Το Φιλί, Μέρος Α΄

«Τη μισούσα. Από πάντα. Από μικρό παιδί θυμόμουν με φρίκη τα γλοιώδη φιλιά της, μέσα απ’ το πυκνό βέλο που δεν έβγαζε ποτέ. Η αίσθηση που άφηναν πάνω στο μάγουλο μου ήταν απαίσια. Σαν να κολλούσε πάνω του ένας γυμνοσάλιαγκας που ήταν πασαλειμμένος με ιστούς αράχνης. Το ίδιο αποκρουστική ήταν και η μυρωδιά της: Ένα μείγμα μπαγιάτικης λεβάντας, σαπίλας, στάσιμου νερού…»

23 Ιουνίου 2020

1

Τη μισούσα. Από πάντα. Από μικρό παιδί θυμόμουν με φρίκη τα γλοιώδη φιλιά της, μέσα απ’ το πυκνό βέλο που δεν έβγαζε ποτέ. Η αίσθηση που άφηναν πάνω στο μάγουλο μου ήταν απαίσια. Σαν να κολλούσε πάνω του ένας γυμνοσάλιαγκας που ήταν πασαλειμμένος με ιστούς αράχνης. Το ίδιο αποκρουστική ήταν και η μυρωδιά της: Ένα μείγμα μπαγιάτικης λεβάντας, σαπίλας, στάσιμου νερού. Και η φωνή της: Στριγκή,  ετοιμόρροπη αλλά διαπεραστική, σαν σκουριασμένη βίδα που διαπερνούσε αργά και σαδιστικά το παιδικό κρανίο μου.

«Τι κάνει το μωράκι μου»;

Κάθε φορά που δεχόμουν τις αποκρουστικές διαχύσεις της προσπαθούσα να παραμένω ακίνητος και να χαμογελάω. Οι γονείς μου ήταν σαφέστατοι ως προς αυτό το τελευταίο. Ήταν μάλιστα το μοναδικό πράγμα πάνω στο οποίο συμφωνούσαν απόλυτα: Έπρεπε να φέρομαι πάντα ευγενικά στη θεία Ευανθία.

Δεν τόλμησα ούτε μια φορά να παρακούσω τη συγκεκριμένη εκείνη εντολή που μου είχαν δώσει. Όχι μόνο γιατί είχε διατυπωθεί με ιδιαίτερη αυστηρότητα, αλλά και επειδή υπήρχε κάτι παράξενο από πίσω της: Φόβος. Ένα συναίσθημα που είχε μεταδοθεί και στη δική μου ψυχή. Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που η θεία Ευανθία έμπαινε στο σπίτι μας και με πλησίαζε, ένιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται και να γοργοχτυπάει, την αναπνοή να σκαλώνει στο λαιμό μου και έμενα ακίνητος. Ήξερα βλέπετε τι ήταν το πρώτο πράγμα που θα έκανε-όπως κάθε φορά: Θα περπατούσε κατευθείαν προς το μέρος μου, με την αποφασιστικότητα μιας σφαίρας που στόχος της είναι να σκοτώσει. Θα έσκυβε από πάνω μου σαν όρνιο που ετοιμάζεται να κατασπαράξει τη λεία του. Μια φιγούρα πανύψηλη, ντυμένη πάντα με φαρδιά μαύρα ρούχα, μ’ εκείνο το απαίσιο βέλο που μετέτρεπε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σε μια ασαφή μάζα από βούρκο. Η μυρωδιά της με τύλιγε κάθε φορά σαν μίασμα. Και μετά ερχόταν εκείνο το απαίσιο φιλί που αν δεν την φοβόμουν τόσο πολύ, θα μ’ έκανε κάθε φορά να ριγώ σύγκορμος.

Αυτό το πράγμα συνεχίστηκε. Ακόμα και η επαναστατικότητα της εφηβείας δεν κατάφερε να με απαλλάξει από το παράξενο ξόρκι που έμοιαζε να έχει απλώσει γύρω μου η θεία Ευανθία: Το έντονο χτυποκάρδι, εκείνη η παγωνιά μου έπεφτε πάνω μου κάθε φορά που με πλησίαζε, ο ανεξέλεγκτος  ψυχικός σπασμός όταν μου έλεγε «Τι κάνει το μωράκι μου», δεν υποχωρούσαν. Ωστόσο ούτε μια φορά δεν κατάφερα να παραβιάσω τον άρρητο κανόνα που είχε επιβάλει στην οικογένεια μας. Κάθε απόγευμα Παρασκευής, στις 6 η ώρα, έπρεπε να είμαι παρόν για να με δει.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα, πέρασα στο Πανεπιστήμιο, αποφοίτησα. Βρήκα δουλειά. Οι γονείς μου γερνούσαν, η ζωή μας άλλαζε. Η θεία Ευανθία ωστόσο έμενε ίδια και απαράλλακτη: Μας επισκεπτόταν κάθε Παρασκευή απόγευμα και έμοιαζε να τηρεί μια δική της ιδιαίτερη τελετουργία: Χτυπούσε την πόρτα, έμπαινε στο χωλ, με πλησίαζε στο καθιστικό, έσκυβε και μου έδινε εκείνο το καταραμένο φιλί.

Μέχρι που έφτασε εκείνη η Παρασκευή όπου δεν εμφανίστηκε. Και τη Δευτέρα που ακολούθησε μάθαμε ότι είχε πεθάνει.

2

Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Σαν καπάκι φέρετρου. Δρασκέλισα το κατώφλι του σιωπηλού σπιτιού και βυθίστηκα στις σκιές που καταλάμβαναν το σκονισμένο εσωτερικό του. Ένιωθα παράξενα. Σαν να είχα ξαναγίνει μαθητής του Γυμνασίου και να εξερευνούσα κάποιο εγκαταλειμμένο σπίτι της γειτονιάς μου. Σ’ εκείνη την ηλικία, οποιαδήποτε μονοκατοικία ήταν κλειστή για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε δηλαδή χορταριασμένο κήπο και σφαλιστά παράθυρα, ήταν εξ΄ορισμού στοιχειωμένη. Ισοδυναμούσε επίσης με μια πρόκληση. Έπρεπε να την παραβιάσω και να ανακαλύψω αν όντως φιλοξενούσε πνεύματα νεκρών. Και παράλληλα να βιώσω την συναρπαστική εκείνη αίσθηση της παρανομίας, του κινδύνου και της υπέρβασης του φόβου που μου γεννούσε το σκοτάδι.

Τώρα βέβαια, η κατάσταση που αντιμετώπιζα ήταν εντελώς διαφορετική: Είχα κάθε δικαίωμα να μπω στο κλειδαμπαρωμένο σπίτι. Ως ο μοναδικός κληρονόμος της Θείας Ευανθίας, είχε περιέλθει στη δική μου κατοχή.

Με το που άνοιξα την πόρτα, μια αναγουλιαστική μυρωδιά σαπίλας άγγιξε τα ρουθούνια μου. Μια οσμή δωματίων που είχαν μείνει κλειστά για πολύ-πολύ καιρό και λουλουδιών που είχαν σαπίσει μέσα στο βουρκιασμένο νερό σκονισμένων βάζων. Περπάτησα με δισταγμό μέσα στο μικρό σαλονάκι, εκεί όπου φανταζόμουν ότι η παράξενη θεία μου θα καθότανε τα βράδια και θα έβλεπε τηλεόραση. Οι αχνές ακτίνες του φωτός που έμπαιναν από τις γρίλιες των σφραγισμένων παντζουριών, μου αποκάλυψαν ότι όλα τα έπιπλα ήταν σκεπασμένα με λευκά σεντόνια. Έμοιαζαν σαβανωμένα μέσα στο γκρι ημίφως, λερά, τυλιγμένα στα κουκούλια κάποιας πελώριας αράχνης. Στους ταπετσαρισμένους τοίχους κρέμονταν πορτραίτα, φωτογραφίες, κλεισμένες μέσα σε πλαίσια από μαυρισμένο ξύλο και πρασινισμένο χαλκό.

Και παντού απλωνόταν εκείνη η απαίσια μυρωδιά των σάπιων λουλουδιών που μου έφερνε στο μυαλό εικόνες από στάσιμα νερά πρασινισμένων βάλτων. Ήταν φριχτή. Έμπαινε στο στόμα μου και έμοιαζε ν’ αφήνει στους πνεύμονές μου ένα λεπρώδες αποτύπωμα.

Ωστόσο κάτι με συγκράτησε από το να ανοίξω τα παντζούρια και να αφήσω το φως του ήλιου και τον αέρα εκείνης της ανοιξιάτικης μέρας να μπουν στο σπίτι.

Ίσως έτσι άρεσε στη θεία Ευανθία. Ίσως της άρεσε το σκοτάδι και η κλεισούρα.

Ίσως να ήθελε να παραμείνει το σπίτι σ’ αυτή την κατάσταση. 

Προσπάθησα να εκλογικεύσω το όλο ζήτημα. Ίσως απλά το σπίτι να χρειαζόταν συντήρηση, να είχε υγρασία και να μην αεριζόταν κανονικά. Εξάλλου ήδη γνώριζα ότι η Θεία Ευανθία ήταν ένας ιδιαίτερα αντικοινωνικός άνθρωπος. Ποτέ δεν δεχόταν επισκέψεις και η μοναδική φορά που έβγαινε από το σπίτι ήταν για να μας επισκεφτεί, κάθε Παρασκευή απόγευμα, και να μου δώσει εκείνο το αποκρουστικό φιλί.

Στάθηκα μπροστά σ’ ένα από τα πορτραίτα. Η γυάλινη επιφάνειά του ήταν σκεπασμένη από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Το απομάκρυνα με το χέρι μου και βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα ζευγάρι μαύρων ματιών που με κοιτούσαν έντονα.

Πισωπάτησα άθελα μου. Το βλέμμα εκείνο ήταν τόσο δυνατό! Καθηλωτικό σχεδόν! Πήρα μια βαθιά αναπνοή-έστω και αν αυτό σήμαινε ότι θα εισέπνεα μια ακόμα μεγαλύτερη δόση εκείνης της αηδιαστικής μυρωδιάς-και ανασκουμπώθηκα. Καθάρισα και το υπόλοιπο πορτραίτο από τη σκόνη και βρέθηκα αντιμέτωπος με την εικόνα μιας γυναίκας η οποία καθόταν σε μια πολυθρόνα και κοιτούσε κατάματα το φωτογραφικό φακό. Το ντύσιμο της, το αυστηρό της χτένισμα καθώς και οι σέπια αποχρώσεις της φωτογραφίας μου έδωσαν να καταλάβω ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία θα έπρεπε να είχε τραβηχτεί στις αρχές του 20ου αιώνα. Το πρόσωπό της γυναίκας ήταν κρυμμένο πίσω από μια μάσκα. Ένα προσωπείο με έντονες γωνίες, φτιαγμένο σύμφωνα με μια αισθητική που είχε κάτι το παγανιστικό. Θύμιζε λιγάκι Αφρικανική μάσκα. Σίγουρα πάντως δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα της ομορφιάς εκείνης της εποχής που ενθάρρυναν τις στρογγυλεμένες και χορτάτες φυσιογνωμίες με τα παιδιάστικα μάτια και τα καλοθρεμμένα μάγουλα. Εκείνη η μάσκα είχε μια έκφραση αποφασιστικότητας, με σμιχτά φρύδια και στόμα σφραγισμένο. Το πιο αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό της ήταν ωστόσο το βλέμμα που ακτινοβολούσε μέσα από τις δίδυμες τρύπες των ματιών της: Ερεβώδες και Διερευνητικό. Σχεδόν άψυχο μέσα στην μονολιθική του ένταση. Αποφάσισα να ρίξω μια ματιά και στις υπόλοιπες φωτογραφίες. Διαπίστωσα τότε κάτι πολύ παράξενο: Όλες απεικόνιζαν την ίδια γυναίκα. Φορούσε διαφορετικά ρούχα κάθε φορά, ανάλογα με τη μόδα της κάθε εποχής, αλλά το προσωπείο της παρέμενε το ίδιο. Το ίδιο και το βλέμμα της: Μέσα από κάθε κορνίζα με κοιτούσε με την ίδια ένταση, άφθαρτο, αγέραστο, εγκλωβισμένο σε ένα αέναο παρόν που άλλαζε απλά μεταμφιέσεις.

Το τελευταίο πορτραίτο βρισκόταν πάνω από μια παλιά τηλεόραση. Το ξεσκόνισα με προσοχή και αντίκρισα μια φιγούρα που μου ήταν πολύ οικεία: Μια γυναίκα μαυροντυμένη, που φορούσε ένα καπέλο με βέλο, επίσης μαύρο, το οποίο έκρυβε το πρόσωπό της. Στο δεξί κάτω μέρος του πορτραίτου υπήρχε γραμμένη με πλάγια καλλιγραφικά στοιχεία η λέξη:

Ευανθία

Tags: The Weird Side Daily , αίσθηση , ακτίνες , αναπνοή , απόγευμα , αποτύπωμα , αράχνη , αυστηρότητα , βέλο , βίδα , βλέμμα , γειτονία , γόβος , γονείς , γυναίκα , δόση , δουλεία , δωμάτιο , εντολή , επίσκεψη , Έρικ Σμυρναίος , Ευανθία , εφηβεία , ζωή , Ήλιος , θεία , ιστός , κανόνας , κήπος , κίνδυνος , κλεισούρα , κληρονόμος , κρανίο , λαιμός , λεβάντα , λεία , λουλούδι , μάγουλο , μαθητής , μάσκα , μάτι , μάτια , μίασμα , μίσος , μόδα , μυρωδιά , μωρό , νερό , ξόρκι , οικογένεια , ομορφιά , όρνιο , Παιδί , πανεπιστήμιο , παρανομία , πνεύμα , πνεύμονας , πόρτα , πορτραίτο , πρόκληση , προσψπείο , πρόσωπο , πρότυπο , ρούχα , σαπίλα , Σκιά , σκιές , σκοτάδι , σπίτι , Στόχος , συναίσθημα , συντήρηση , σφαίρα , τελετουργία , Τηλεόραση , φέρετρο , φιλιά , φίλοι , φως , φωτογραφία , χαλκός , χαμόγελο , Ψυχή

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε Ιούνιος 23, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.