Ένα Προμήνυμα

«Το σαλόνι δεν ήταν άδειο. Στον σκούρο-κόκκινο καναπέ του κάθονταν δύο Άγγελοι. Φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια από γκρίζο ύφασμα και λευκά πουκάμισα. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά και λαμπερά. Έπεφταν στους ώμους τους σαν χρυσαφένιοι καταρράκτες….»

04 Οκτωβρίου 2020

 

1

Εκείνο το όνειρο ήταν απίστευτα ρεαλιστικό:

Στεκόμουν λέει στο σαλόνι του σπιτιού μας. Το πατζούρι της μπαλκονόπορτας που έβλεπε στη λεωφόρο ήταν μισοτραβηγμένο. Ήταν προχωρημένο απόγευμα. Μια λεπτή δέσμη ρόδινου φωτός διαπερνούσε τις κουρτίνες της που κυμάτιζαν ανάλαφρα και έσχιζε τον αέρα λοξά, σαν το φως ενός προβολέα. Έπεφτε πάνω στο μικρό τραπεζάκι που έστεκε στο κέντρο του σαλονιού, μπροστά απ’ το έπιπλο με τα ράφια όπου φώλιαζαν η τηλεόραση, ένα dvd player και το στερεοφωνικό συγκρότημα. Το συνεχές βουητό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, διανθισμένο με αραιά κορναρίσματα και με κομμάτια μουσικής που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τα κατεβασμένα παράθυρα τους, εισχωρούσε στο μισοσκότεινο σαλόνι κατά κύματα, σαν τον ρυθμικό αχό μιας φουρτουνιασμένης θάλασσας.

Το σαλόνι δεν ήταν άδειο. Στον σκούρο-κόκκινο καναπέ του κάθονταν δύο Άγγελοι. Φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια από γκρίζο ύφασμα και λευκά πουκάμισα. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά και λαμπερά. Έπεφταν στους ώμους τους σαν χρυσαφένιοι καταρράκτες. Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά, με τέλεια χαρακτηριστικά, σχεδόν ανδρόγυνα, και εξέπεμπαν ένα είδος άχρονης νεανικότητας. Κατά κάποιο τρόπο ωστόσο, ο ένας απ’ αυτούς, αυτός που καθόταν στο δεξί μέρος του καναπέ, έμοιαζε μεγαλύτερος σε ηλικία, κάπως πιο ώριμος. Καθώς κάθονταν στραμμένοι ο ένας προς τον άλλο, τα διπλωμένα φτερά τους που εκτείνονταν πίσω απ’ τις πλάτες τους και έφταναν μέχρι το ταβάνι, διαγράφονταν ολόλευκα και άσπιλα μέσα στο μισοσκόταδο, όμορφα σαν το βελούδινο φτέρωμα ενός αυτοκρατορικού κύκνου.

«Έχω κάτι να σου πω», μουρμούρισε ο δεξιός Άγγελος κοιτάζοντας σκεφτικά τον σύντροφό του.

«Σε ακούω», του απάντησε εκείνος.

Ήταν εντελώς ακίνητοι, και οι δυο τους. Τα πρόσωπά τους εξέπεμπαν μια υπερφυσική γαλήνη και μόνο τα φτερά τους έτρεμαν ανεπαίσθητα, σαν να αποτελούσαν το μοναδικό μέσο εξωτερίκευσης των συναισθημάτων τους.

«Πολύ γρήγορα θα απαλλαχτείς απ’ τα καθήκοντά σου».

«Θα συμβεί κάποια αλλαγή»; τον ρώτησε ο συνομιλητής του.

«Ναι, είναι σίγουρο πλέον. Η Δήμητρα θα περάσει στην άλλη πλευρά. Αύριο κιόλας».

«Πώς θα συμβεί αυτό»; Για πρώτη φορά ένας απαλός μορφασμός χαράχτηκε στο πρόσωπο του αριστερού Αγγέλου. Μια λεπτή ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του.

«Θα είναι γρήγορο και αρκετά ανώδυνο. Καθώς θα διασχίζει ένα δρόμο για να πάει στη δουλειά της, θα τη χτυπήσει ένα αυτοκίνητο που δεν θα σταματήσει εγκαίρως γιατί ή προσοχή του οδηγού του θα είναι διασπασμένη. Ο τραυματισμός που θα υποστεί θα είναι πολύ σοβαρός. Θα πεθάνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία μέσα σε μισή ώρα».

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων η καρδιά μου άρχισε να βροντοχτυπάει. Ένα κύμα παγωμένου ιδρώτα με κάλυψε ολόκληρο και άνοιξα το στόμα μου για να τους μιλήσω αλλά προτού καν προλάβω ν’ ανασάνω, το μισοσκότεινο σαλόνι με τους Αγγέλους έσβησε και βρέθηκα ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου να κοιτάζω έντρομος το σκοτεινό ταβάνι.

 

2

Γύρισα ενστικτωδώς προς το πλάι και αντίκρισα το προφίλ της Δήμητρας. Κοιμόταν ειρηνικά στο πλευρό μου. Έμοιαζε με απαλή σκιά. Διαγραφόταν σαν απαλή κορυφογραμμή μπροστά στην αχνή ανταύγεια απ’ τα φώτα του δρόμου που απλώνονταν στην κουρτίνα της κρεβατοκάμαράς μας. Ανέπνεε αργά και ρυθμικά, ήρεμα όπως πάντα, κολυμπώντας στη μυστική θάλασσα των όμορφων ονείρων της. Σκέφτηκα να τη φιλήσω αλλά τελικά άλλαξα γνώμη γιατί δεν θέλησα να την ξυπνήσω. Γύρισα απ’ την άλλη, με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις, και εστίασα τα μάτια μου στις ψηφιακές ενδείξεις του ρολογιού που έλαμπαν πάνω στο κομοδίνο. Ήταν τρεις και μισή το πρωί.

Τι παράξενο όνειρο! Πόσο αλλόκοτα ρεαλιστικό! Εκείνη τη στιγμή μια παλαιότερη ανάμνηση αναδύθηκε στο μυαλό μου, μια μικρή φυσαλίδα που έσκασε στην επιφάνεια του μνημονικού μου λες και είχε ξεπηδήσει απ’ τον πυθμένα ενός αρχαίου πηγαδιού.

Είχα ξαναδεί ένα τέτοιο όνειρο, πριν από πολλά-πολλά χρόνια. Όταν ήμουν έξι ετών. Εκείνη την εποχή ο παππούς μου είχε αρρωστήσει βαριά και νοσηλευόταν σε κάποιο νοσοκομείο. Ένα βράδυ λοιπόν, τον είδα στον ύπνο μου, ξαπλωμένο στο νοσοκομειακό κρεβάτι, σε κάποια μονάδα εντατικής θεραπείας, περιτριγυρισμένο από μηχανήματα και λεπτούς σωλήνες που έμπαιναν στα χέρια του. Μια πλαστική μάσκα οξυγόνου σκέπαζε το πρόσωπό του. Δίπλα του, μέσα στο σκοτάδι που το απάλυναν οι φωτεινές ενδείξεις των μηχανών και του φωτός που έλαμπε αχνά πάνω απ’ το κεφάλι του κρεβατιού, στεκόταν ένας Άγγελος. Ήταν όμοιος μ’ αυτούς που μόλις είχα δει και ακούσει να συζητάνε για τον επικείμενο θάνατο της γυναίκας μου στο σαλόνι του σπιτιού μας. Το κεφάλι εκείνου του Αγγέλου ήταν σκυμμένο. Κρατούσε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και το βλέμμα του έμενε καρφωμένο πάνω στο ισχνό πρόσωπό του παππού μου, σαν κάτι να περίμενε. Μπορούσα να ακούσω τον απαλό βόμβο των μηχανημάτων που κρατούσαν τον παππού μου ζωντανό, την ρηχή και ελαφρά συριστική του ανάσα που έβγαινε με κόπο απ’ το σκελετωμένο στήθος του και τ’ απόμακρα βήματα μιας νοσοκόμας που περπατούσε σε κάποιον έρημο διάδρομο. Μετά ξύπνησα, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το καντράν του παλιομοδίτικου ξυπνητηριού που έστεκε κοντά στο προσκεφάλι μου. Η ώρα ήταν τρεις και μισή.

Η ζωντάνια του ονείρου μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά αυτό που το έκανε να χαραχτεί για πάντα στο μνημονικό μου ήταν το γεγονός ότι το ίδιο κιόλας πρωινό βρήκα τη μητέρα μου κλαμένη. Και μετά έμαθα ότι ο παππούς μου, ο πατέρας της, είχε πεθάνει το ίδιο εκείνο βράδυ από ανακοπή.

 

3

Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε μαρτυρικά. Οι σκέψεις που διαδέχονταν η μία την άλλη μέσα στο κεφάλι μου ήταν απαίσιες, η μια χειρότερη από την άλλη. Και αν το όνειρο που είχα δει ήταν προφητικό; Και αν ήταν γραπτό να πεθάνει η Δήμητρα; Τι νόημα θα είχε η ζωή μετά από κάτι τέτοιο;

Περίμενα το ξημέρωμα δίπλα της, στο πλευρό της, παρατηρώντας τη μορφή της μέσα στο σκοτάδι που γκριζάριζε σιγά-σιγά με τον ερχομό της αυγής. Εκείνη κοιμόταν ατάραχη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της, τα καστανά μαλλιά της απλώμενα σαν φωτοστέφανο πάνω στο μαξιλάρι της. Έμοιαζε υπερφυσικά ήρεμη, γαλήνια. Ήταν λες και είχε αποδεχτεί το θάνατο που την πλησίαζε.

Άθελά μου ρίγησα. Την αγαπούσα τη γυναίκα μου. Ήταν το φως της ζωής μου. Είχαμε γνωριστεί τυχαία, ένα καλοκαίρι, στην παραλία κάποιου αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω από την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα και ο ουρανός είχε αποκτήσει μια βιολετιά απόχρωση που ήταν απαλή σαν το μετάξι. Τα πρώτα αστέρια τρεμόφεγγαν στον ουρανό και η θάλασσα αναδευόταν ήρεμη και σιωπηλή, στολισμένη με λουλακί και ρόδινες αποχρώσεις. Είχα αφήσει την παρέα μου να διασκεδάζει σε κάποιο κοντινό μπαράκι. Με είχαν κουράσει τα ρηχά αστεία που ανταλλάσσαμε, τρεις άνδρες μόνοι και ψιλο-απελπισμένοι, που έπαιζαν το ρόλο των κυνηγών-εραστών κοιτάζοντας σαν ηλίθιοι όποια γυναίκα περνούσε από μπροστά τους. Και ξαφνικά, εκεί όπου καθόμουν δίπλα στο νερό και παρακολουθούσα τα κύματα να λιώνουν στην άμμο, ένιωσα κάποιον να σκύβει από πάνω μου και μια λεπτή φωνή να με ρωτάει ευγενικά, αν ήξερα τι ώρα είναι. Σήκωσα το κεφάλι μου και το βλέμμα μου βυθίστηκε για πρώτη φορά μέσα στα βελούδινα μάτια μιας όμορφης κοπέλας που με κοιτούσε χαμογελώντας ντροπαλά.

Όλα όσα ακολούθησαν έμοιαζαν με τα βήματα ενός όμορφου χορού που ξεδιπλωνόταν αβίαστα μεταξύ  μας, βήμα με βήμα. Η πρώτη μου εντύπωση, ότι η Δήμητρα ήταν ένα άτομο εξαιρετικό και ότι ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, αποδείχτηκε απόλυτα σωστή.  Ήταν πάντα απλή και ειλικρινής. Το μυαλό της έμοιαζε με λευκή φλόγα που έλαμπε ζωηρά μέσα στο σκοτάδι και εξέπεμπε μια αύρα ζεστασιάς και καλοσύνης που την περίβαλλε σαν φωτεινό σύννεφο. Ήταν εκπληκτική. Αγαπούσε το κάθε το απλά και αβίαστα, χωρίς ανασφάλειες άγχη και υποκρισίες και οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς σ’ εκείνο τον αέρα της ενδόμυχης στοργής που εξέπεμπε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη φορά που περιμέναμε στην ουρά για να μπούμε σε κάποιο κινηματογράφο και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας είχε αρχίσει να συζητάει με μια άγνωστη κυρία που στεκόταν μπροστά μας σαν να ήταν φιλενάδες από χρόνια. Υποψιαζόμουν ότι ήταν μόνιμα συντονισμένη στις συχνότητες ενός άλλου κόσμου, ενός σύμπαντος που ήταν πιο φωτεινό και όμορφο απ’ το δικό μας και πως μέσα από εκείνη, λίγο από το φως του άγγιζε και τις δικές μας γκρίζες και άχαρες ζωές.

 

4

Η μέρα κύλησε εφιαλτικά, φορτωμένη με μια αβάσταχτη βραδύτητα που δεν κατάφερνα να ξεπεράσω. Προσπάθησα να ξεχαστώ με τις υποθέσεις του γραφείου μου, αλλά ξανά και ξανά, ανάμεσα στις σελίδες των δικογραφιών και των συμβολαιογραφικών πράξεων που πάσχιζα να διαβάσω, το παράξενο όνειρο ξεδιπλωνόταν ασταμάτητα. Σκέφτηκα πολλές φορές να πάρω τη Δήμητρα στο κινητό, έτσι για να βεβαιωθώ ότι είναι καλά, αλλά υπήρχε κάτι που με απέτρεπε: Η σκέψη ότι έτσι θ’ άφηνα τις παρανοϊκές μου εμμονές να αναλάβουν τον έλεγχο των πράξεών μου. Εξάλλου, η Δήμητρα με είχε παρακαλέσει να μην την παίρνω τηλέφωνο την ώρα της δουλειάς της εκτός και αν μου συνέβαινε κάτι το πραγματικά σοβαρό, γιατί έχανε την αυτοσυγκέντρωσή της και επιπλέον θα είχε να αντιμετωπίσει και τον εκνευρισμό της δύστροπης προϊσταμένης της.

Καθώς πλησίαζε το απόγευμα και η μέρα έφτανε στο τέλος της, άρχισα να  νιώθω όλο και καλύτερα. Άρχισα να αναπνέω πιο εύκολα. Τη θέση της αγωνίας πήρε μια αυξανόμενη ανυπομονησία να κλείσω το γραφείο και να επιστρέψω τρέχοντας στο σπίτι μου, να βρω τη Δήμητρα σώα και αβλαβή, να με υποδέχεται με ένα γλυκό χαμόγελο και μ’ ένα ακόμα γλυκύτερο φιλί

Όπερ και εγένετο. Άφησα το αυτοκίνητο στην πυλωτή, ξεκλείδωσα την είσοδο της πολυκατοικίας μας και μπήκα στο ασανσέρ σαν σε όνειρο.

Όταν άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μας βρέθηκα αντιμέτωπος με μια βαθιά σιωπή και ένα εξίσου βαθύ σκοτάδι. Η Δήμητρα δεν ήταν εκεί και το σπιτικό μας ήταν εντελώς σιωπηλό.

Εκείνη τη στιγμή, καθώς στεκόμουν όρθιος στο κατώφλι της εξώπορτας, με το δεξί μου χέρι να σφίγγει το χερούλι της δερμάτινης τσάντας μου και το αριστερό να κρατάει το σακάκι μου, ένιωσα τον τρόμο και την αγωνία εκείνης της ατελείωτης ημέρας  ν’  αναδεύεται και πάλι και να με κατακλύζει σαν πλημμυρίδα. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό το πράγμα, μετά από πέντε χρόνια έγγαμου βίου. Πρώτη φορά έβρισκα το σπίτι άδειο και σκοτεινό, τη Δήμητρα να μη με περιμένει. Ίσως το όνειρο να είχε βγει αληθινό τελικά. Ίσως η Δήμητρα να ήταν ήδη νεκρή, τσακισμένη κάτω απ’ τους τροχούς κάποιου ανεγκέφαλου οδηγού.

Έκανα μερικά βήματα μέσα στο κατασκότεινο σαλόνι. Τα δάχτυλα μου ψηλάφισαν τον ηλεκτρικό διακόπτη. Το λευκό φως του ηλεκτρισμού με θάμπωσε σαν τη λάμψη μιας πυρηνικής έκρηξης.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου πολλές φορές και τελικά, καθώς το σαλόνι μας έπαψε να κολυμπάει μπροστά μου. Αντίκρισα ένα θέαμα που μ’ έκανε να πέσω στα γόνατα και να καταπνίξω έναν τεράστιο λυγμό:

Στον καναπέ, εκεί όπου είχα ονειρευτεί τους δυο αγγέλους να μιλούν, ξάπλωνε η Δήμητρα. Την σκέπαζε μια καρό κουβέρτα. Κοιμόταν ειρηνικά. Εξερευνούσε τους φωτεινούς κόσμους της ψυχής της για μια ακόμα φορά, εντελώς ανυποψίαστη για τη λυτρωτική καταιγίδα της εκρηκτικής ανακούφισης που με είχε κυριεύσει.

 

5

Αναδεύτηκε πάνω στον καναπέ, ενοχλημένη απ’ το φως και τους πνιχτούς ήχους της αναπνοής μου. Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε κατάπληκτη:

«Τι έχεις»; Φώναξε τρομαγμένη. Στη συνέχεια, γλυκιά και γρήγορη όπως πάντα, πέταξε την κουβέρτα από πάνω της, έπεσε στα γόνατα και με αγκάλιασε σφιχτά. Το υπέροχο άρωμα του δέρματος και των μαλλιών της με τύλιξε με τρυφερότητα.

Οι απαραίτητες εξηγήσεις δόθηκαν πολύ αργότερα, ύστερα από ένα παραλήρημα χαράς. Της αφηγήθηκα το όνειρο με όλες τις λεπτομέρειες που μπορούσα να θυμηθώ και εκείνη, φωλιασμένη στην αγκαλιά μου, με κοίταζε αμίλητη, με τα εξαίσια μάτια της πελώρια, γεμάτα από ένα καθηλωτικό δέος:

«Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις», μου είπε ψιθυριστά, λες και καθόμασταν στα στασίδια κάποιας εκκλησίας, «αλλά σήμερα πραγματικά παραλίγο να χάσω τη ζωή μου»!

«Δηλαδή»; Τη ρώτησα σφίγγοντας την πάνω στο στήθος μου.

«Στο δρόμο προς τη δουλειά, την ώρα που στεκόμουν δίπλα σ’ ένα φανάρι και περίμενα να γίνει πράσινο, είδα δίπλα μου μια γριούλα. Ήταν τόσο καμπουριασμένη που τη λυπήθηκα και αν και είχα ήδη αργήσει, της πρότεινα να τη βοηθήσω να περάσει το δρόμο γιατί έμοιαζε να δυσκολεύεται να περπατήσει. Τέλος πάντων, την πήρα από το χέρι και μόλις το φανάρι έγινε πράσινο για τους πεζούς, διασχίσαμε σιγά-σιγά το δρόμο μαζί. Το παράξενο είναι ότι με το που κάναμε το πρώτο βήμα, πέρασε μπροστά μας ένα τεράστιο τζιπ που ο οδηγός του φώναζε σαν μανιακός. Μισό μέτρο πιο μέσα στο δρόμο να ήμασταν, θα μας είχε σκοτώσει και τις δύο»!

 

6

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα τρισευτυχισμένος. Ευτυχώς φαίνεται, ακόμα και οι Άγγελοι κάνουν λάθος κάποιες φορές!

Το ίδιο εκείνο βράδυ ωστόσο τους είδα και πάλι, μέσα στο μισοφωτισμένο σαλόνι, με το ρόδινο φως του ήλιου να μπαίνει λοξά από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα και τις κουρτίνες ν’ ανεμίζουν.

Κάθονταν στον καναπέ μας, ο ένας απέναντι από τον άλλο. Τα μαξιλάρια του βούλιαζαν από το βάρος των σωμάτων τους. Τα φτερά τους ιρίδιζαν στο φως σαν κρυστάλλινα παραπετάσματα και οι φωνές του ηχούσαν γαλήνιες και απαλές μέσα στη σιωπή, όμορφες σαν ασημένιες κωδωνοκρουσίες.

«Μου είχες πει ότι η Δήμητρα θα πέθαινε απόψε», δήλωσε ο Άγγελος που καθόταν στ’ αριστερά. Η φωνή του χρωματιζόταν από μια αχνή πινελιά απορίας.

«Έτσι ήταν κανονισμένο. Σύμφωνα πάντα με τις δυνάμεις που καθορίζουν το πεπρωμένο της».

«Ναι, αλλά δεν πέθανε τελικά! Τι ήταν αυτό που υπερνίκησε αυτές τις πανίσχυρες δυνάμεις»;

«Η ίδια τις νίκησε. Όταν αποφάσισε να βοηθήσει εκείνη την ανήμπορη γερόντισσα να διασχίσει το δρόμο, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι με αυτή την κίνηση που έκανε θα καθυστερούσε να πάει στη δουλειά της. Επέλεξε να δράσει με γνώμονα την αγάπη γιατί νοιάστηκε για την τύχη ενός ανθρώπου περισσότερο από ότι για το προσωπικό της συμφέρον. Αυτή η πράξη στάθηκε αρκετή για να αλλάξουν τα πάντα. Γιατί βλέπεις, η αγάπη είναι η ισχυρότερη δύναμη σε ολόκληρο το σύμπαν. Και η καλοσύνη της Δήμητρας αποδείχτηκε ισχυρότερη από τις τυφλές δυνάμεις του πεπρωμένου που καθορίζουν τη ζωή της»!

 

Main Image Reference

Tags: The Weird Side Daily , αγάπη , άγγελος , άμμος , ανακοπή , άρωμα , αυτοκίνητο , βράδυ , γαλήνη , γραφείο , γυναίκα , Δήμητρα , διακόπτης , διήγημα , διήγημα φαντασίας , διήγημα φανταστικού , δουλεία , δρόμος , δυνάμεις , δύναμη , εμμονή , εντατική θεραπεία , εραστής , Έρικ Σμυρναίος , ζωή , θάλασσα , θάνατος , ιστορία , καθήκον , καλοκαίρι , καναπές , Κινηματογράφος , κινητό , κόσμος , κουβέρτα , κρεβάτι , λυγμός , μαλλιά , μάσκα , μάτια , Μουσική , μπαρ , μυαλό , νοσοκομείο , νύχτα , Όνειρα , όνειρο , οξυγόνο , παππούς , παράθυρο , πεπρωμένο , πηγάδι , προφητεία , ρολόι , σαλόνι , σκέψεις , Σκιά , σκοτάδι , σπίτι , σύμπαν , συναίσθημα , σύντροφος , Τηλεόραση , τηλεφώνημα , τηλέφωνο , τραυματισμός , τρόμος , τύχη , ύπνος , φλόγα , φτερά , φωνή , φως , Χορός

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε Οκτώβριος 4, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.