Η Ξένη

«Δέκα-δέκα πέθαιναν οι Γάλλοι κάθε βράδυ που η Ξένη αλυχτούσε δίπλα στις σκηνές τους. Γέμιζε ο λάκκος με κορμιά μα δεν έλεγε να κλείσει. Και κάθε που γυρνούσε ξημερώματα στο σπίτι του ψαρά, του ‘λεγε πόσους είχε θερίσει…»
Μια ιστορία τρόμου για τη χολέρα της Αθήνας και του Πειραιά

Κάποτε το λέγανε Λιμάνι τον Λιονταριών. Ύστερα το είπανε Λιμάνι των Δράκων. Μετά το πήραν οι Τούρκοι και έκατσαν εκεί για τετρακόσια χρόνια. Τότε το είπαν Πασαλιμάνι μέχρι που οι Έλληνες έκαναν επανάσταση και διώξανε τους κατακτητές πέρα από τη Ρούμελη. Και τότε το λιμάνι πήρε το όνομα που είχε στα χρόνια των Αρχαίων. Το είπαν Πειραιά, που σήμαινε “πέρασμα”. Γιατί αυτό ήταν ο Πειραιάς. Πέρασμα των ζωντανών μα και των νεκρών καθώς χιλιάδες ψυχές πέρασαν από εκείνον τον τόπο σε κάποιον άλλον, πιο ζοφερό και μαύρο από ότι εκείνο το καλοκαίρι του 1854.

Το καλοκαίρι που ήρθε η Ξένη.

Λίγα χρόνια πριν, κι ενώ είχαν φύγει οι Τούρκοι και η Ελλάδα έγινε βασίλειο, άνθρωποι ήρθαν από τα νησιά να κατοικήσουν στο λιμάνι και να το φτιάξουν από την αρχή. Γέμισε ο Πειραιάς ψαράδες, ναυτικούς, αγωγιάτες, χωρικούς και αρχόντους. Και από εκεί που το λιμάνι ήταν έρημο, σπίτια χτίστηκαν το ένα πλάι στο άλλο και ο Πειραιάς απέκτησε την αγορά του, τα χάνια και τα καφενεία του όπου βρακοφόροι και φουστανελάδες κάνανε χάζι την καινούργια τους πόλη.

“Θα γίνει ο Πειραιάς το ωραιότερο λιμάνι του κόσμου”, είπε ένας μια φορά και ήπιε μια γουλιά κρασί στην υγειά του βασιλιά Όθωνα. Μα κάποιος γέρος που τον άκουσε, τυφλός, ξυπόλητος και κουρελής, στάθηκε να του απαντήσει.

“Μνήμα θα γίνει ο τόπος σας. Γούβα που θα τρώει τα κορμιά το ένα πάνω στο άλλο. Μαύρα καράβια θα ‘ρθουνε από τα πέρα μέρη και θα σας κουβαλήσουνε την Ξένη. Τρέξτε όσο είναι καιρός γιατί σαν  φυσήξει από τα νότια, θα είστε ήδη πεθαμένοι”

“Σείρε βρε γρουσούζη από ΄δω!” του φώναξε ο καφετζής. “Όλο τέτοια έρχεσαι και μας λες. Ας έρθει όποιο καράβι θέλει, μαύρο, άσπρο, κόκκινο! Όπως διώξαμε τους Τουρκαλάδες τότες, έτσι θα διώξουμε και αυτούς”

“Φύγετε βρε που σας λέω”, επέμενε ο τυφλός. “Θα φέρουνε την Ξένη και θα σας τη φορτώσουνε στην πλάτη. Δεν έχει πια λιοντάρια το λιμάνι σαν κάποτε κι η Ξένη δεν σας φοβάται”

Πολλά έλεγε εκείνος ο γέρος αλλά κανένας δεν τα πίστευε. Κάποιο κακό ριζικό είχε πάθει αυτός, κατά πώς έλεγαν, που του ‘χε πάρει τα λογικά μαζί με το φως από τα μάτια. Τον έβλεπαν να σουλατσάρει τους χειμώνες με τους αγέρηδες και την παγωνιά και με το που έμπαινε η άνοιξη, τον έχαναν, λες κι άνοιγε η γη και τον κατάπινε για τα μισά του χρόνου. Παλιός αγωνιστής θα ήταν, πίστευαν, που τον τρέλανε ο πόλεμος και το νέο κράτος, αντί να τον τιμήσει, τον ξέχασε, όπως έκανε με τον Νικηταρά και τόσους άλλους, άγνωστους και γνωστούς που δώσανε τα πάντα για την πατρίδα. Γιατί το ξέρανε καλά οι μισοί πως το νέο βασίλειο δεν φτιάχτηκε μόνο με αίμα και σπαθί μα και με λαμογιά και απάτη.

Πέρασαν τα χρόνια και τα λόγια του γέρου βγήκανε αληθινά. Έφτασαν καράβια έξω από το Σαρωνικό, φορτωμένα με στρατιώτες και κανόνια. Μαύρα δεν ήταν, όπως τα είχε πει ο γέρος, μα για καλό δεν είχαν έρθει, παρόλο που γαλλικές και αγγλικές σημαίες κυμάτιζαν πάνω στα ψηλά κατάρτια.

“Τι θέλουν τόσοι Φράγκοι και Εγγλέζοι μαζωμένοι;” ρωτάγανε τον καφετζή.

“Μωρέ τους φοβάστε;” έλεγε αυτός. “Φίλοι μας δεν είναι; Εκείνοι βρε δεν μας βοήθησαν να λευτερώσουμε την Ελλάδα; Τα ξεχάσατε αυτά τώρα που είστε χορτάτοι;”

Αλλά αυτοί που ήρθαν κάποτε σαν φίλοι, τώρα είχαν έρθει ως εχθροί. Συμμάχησαν οι Αγγλογάλλοι με τους Τούρκους και έκαναν πόλεμο με τους Ρώσους στην Κριμαία. Έστειλαν τα πλοία τους στον Πειραιά να φοβερίσουν τον Όθωνα που ήθελε να ελευθερώσει τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Δυο και τρεις φορές μπουμπούνισαν τα κανόνια τους κι ύστερα κατέβασαν στρατό στο λιμάνι. Κατέλαβαν τον Πειραιά μες σε ένα πρωινό και έστειλαν αγήματα ως το παλάτι.

Κι έτσι, εκεί όπου κυμάτιζε η γαλανόλευκη, τώρα στο λιμάνι χόρευαν η γαλλική κι η αγγλική σημαία. Κι αυτοί που ήρθαν κάποτε ως ελευθερωτές, τώρα επέστρεφαν ως κατακτητές.

***

Πέρναγαν οι μέρες, πέρναγαν και οι βδομάδες μα τα καράβια δεν έλεγαν να φύγουν. Επί δυο μήνες, κοντά τρεις, οι στρατιώτες περιπολούσαν ολημερίς κι οληνυχτίς ελέγχοντας ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε στο λιμάνι από στεριά και θάλασσα. Κι όποιος δεν ήταν φρόνιμος, οι Αγγλογάλλοι του φέρονταν αναλόγως. Οι Πειραιώτες, από εκεί που καυχιούνταν για την ελευθερία που είχαν κερδίσει μετά την Επανάσταση, βρέθηκαν τώρα σκλαβωμένοι.

“Ποιος θα μας σώσει τώρα από δαύτους;” διαμαρτύρονταν στους καφενέδες. “Ο βασιλιάς δεν κάνει τίποτα για να τους διώξει και η κυβέρνηση έγινε δική τους. Όπου να να’ναι θα μας αρπάξουν  ότι έχουμε και δεν έχουμε”.

“Θα φύγουν”, είπε ένας ψαράς με σιγουριά. “Ακούτε που σας λέω, θα φύγουν”.

Αυτός ήταν νεαρός, όχι πάνω από τριάντα χρονών, μικροπαντρεμένος με ένα γιο στα δέκα. Ανοιγόταν με τη βάρκα του και ψάρευε κοντά στα εχθρικά πλοία κι ονειρευόταν πως θα ΄ρχόταν εκείνη η μέρα που σαν άλλος Κανάρης θα γινόταν ο μπουρλωτιέρης του Πειραιά.

Ένα βράδυ του Ιούνη, κι ενώ ψάρευε πλάι σε μια γαλλική φρεγάτα, είδε μια γυναίκα με λυτά μαλλιά να κάθεται στην πλώρη και να αγναντεύει τη στεριά. Κι έτσι όπως την χάζευε ο ψαράς, η γυναίκα πήδησε και την κατάπιε η μαύρη θάλασσα. Σαστισμένος τότε αυτός, χτύπησε τα κουπιά να πάει κοντά και να τη σώσει από το πνίξιμο. Μα πριν καλά-καλά φτάσει τη φρεγάτα, να σου την αρπάζει τη βάρκα με τα χέρια της και ανεβαίνει πάνω.

Τέτοια γυναίκα δεν είχε ξαναδεί ο ψαράς. Είχε μια άγρια ομορφιά από τα ξένα, κι ένα κορμί εύθραυστο και ποθητό. Τα μαλλιά της, πράσινα και μακριά, την έκαναν να μοιάζει με γοργόνα των θρύλων. Το βλέμμα της ήταν θάνατος, και μόλις την αντίκρισε ο ψαράς, ένιωσε την αγάπη για τη γυναίκα του να πεθαίνει.

“Ποια είσαι εσύ, καλή κυρά ;” τη ρώτησε.

Κάτι του απάντησε η γυναίκα μα ο ψαράς δεν κατάλαβε τη γλώσσα της.

“Ξωθιά είσαι ή γοργόνα;”

Και πάλι κάτι του αποκρίθηκε μα δεν κατάλαβε λέξη.

“Ξένη είσαι;” τη ρώτησε.

Και τότε η κοπέλα ένευσε “ναι”.

“Θα σε πάω πίσω”, της είπε μα εκείνη ένευσε “όχι”. Ρίχτηκε τότε πάνω του και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Ήταν φιλί πικρό και σιχαμένο και ο ψαράς ένιωσε τη γλώσσα του να μουδιάζει. Όταν η γυναίκα τραβήχτηκε, η καρδιά του πήγε να σπάσει. Το πρόσωπο της είχε αλλάξει, λες και σάπισε μέσα σε μια στιγμή. Μύτη δεν είχε, ούτε και σάρκα, παρά μόνο κόκκαλο γυμνό και κίτρινο, με κάτι μάτια άψυχα και τρομερά. Τούτη τη φορά του μίλησε και ο δύσμοιρος ψαράς κατάλαβε την κάθε λέξη που άκουγε.

“Πάρε με μαζί σου στη στεριά. Δώμου στέγη κι εγώ θα διώξω τους εχθρούς σου”, είπε και έδειξε τα καράβια των Γάλλων με το κίτρινο λιπόσαρκο της χέρι. “Με πιάσανε στη Μασσαλία και με δέσανε ως τη Μάλτα. Με τραβολογάνε απ΄την Κριμαία ως τις εφτά θάλασσες. Τους μισώ πιο πολύ από ότι εσύ εκείνους. Δώμου στέγη και κανείς τους δεν θα γλυτώσει”

“Τι σόι δαίμονας είσαι εσύ, πανάθεμα σε;” τη ρώτησε.

“Είμαι κόρη βασιλέα. Έχω αδέλφια την Πανούκλα, την Βλογιά και το Χτικιό, μα δεν με ξέρουνε σε αυτά τα μέρη”

“Ποια είσαι;”

“Ξένη δεν με είπες πριν; Ξένη να με λες. Τώρα οδήγησε με στην ακτή και πήγαινε με σπίτι”

“Πώς βρε να σε βάλω σπίτι μου; Έχω γυναίκα και παιδί”

“Δεν θα τους πειράξω, στο υπόσχομαι. Μόνο αυτούς με τα καράβια θα σκοτώσω. Δέκα-δέκα θα τους ξεπαστρέβω για το κακό που μου κάνανε. Ως να τους πάρει όλους ο Κάτω Κόσμος, δεν θα ησυχάσω”

“Πώς θα σε βάλω σπίτι μου; Με άνθρωπο δεν μοιάζεις…”

“Μόνο εσύ βλέπεις την όψη μου. Μόνο εσύ ακούς τα λόγια μου. Οι άλλοι θα με βλέπουνε σαν ξένη και σαν ξένη θα με ακούν”

Κι έτσι πάτησε το πόδι της η Ξένη στον Πειραιά εκείνη την αποφράδα νύχτα που ήταν πιο μαύρη κι από την μέρα αυτή του Μάη που έφτασαν οι Αγγλογάλλοι. Την πήρε σπίτι του ο ψαράς  και της έδωσε χώρο να κοιμάται. Κι όταν η γυναίκα του τον ρώτησε ποια ήτανε αυτή που του κουβάλησε στο σπίτι, εκείνος είπε τα εξής:

“Ξένη είναι, γυναίκα. Σκλάβα την έφεραν και μας ζητά ψωμί. Άρρωστη είναι η καημένη και γκαστρωμένη”, είπε στα ψέματα. “Θα την φυλάμε εδώ και δεν θα μιλάμε για αυτήν σε κανέναν μέχρι να γεννήσει και να πάει στην ευχή του Θεού”

Έτσι ορμήνεψε ο ψαράς τη γυναίκα του και το παιδί τους και άφησαν την Ξένη να κουρνιάζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Της έφραξαν και το παράθυρο για να μην τύχει και την δει κανένα μάτι. Εκεί καθότανε η Ξένη και μουρμούριζε έναν γύφτικο σκοπό, υφαίνοντας ρούχο απ΄τα μαλλιά της. Και μόλις έπεφτε η νύχτα, άνοιγε την πόρτα και έβγαινε έξω, τριγυρνώντας στις παράγκες και τα αρχοντικά πεσμένη στα τέσσερα, σαν το σκυλί. Πέρναγε την Καστέλα και κατέβαινε στο Φάληρο, εκεί που οι Γάλλοι είχανε στήσει το στρατόπεδο τους. Και εκεί, λίγο πιο έξω απ’ τις σκηνές, έξινε με τα νύχια της το χώμα, μέχρι που έσκαψε έναν λάκκο τόσο βαθύ που και την μέρα ο πάτος του δεν φαινόταν.

Τρεις νύχτες της πήρε να σκάψει το λάκκο που θα έριχνε μέσα τους στρατιώτες της Γαλλίας. Κι όταν έδυσε ο ήλιος της τέταρτης μέρας, πριν να βγει από το σπίτι, είπε του ψαρά:

“Απόψε θα πέσουνε τα πρώτα σπαρτά του θέρους.”

Πήγε τότε η Ξένη στο Φάληρο και άρχισε να τραγουδά σπαραχτικά και να χορεύει τινάζοντας τη σκόνη από τα κοκαλιάρικα της δάχτυλα. Παραξενεύτηκαν οι σκοποί και πήγανε να δούνε τι συνέβαινε. Τους παρέσυρε η Ξένη στο χορό της και τους πέταξε στο λάκκο μαζί με τα σκυλιά που έκλαιγαν για τις τύχες αυτών που θα ξημέρωναν στον Κάτω Κόσμο.

Δέκα-δέκα πέθαιναν οι Γάλλοι κάθε βράδυ που η Ξένη αλυχτούσε δίπλα στις σκηνές τους. Γέμιζε ο λάκκος με κορμιά μα δεν έλεγε να κλείσει. Και κάθε που γυρνούσε ξημερώματα στο σπίτι του ψαρά, του ‘λεγε πόσους είχε θερίσει. Έπειτα, κουρασμένη πλάγιαζε να κοιμηθεί για να ξυπνήσει και να φτιάξει το ρούχο που έραβε από τις τρίχες των μαλλιών της.

Έφευγαν οι μέρες, έφευγαν κι οι ζωντανοί μα τα καράβια και οι Αγγλογάλλοι παρέμεναν στον Πειραιά. Ο Αύγουστος ήρθε με ζέστη, σκόνη, θλίψη και ανηπομονησία. Η γυναίκα του ψαρά δεν άντεχε άλλο την Ξένη μες στο σπίτι τους. Έβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει αλλά παιδί δεν γένναγε. Το ΄λεγε στον άντρας της συνέχεια πως κάτι κακό θα έφερνε εκείνη η γυναίκα, μα αυτός της έλεγε να κάνει υπομονή. Μια μέρα όμως, κι ενώ τα θύματα της Ξένης είχαν περάσει τα τριακόσια γαλλικά τουφέκια, έπιασε ο ψαράς την οικογένεια του και τους είπε:

“Μου παρήγγειλε η Ξένη να σας βάλω σε μια βάρκα και να σας στείλω στην Αίγινα. Άσχημα πράγματα θα συμβούν μες στις επόμενες μέρες”

“Σαν τι, πατέρα;” ρώτησε το παιδί.

“Οι Φράγκοι θυμώσανε με εμάς γιατί μπαίνουνε δικοί μας τα βράδια στα κονάκια τους και τους σκοτώνουνε στον ύπνο”

“Ψέματα λέει!” είπε η μάνα του παιδιού. “Κάτι ετοιμάζει αυτή η διαβολογυναίκα και θέλει να σε πάρει από κοντά μας!”

Μπήκε τότε στο δωμάτιο της Ξένης και βρήκε το ρούχο που έραβε. Το άνοιξε και τι να δει; Ένα νυφικό.

Τα ΄χασε ο ψαράς σαν είδε το φόρεμα. Μα πιο πολύ τα ‘χασε όταν άκουσε τη γυναίκα του να φωνάζει μανιασμένη.

“Για αυτό μωρέ θες να μας ξεφορτωθείς; Για να την κάνεις σύζυγο σου; Αρκετά  την ανέχτηκα τη γύφτισσα που μας κουβάλησες από τα ξένα. Απόψε θα πάρει πόδι από το σπίτι!”

Δεν πρόλαβε να κλείσει το στόμα της όταν η Ξένη άνοιξε την πόρτα κι είδε τη γυναίκα του ψαρά να κρατά το νυφικό. Ευθύς εκείνη πέταξε το φόρεμα και άρπαξε το μαχαίρι που είχε ο άντρας της για τα ψάρια.

“Σκυλί του δαίμονα που πάτησες στο σπιτικό μου”, γρύλισε η γυναίκα και όρμησε στην Ξένη. “Δεν θα μας διώξεις εσύ εμάς”

Της καρφώνει τότε το μαχαίρι στην κοιλιά, θαρρώντας πως θα την σκοτώσει και αυτή και το μωρό της. Μα αίμα δεν έτρεξε ούτε στάλα από την πληγή. Άνοιξε η κοιλιά της Ξένης και από μέσα φάνηκαν, δάχτυλα, ποδάρια και ολοστρόγγυλα μάτια, μαύρα σαν το κάρβουνο. Βγήκε και μια μπόχα μαζεμένη από χίλια μνήματα και φύσηξε όλη πάνω στη γυναίκα και τον γιο της. Πέθανε και αυτή κι αυτός και μόνο τότε είδαν το αληθινό πρόσωπο της Ξένης, όπως το ‘χε δει ο ψαράς το βράδυ που τη μάζεψε απ’΄τη φρεγάτα.

Τρελάθηκε ο δύσμοιρος ο ψαράς. Από τη μια κοιτούσε τα άψυχα κορμιά της οικογένειας του, από την άλλη την κοιλιά της Ξένης που ξέρναγε πιθήκια. Πράσινα και κίτρινα σαν τη μάνα τους, πετάγονταν το ένα πίσω απ’ τα άλλο σκούζοντας και λυσσόντας. Άρχισε και εκείνος να ουρλιάζει από τη φρίκη και έφυγε μες στη νύχτα με τα πιθήκια πίσω του να ξεχύνονται στα γύρω σπίτια, τρυπώνοντας σαν τα ποντίκια μες στις κάμαρες των ζωντανών. Όσο για την Ξένη, έκατσε στη γωνιά και της και άρχισε να ράβει υπομονετικά την κοιλιά της με τα μαλλιά της νεκρής. Και μόλις ήρθε το ξημέρωμα, φόρεσε το νυφικό και βγήκε έξω να γυρέψει τον ψαρά.

Από εκείνο το βράδυ και μετά, μαύρες μέρες ξημέρωσαν για τον Πειραιά και την Αθήνα. Δέκα-δέκα πέθαιναν οι Πειραιώτες δαγκωμένοι απ΄τα θηρία που έκρυβε η Ξένη στην κοιλιά της. Κλαίγανε οι χήρες, κλαίγανε τα ορφανά κι η Ξένη τραγουδούσε στριγγλίζοντας μαζί τους. Κι όπως βάραγαν οι καμπάνες για τους νεκρούς, έτσι βάραγε κι αυτή το ντέφι καλώντας τα παιδιά της να χορέψουν.

Μέχρι τον Σεπτέμβρη, δεν έμεινε κανείς στον Πειραιά. Άλλοι φύγαν μια για πάντα κι άλλοι τρέξαν να σωθούν στα χωριά και στα νησιά. Μέχρι και οι Γάλλοι ξέστησαν το στρατόπεδο και πήγαν βόρεια να στήσουν άλλο. Ερήμωσε το λιμάνι, ερήμωσαν οι γειτονιές και πια δεν πέρναγε κανείς από εκεί κάτω. Μόνο η Ξένη γύρναγε ξυπόλητη περνώντας από άδειους καφενέδες, παρατημένα σπίτια και εκκλησιές δίχως παπάδες και καντήλια. Μέχρι και τα παιδιά της έφυγαν, άλλα πιασμένα από τις βάρκες και τα πλοία και άλλα κάτω από τις άμαξες και τα πολυφορεία. Και σκότωσαν κι άλλους εκεί που πήγανε μέχρι που σκάσανε από το πολύ φαΐ και ψόφησαν απ’ τις κατάρες. Τρεις χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Αθήνα και στον Πειραιά κι άλλοι τόσοι εκεί που πήγαν οι φυγάδες για να σωθούν από την Ξένη.

Κι έτσι έμεινε η Ξένη μόνη να αλωνίζει στο λιμάνι και να κλαίει τον ψαρά της. Γιατί τόσον καιρό στο σπίτι του τον είχε ερωτευτεί και ήθελε να τον πάρει για άντρα. Μα εκείνος, τρελαμένος από το βράδυ που είδε τη γυναίκα του και το παιδί τους να πεθαίνουν, μπήκε στη βάρκα του και έφυγε στη Σαλαμίνα όπου γύρναγε σαν το ψωριάρικο σκυλί. Η Ξένη ανέβηκε στην Αθήνα να τον γυρέψει, σέρνοντας τα ποδάρια της κάτω από το σκονισμένο νυφικό. Στρίγγλιζε και τραγουδούσε, έκλαιγε και μοιρολογούσε και έξυνε τα νύχια της στους τοίχους και στα παραθύρια των αρχοντικών. Και να σου οι νεκροί στους δρόμους και πίσω οι μόρτηδες να στοιβάζουν τα κορμιά στα κάρα πριν να γυρίσει η Ξένη να τους ρωτήσει για τον καλό της.

Θέρισε κι εκεί πολύ κόσμο, μέχρι που κατέβηκε και πάλι στο λιμάνι, κοιτώντας τις φρεγάτες που την έφεραν από τα ξένα να χτυπιούνται από τα κύματα του χειμώνα. Και μια νύχτα, που λυσσομανούσε ο άνεμος και έπεφτε η βροχή τουλούμι, είδε τον ψαρά να επιστρέφει σπίτι του. Είχε μείνει ο μισός ενώ τα πόδια του με το ζόρι τον κρατούσε. Τον ακολούθησε η Ξένη σιάζοντας το νυφικό και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

“Γύρισες πια”, του είπε. “Έφαγα τον κόσμο να σε βρω”

“Δεν βαρέθηκες πια τόσο θανατικό;” τη ρώτησε ο ψαράς. “Δεν σου φτάσανε οι ξένοι; Έπρεπε να φας κι εμάς μαζί τους;”

“Μην κατηγορείς εμένα για το άδικο του κόσμου. Δεν σήκωσα εγώ μαχαίρι πάνω σας”

“Γιατί ήρθατε εδώ; Τι βρήκατε όλοι οι ξένοι σε τούτο το κακορίζικο λιμάνι; Τούρκοι, Εγκλέζοι, Φράγκοι, Βαβαροί… Τι ζηλέψατε από τον τόπο μας; Τον πόνο μας ή την κακομοιριά μας;”

“Καθένας ψάχνει εκείνο που του λείπει”, του είπε η Ξένη. “Άνθρωπος, θεός ή δαίμονας”

“Σύρε τώρα και άσε με να θρηνήσω το σπιτικό μου. Η πόλη είναι δική σου πια. Τράβα στο παλάτι σου και πες όσα τραγούδια θέλεις”

“Αυτό το σπίτι το έρημο θα γίνει το παλάτι μου κι εσύ ο βασιλιάς μου. Γιατί εσένα με έστειλαν οι Μοίρες να βρω από τα Πέρατα της Γης. Εσένα που με πέρασες απέναντι και μου ‘δωκες μια στέγη. Εσένα που με κοίταξες για μια στιγμή με αγάπη, όταν όλοι με έβλεπαν κουφή, γριά και άσχημη”

Και τότε τον φίλησε ξανά όπως το πρώτο βράδυ και το πρόσωπο της έγινε όμορφο και ποθητό. Και ξάπλωσε μαζί του και του δόθηκε όπως σε κανέναν άλλον άντρα από όσους βρήκαν θάνατο φριχτό στο πέρασμα της. Κι ύστερα κοιμήθηκε στην αγκαλιά του και ονειρεύτηκε πως ήταν ζωντανή και ευτυχισμένη σαν τις ζωές εκείνων των άμοιρων που στέρησε από τη ζήλια της.

Τότε σηκώθηκε ο ψαράς και έριξε τη λάμπα κάτω. Ξύπνησε η Ξένη ουρλιάζοντας καθώς έβλεπε τα πάντα γύρω της να λαμπαδιάζουν. Έκανε να φύγει μα ο ψαράς την άρπαξε σφίγγοντας την στην αγκαλιά του.

“Κρατήσου”, τον άκουσε να της λέει. “Θα σε ξαναπεράσω απέναντι. Μα τούτη τη φορά στην Άλλη Όχθη”

Κάηκε κι αυτή και αυτός και έγιναν κι οι δυο τους στάχτη.

Τρεις μέρες μετά, λίγο πριν ξημερώσει του Χριστού, ένας γέρος που περπάταγε στις λάσπες και στην ερημιά του Πειραιά τυφλός, ξυπόλητος και κουρελής, άκουσε τον άνεμο να σφυρά από τη θάλασσα μαζί με τρεις χιλιάδες βογγητά σαν παραπονιάρικα θαλασσοπούλια. Ένα καράβι μαύρο, χωρίς σημαία στο κατάρτι του, αναχωρούσε για τα ξένα, μεταφέροντας ψυχές που πέθαναν χωρίς να ξέρουνε γιατί. Και άκουσε ο γέρος την Ξένη να στριγγλίζει ανάμεσα τους και να καταριέται τη νύχτα που την έφεραν οι Γάλλοι στο Πέρασμα, αυτό που λέγαν κάποτε Λιμάνι των Λιονταριών. Και πριν χαθεί το πλοίο για τον Άδη, ο γέρος άκουσε την κραυγή της Ξένης να πνίγεται μες σε χιλιάδες μουγκρητά και τη φαντάστηκε να την κατασπαράζουν οι ψυχές σαν τα λιοντάρια, όπως αυτά που δώσαν κάποτε το όνομα τους στο λιμάνι του Πειραιά.

***

Από εκείνον τον Δεκέμβρη κι έπειτα, κανείς δεν πέθανε από χολέρα. Έτσι ονόμασαν οι σπουδαγμένοι κι οι γιατροί την επιδημία που έφεραν οι Γάλλοι από την Κριμαία. Αλλά ο γέρος, ο τυφλός κι ο κουρελής που ερχόταν για πολλούς ακόμα χειμώνες όταν γέμισαν και πάλι οι καφενέδες του Πειραιά, συνέχισε να λέει για την Ξένη και τον ψαρά που την πέρασε απέναντι.

 

Tags: αγάπη , αγκαλιά , αγορά , αγωγιάτες , αγωνιστής , Άδης , Αθήνα , Αίγινα , άνεμος , άνοιξη , απάτη , άρρωστη , άρχοντες , βάρκες , βασιλιάς , βλογιά , γέρος , Γη , γιατροί , Γιατρός , γοργόνα , γοργόνες , γυναίκα , δαίμονας , δωμάτιο , εβδομάδες , εκκλησία , ελευθερία , Ελλάδα , Έλληνες , επιδημία , εχθροί , εχθρός , ζωή , Ήλιος , ήπειρος , θάλασσα , θάνατος , θηρία , θλίψη , θύμα , θύματα , ιεράς , κακό , Κανάρης , κανόνια , καράβι , καράβια , καρδιά , Καστέλα , κατάρα , κατάρες , Κάτω Κόσμος , κοιλιά , κόκαλο , Κριμαία , κυβέρνηση , κύμα , κύματα , λάκκος , λιμάνι , Λιμάνι τον Λιονταριών , Λιμάνι των Δράκων , λιοντάρια , μάτια , μαχαίρι , μέρες , μνήμα , μνήματα , Μοίρες , ναυτικοί , ντέφι , νυφικό , νύχτα , Ξένη , Όθωνας , όνειρο , ορφανά , οστά , οστό , Παιδί , Πανούκλα , παπάς , παράθυρο , Πασαλιμάνι , πατέρας , Πειραιάς , πέρασμα , πληγή , πλώρη , πόλεμος , ριζικό , Ρούμελη , ρούχο , Ρωσία , Ρώσοι , Σαλαμίνα , σάρκα , Σαρωνικός , σκλάβα , σκόνη , σκοπός , σκυλιά , σπίτια , στάχτες , στάχτη , στεριά , στρατιώτες , στρατόπεδο , τόπος , Τούρκοι , τρέλα , τυφλός , ύπνος , Φάληρο , φίλοι , φίλος , Φράγκοι , φρεγάτα , φρεγάτες , φως , χειμώνες , χήρες , χολέρα , Χορός , χρόνος , χτικιό , χωρικοί , ψαράς , ψυχές

Γιώργος Χατζηκυριάκος

Δημοσιεύτηκε Ιούνιος 29, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.