Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
Στάθηκα στο κέντρο του ξέφωτου και κοίταξα τις κορφές των δέντρων που διαγράφονταν γύρω μου σαν γκρίζα αποτυπώματα πίσω απ’ το πέπλο της λευκής ομίχλης. Λικνίζονταν απαλά και ήταν πανύψηλες. Εκείνα τα δέντρα ήταν πανάρχαια. Πολλών εκατοντάδων ετών το δίχως άλλο. Είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από αρρώστιες και καταιγίδες, από κλιματικές αλλαγές και επιθέσεις πεινασμένων εντόμων, ακόμα και από το καταστροφικό χέρι του ανθρώπου που με τις μηχανές του λεηλατούσε τη Γη. Είχαν κάτι το ιερό.
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 1
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.