματος που έπλεε γύρω μου σχηματίζοντας αιθέριες πλεξούδες. Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
Το πλησίασα περνώντας δίπλα απ’ τις γραμμές του πλήθους και χάιδεψα με το δεξί μου χέρι το κεφάλι του, τελετουργικά, όπως όριζε το έθιμο. Κάτω από τα δάχτυλα μου ένιωσα την υφή της πέτρας. Είχε γίνει λεία και απαλή κάτω από το άγγιγμα αναρίθμητων παρόμοιων δαχτύλων. Τα χαρακτηριστικά της μάσκας είχαν αμβλυνθεί, το κοντόχοντρο ρύγχος της είχε μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα γλιστερού μαρμάρου.
Στη συνέχεια βρήκα μια κενή θέση σε κάποια απ’ τις σειρές των προσευχόμενων πιστών και εστιάστηκα στην αναπνοή μου η οποία άρχισε να γίνεται όλο και πιο αργή, όλο και πιο βαθιά. Αφέθηκα στο ρεύμα των σκέψεων που γεννούσε μέσα μου η παρουσία του αγάλματος.
Ανέτρεξα νοερά στην ιστορία της φυλής μας που έχει ηλικία εκατοντάδων ετών. Το πως ο Πατέρας, όταν ένιωσε ότι ο Πάνω Κόσμος πλησίαζε στο τέλος του, πήρε τους προγόνους μας, μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών που είχαν γεννηθεί τυφλά, και τα οδήγησε στα βάθη ενός δικτύου από σπηλιές που ήταν μοναδικές και ιδιαίτερες. Τι ήταν αυτό που τις έκανε τόσο ιδιαίτερες; Μα, η ζωή που έκρυβαν μέσα τους! Ένα πλούσιο οικοσύστημα που είχε αναπτυχθεί στα σπλάχνα τους, μια πλημμυρίδα ζωής που θα μπορούσε να μας θρέψει! Με τις δικές του οδηγίες, η είσοδός τους σφραγίστηκε και η Γη μας δέχτηκε στην σκοτεινή αγκαλιά της. Μέσα στο δροσερό σκοτάδι της, ανάμεσα σε υπόγειες αίθουσες και λίμνες από κρύο νερό, γλυτώσαμε απ’ τον πόλεμο που έκαψε τον Πάνω Κόσμο. Αποφύγαμε τη φρίκη του, τους κατακλυσμούς που σάρωσαν το πρόσωπό του, τις θανατηφόρες ακτίνες των πυρηνικών ήλιων που καψάλισαν το πρόσωπό του, τα πικρά σύννεφα της Ραδιενέργειας που τον τύλιξαν στην τοξική τους αγκαλιά.
Όταν, πολλά χρόνια μετά, κάποιοι από μας αποφάσισαν να επισκεφτούν τον Πάνω Κόσμο, τρομοκρατήθηκαν από όλα εκείνα που άγγιξαν τις αισθήσεις τους. Από τους φριχτούς ανέμους που έρχονταν από το πουθενά, από το διαπεραστικό κρύο, από τα άγνωστα πλάσματα που κατασπάραξαν τους περισσότερους απ’ αυτούς, από τις βασανιστικές στάλες της βροχής που έπεφταν με ορμή από ψηλά και τους μαστίγωναν αλύπητα. Η φλογερή ανάσα του ήλιου, εκείνης της μπάλας από φωτιά που τα παλιά βιβλία έλεγαν ότι κρεμόταν από την μακρινή οροφή του ουρανού, έκαψε το δέρμα τους. Η ζέστη του αέρα κόντεψε να τους σκοτώσει. Η απεραντοσύνη εκείνου του άγνωστου βασιλείου που κατακλυζόταν από παράξενους θορύβους και από μια τρομακτική έλλειψη αντίλαλων, όλα αυτά, στάθηκαν αρκετά για να καταλάβουν ότι ο Πάνω Κόσμος δεν μας ανήκε. Ήταν από τη φύση του κακός. Γι’ αυτό και είχε σαρωθεί απ’ τα όπλα εκείνου του πολέμου που είχε καταστρέψει τους Πάνω Ανθρώπους. Για αυτό είχε δηλητηριαστεί, γι’ αυτό και όλα τους τα έργα είχαν σωριαστεί σε καμένα ερείπια. Για αυτό και ο Πατέρας μας είχε οδηγήσει στην ασφάλεια των σπηλαίων που μας προστάτευαν σαν απόρθητες μήτρες απ’ την τρομερή κακία του.
Εκείνη ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που προσπαθήσαμε να μάθουμε τι υπήρχε εκεί πάνω. Έκτοτε οι πύλες σφραγίστηκαν για πάντα.
Για να προστατευτούν οι γενιές του μέλλοντος από τον πειρασμό μιας δεύτερης επίσκεψης στην κόλαση του Πάνω, υιοθετήθηκε το έθιμο του εξαγνισμού: Κάθε παιδί που πλησίαζε τα δωδέκατα γενέθλια του υποβάλλονταν σε μια ανώδυνη τελετουργία. Τα μάτια του, εκείνα τα άχρηστα όργανα, τα ντροπιαστικά ίχνη ενός αμαρτωλού κόσμου, αφαιρούνταν και στις θέσεις τους τοποθετούνταν οι σφαιρικοί κρύσταλλοι της ιερής τύφλωσης. Γιατί το φως είναι κάτι το ανίερο. Είναι το φως των χιλίων ήλιων που έκαψαν τον πάνω κόσμο και τον μεταμόρφωσαν σ’ έναν τόπο μαρτυρίου. Το σκοτάδι όμως είναι ιερό. Μας προστατεύει σαν τρυφερή αγκαλιά από τα φλογερά του βέλη, οξύνει τα μυαλά και τις αισθήσεις μας, ευλογεί σαν στοργικό φιλί το υπόγειο βασίλειο μας και μας χαρίζει μια ζωή ειρήνης και αγάπης.
Πήρα μια βαθιά ανάσα. Η γλυκύτατη ηρεμία των σπηλαίων μας πλημμύρισε το είναι μου σαν ιερό βάλσαμο.
Είχα κάνει μια σοφή επιλογή όταν αποφάσισα να επισκεφτώ το παρεκκλήσι του Πατέρα προτού ενημερώσω την γυναίκα και τον γιό μου ότι η τελετή του Εξαγνισμού του είχε οριστεί.
Σε τρεις ώρες από τώρα θα ξανάρθουμε, όλοι μαζί, στο ιερό ετούτο χώρο. Εκείνος θα ξαπλώσει στην κλίνη που θα του έχουν ετοιμάσει οι ιερείς του παρεκκλησιού, κοντά στο προστατευτικό άγαλμα του Πατέρα. Εκείνοι θα του δώσουν να πιεί το ποτό της λησμονιάς και αυτός θα πέσει σ’ έναν βαθύ ύπνο δίχως όνειρα. Και όταν θα ξυπνήσει και πάλι, με το πρόσωπό του καλυμμένο από αρωματισμένους επιδέσμους, θα είναι τυφλός και αγνός, ασφαλής από τους πειρασμούς του αμαρτωλού φωτός. Ολοκληρωμένος. Ευτυχισμένος στην αγκαλιά του ιερού σκοταδιού, στην τρυφερή εκείνη αγκάλη που θα μας προστατεύει για πάντα από το κακό, από την ασχήμια και τη φρίκη ενός κόσμου που τον απανθράκωσε η κακία του.
Tags: Cave , dark , darkness , earth , eyes , fantasy , fantasy short story , father , ritual , scifi , scifi short story , short-story , Sun , world , διήγημα , Ήλιος , κόσμος , μάτια , πατέρας , σκοτάδι , Σπηλιά , τελετή , φαντασία






Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.