Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
”Εκτός από την εχθρότητα της κοινωνίας, οι Αμαρτοφάγοι είχαν να αντιμετωπίσουν και την οργή των εκκλησιαστικών αρχών οι οποίες αποδοκίμαζαν έντονα αυτές τις πρακτικές για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς ήταν ότι το να γίνεται κανείς φορέας των αμαρτιών ενός άλλου και αποδιοπομπαίος τράγος ήταν μια πράξη ενάντια στα εκκλησιαστικά δόγματα. Υπονοούσε επίσης ότι ένας άνθρωπος μπορούσε να έχει μια εξουσία επάνω σε πνευματικά ζητήματα που μόνο ο θεός κατείχε.”
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 2
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.