Τα δέντρα απέπνεαν μια γλυκύτατη δροσιά. Με τύλιγαν με τα πέπλα μιας λεπτής ομίχλης που έμοιαζε φτιαγμένη από ασημένιες ίνες, από πανάλαφρους ιστούς αράχνης που φεγγοβολούσαν στο φως της νεογέννητης ανατολής. Τα φύλλα τους θρόιζαν απαλά, έμοιαζαν ν’ ανταλλάσσουν αρχαία μυστικά καθώς ζεσταινόταν στο φως της καινούργιας μέρας.
Στο δάσος απλωνόταν μια αίσθηση γαλήνης.
Στάθηκα στο κέντρο του ξέφωτου και κοίταξα τις κορφές των δέντρων που διαγράφονταν γύρω μου σαν γκρίζα αποτυπώματα πίσω απ’ το πέπλο της λευκής ομίχλης. Λικνίζονταν απαλά και ήταν πανύψηλες. Εκείνα τα δέντρα ήταν πανάρχαια. Πολλών εκατοντάδων ετών το δίχως άλλο. Είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από αρρώστιες και καταιγίδες, από κλιματικές αλλαγές και επιθέσεις πεινασμένων εντόμων, ακόμα και από το καταστροφικό χέρι του ανθρώπου που με τις μηχανές του λεηλατούσε τη Γη. Είχαν κάτι το ιερό. Έμοιαζαν με σοφούς γέροντες που συμπύκνωναν μέσα τους μια γνώση που είχε γίνει πια διαχρονική. Ήταν στιβαρά. Μπροστά τους ακόμα και ο θάνατος έμοιαζε ασήμαντος.
Γονάτισα πάνω στο νοτισμένο χορτάρι και το βλέμμα μου ταξίδεψε πάνω στους κάλυκες των αγριολούλουδων που φύτρωναν ανάμεσά στις πράσινες λεπίδες του. Ήταν κλειστοί ακόμα καθώς δεν είχαν προλάβει να τους ξυπνήσουν οι χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου. Η ομίχλη έγνεθε γύρω τους λεπτά κρόσσια που στροβιλίζονταν αθόρυβα και στόλιζαν τα φύλλα τους με κρυσταλλένιες σταγόνες υγρασίας. Η κάθε μια τους φυλάκιζε μέσα της ένα μικροσκοπικό ουράνιο τόξο που σπινθηροβολούσε σαν πολύχρωμο αστεράκι. Μια λιβελούλα που έμοιαζε με κόσμημα, τυλιγμένη μ’ έναν αστραφτερό μανδύα δροσοσταλίδων, ανάδευε τα διάφανα φτερά της καθώς ετοιμαζόταν να ξυπνήσει. Τα κοίταξα με θαυμασμό. Θύμιζαν τα υαλογραφήματα που βλέπει κανείς στα τοξωτά παράθυρα ενός καθεδρικού ναού.
Ξάπλωσα καταγής, πάνω στο υγρό χορτάρι και γύρισα ανάσκελα, ώστε το βλέμμα μου να ατενίζει τον βαθυγάλανο ουρανό. Η ομίχλη διαλυόταν. Τα πρώτα τραγούδια των πουλιών του δάσους που ξυπνούσαν ένα-ένα και αντάλλασσαν διστακτικούς χαιρετισμούς, φτερούγιζαν στην ακίνητη ατμόσφαιρα. Το αεράκι είχε κοπάσει. Οι βαθυπράσινες κορφές των δέντρων σχημάτιζαν ένα δαχτυλίδι που έμοιαζε να στηρίζει τα λευκά σύννεφα που ταξίδευαν αθόρυβα στην ουράνια απεραντοσύνη.
Ανάμεσά τους διέκρινα μια λεπτή γραμμή από κατεψυγμένους υδρατμούς. Κινούταν πολύ γρήγορα για να είναι ένα επιβατικό αεροπλάνο και χάραζε μια ευθύγραμμη τροχιά ανάμεσα στους αφράτους όγκους τους. Κάποιος πύραυλος κατά πάσα πιθανότητα.
Η τελική αναμέτρηση είχε ξεκινήσει.
Έβγαλα το κινητό από την τσέπη του παντελονιού μου και κοίταξα την οθόνη του. Δεν είχα σήμα. Κατά πάσα πιθανότητα σε λίγο θα έπαυε να λειτουργεί εντελώς χτυπημένο από τους ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς των πυρηνικών εκρήξεων που θα διέτρεχαν ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Δεν είχε μεγάλη σημασία. Στο κάτω-κάτω τη γραφής, μέσα στις επόμενες ώρες δεν θα υπήρχαν και πολλοί άνθρωποι για να επικοινωνήσω μαζί τους.
Ούτε και ενδιαφερόμουν να κάνω κάτι τέτοιο.
Αυτή ήταν το πιο σημαντικό. Τα είχα αφήσει όλα πίσω μου, γνωστούς, φίλους, δουλειά και περιουσία και είχα έρθει εδώ, όταν κατάλαβα επιτέλους τι ήταν αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Οικογένεια δεν είχα φτιάξει, οι γονείς μου είχαν πεθάνει από τις αρρώστιες που φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και όπως κατάφερα να διαπιστώσω τις τελευταίες λίγες μέρες, καθώς παρακολουθούσα τον αυξανόμενο τρόμο και στην υστερία που έφερνε μαζί του το άμεσο μέλλον, κανείς δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για μένα.
Μια εικόνα του χώρου που σπαταλούσα οκτώ ώρες από τη ζωή μου καθημερινά, από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή, κάθε βδομάδα, αναδύθηκε στις σκέψεις μου. Άδειος την τελευταία μέρα που τον είχα δει, οι φωτεινές οθόνες πάνω σε κάθε γκρι γραφείο σβησμένες, τα λευκά φώτα φθορισμού που κρεμόταν από ένα ταβάνι από μεταλλικούς σωλήνες κλιματισμού, κρύα και αποστειρωμένα. Ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν ακόμα εκεί μέσα, εκτός από μένα φυσικά, ήταν μια κοπέλα η οποία καθόταν σε ένα γραφείο πανομοιότυπο με το δικό μου και κοιτούσε με έντονο ύφος την οθόνη του υπολογιστή της. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθια, φόρεσε ένα δερμάτινο τζάκετ και βγήκε από την αίθουσα δίχως καν να με χαιρετήσει.
Έμεινα μόνος. Εκείνη ήταν η στιγμή που ανακάλυψα πια τι ήθελα να κάνω.
Προτού καταλήξω σε αυτό το ξέφωτο, είχα εξερευνήσει λιγάκι το δάσος. Το είχε βρει άδειο. Άδειο με την έννοια ότι δεν συνάντησα άλλους ανθρώπους πουθενά. Ακόμα και στο πάρκινγκ που απλωνόταν στις παρυφές του δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο. Λογικό. Προφανώς κανείς δεν ήταν τόσο τρελός ώστε να θελήσει να περάσει τις τελευταίες ώρες του κόσμου σ’ ένα απόμερο δάσος. Φαντάζομαι ότι όση ώρα περιφερόμουν μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα από τεράστιους κορμούς αιωνόβιων δέντρων και πυκνές φυλλωσιές που έκρυβαν το φως του φεγγαριού, εκείνοι γέμιζαν υπόγεια με προμήθειες, με κονσερβαρισμένο φαγητό, με πλαστικές μπουκάλες νερού, με φάρμακα και άλλα ήδη πρώτης ανάγκης. Όλοι εκτός από μένα που δεν είχα τίποτα να χάσω πραγματικά όταν θα έσκαγαν οι βόμβες, τίποτα εκτός από την ίδια μου τη ζωή.
Ένιωσα πολύ κουρασμένος ξαφνικά. Σχεδόν εξουθενωμένος. Αλλά πλημμυρισμένος συνάμα από ένα συναίσθημα βαθύτατης γαλήνης. Είχα παίξει και είχα χάσει. Μια σειρά αρνητικών συγκυριών με είχε αποτρέψει από το να γνωρίσω τον έρωτα, από το να μοιραστώ τη ζωή μου με κάποιο άλλο ανθρώπινο πλάσμα, από το να χτίσω μια πραγματική ζωή. Οικονομική στενότητα, συναισθηματικά τραύματα, μια σειρά από ατυχίες, ίσως και ο χαρακτήρας μου σε μια κοινωνία που είχε γίνει υπερβολικά ανταγωνιστική, ηδονοθηρική, δυσανεκτική προς την αποτυχία, εχθρική προς κάθε είδους μετριότητα.
Τώρα όλα αυτά είχαν γίνει ασήμαντα. Πέθαιναν κάτω από τα κύματα του τρόμου που ξεσήκωνε αυτό που πλησίαζε. Πίσω τους άφηναν μια σιωπή που βάθαινε ολοένα και η απουσία τους επέτρεπε στα ρεύματα μιας λυτρωτικής ανακούφισης να ξεπλύνουν την ψυχή μου από δεκαετίες οργής, φόβου και ανασφάλειας.
Άπλωσα τα χέρια μου πάνω στο γρασίδι και χάιδεψα τους μίσχους του με τρυφερά δάχτυλα. Σε λίγο όλα θα τελείωναν. Αλλά αυτή τη στιγμή, αυτά τα λίγα λεπτά που μου είχαν απομείνει, το σύμπαν είχε αποφασίσει να μου χαρίσει μια ύστατη αναλαμπή ειρήνης, μια μικρή έκρηξη χαράς. Λες και ήθελε να με αποζημιώσει για τις δεκαετίες του άγχους και του φόβου που είχα υποστεί, για τις ασταμάτητες πιέσεις ενός ανθρώπινου πλήθους που επιδίδονταν σε πράξεις κανιβαλιστικές και μεταμφιεσμένες κάτω από όμορφες λέξεις όπως είναι η «καταξίωση» η «επιτυχία» η «ανέλιξη» η «πρόοδος». Άραγε, τι θα έμενε ζωντανό από όλες αυτές τις συλλογικές αυταπάτες όταν οι ατομικές εκρήξεις θ’ απανθράκωναν τον κόσμο;
Εκείνη τη στιγμή η γαλήνη του ξέφωτου αναταράχτηκε. Μια αλληλουχία από γοργά βήματα αναστάτωσε τη μελωδία των αγουροξυπνημένων πουλιών. Ήταν βήματα ανθρώπου. Ανακάθισα ξαφνιασμένος. Στην άκρη του ξέφωτου, ανάμεσα σε δυο κορμούς που έμοιαζαν με πελώριους κίονες, ξεπρόβαλλε η φιγούρα μιας γυναίκας. Μια αστραπή ενόχλησης χόρεψε μέσα μου: Μα ούτε εδώ δεν μπορούσα να ησυχάσω επιτέλους;
Η γυναίκα στήλωσε τα μάτια της επάνω μου και διάβασα στο πρόσωπό της έναν μορφασμό ενόχλησης, παρόμοιο με αυτόν που είχε ξυπνήσει μέσα στο δικό μου μυαλό. Η γλώσσα της ωστόσο ήταν πιο γρήγορη από τη δική μου. Καθώς καθόμουν στη μέση του ξέφωτου σαν ηλίθιος, εκείνη σταμάτησε να κινείται, πήρε μια βαθιά ανάσα για να σταθεροποιήσει τη φωνή της και μου είπε το εξής:
«Με συγχωρείτε, δεν γνώριζα ότι το μέρος είναι κατειλημμένο»!
Η σοφιστικέ ειρωνεία που χρωμάτιζε τη φωνή της κατάφερε να με θυμώσει.
«Φαντάζομαι πως απογοητευτήκατε πολύ,» της απάντησα με το ίδιο ύφος, «Αλλά μην με κατηγορείτε! Δεν ήξερα ότι είχατε κλείσει και εσείς θέση»!
Η απάντηση μου φάνηκε να την ξαφνιάζει. Το πρόσωπό της άλλαξε έκφραση. Έγινε κενό για μια στιγμή. Πάγωσε σε έναν μορφασμό έκπληξης που τη διαδέχτηκε μια γκριμάτσα παραίτησης.
«Ίσως στάθηκα αγενής και σας ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό», μου απάντησε. «Δεν θα σας ενοχλήσω περισσότερο. Καλή συνέχεια σας εύχομαι»!
Έκανε μια κίνηση να μου γυρίσει την πλάτη και να ξαναχαθεί μέσα στις σκιές του δάσους.
«Περιμένετε, σας παρακαλώ»! Φώναξα άθελα μου. Κάτι στις απαντήσεις της με είχε ιντριγκάρει. Είχαν μια ασυνήθιστη ποιότητα. Σίγουρα δεν ήταν το είδος των απαντήσεων που θα περίμενε κανείς από ένα ανθρώπινο πλάσμα που βρισκόταν στα όρια του πανικού καθώς ο κόσμος πλησίαζε στο τέλος του.
Έμεινε ακίνητη για ένα με δυο δευτερόλεπτα και μετά με κοίταξε επιφυλακτικά:
«Παρακαλώ», μου απάντησε. «Σας ακούω. Υπάρχει κάτι που θέλετε να μου πείτε»;
«Υποψιάζομαι πως έχετε έρθει εδώ πέρα για να απολαύσετε κάποιες στιγμές ηρεμίας και ομορφιάς τώρα που όπου να’ ναι θα καούν τα πάντα».
«Ίσως να είναι και έτσι», σχολίασε εκείνη διατηρώντας το ίδιο επιφυλακτικό ύφος.
«Και εγώ για αυτό το λόγο βρίσκομαι εδώ πέρα».
«Και γιατί μου το λέτε αυτό»;
«Γιατί μπορούμε να συμβιβαστούμε. Να βρούμε κάποιο κοινό έδαφος συνεννόησης. Θα ήταν κρίμα να περάσουμε τις τελευταίες μας στιγμές καυγαδίζοντας σαν….»
Με διέκοψε:
«Σαν όλους τους άλλους θέλετε να πείτε»;
Δίστασα αιφνιδιασμένος.
«Ναι», συμφώνησα μαζί της. «Σαν όλους αυτούς που μας έφεραν εδώ πέρα».
Η γυναίκα έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Ίσως και να έχετε δίκιο», συγκατένευσε τελικά, «Μπορώ να καθίσω κοντά σας; Νιώθω και εγώ την ανάγκη να απολαύσω αυτό το ξέφωτο».
Μετακινήθηκα πιο πέρα για να της δώσω να καταλάβει ότι η απάντησή μου ήταν καταφατική. Εκείνη με πλησίασε και κούρνιασε δίπλα μου σαν κουρασμένο πουλί. Η ομίχλη είχε διαλυθεί εντελώς στο μεταξύ και ο αέρας είχε αποκτήσει μια κρυστάλλινη ποιότητα καθώς πλημμύριζε από το πρωινό φως του ήλιου. Μέσα από την απόλυτη διαφάνεια του της έριξα ένα εξεταστικό βλέμμα. Δεν ήταν όμορφη με τη συμβατική έννοια γιατί τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν κάπως βαριά και ασύμμετρα αλλά τα μάτια της, γκρίζα και φωτεινά, είχαν μια δύναμη που αιχμαλώτιζε την προσοχή του συνομιλητή της. Τα μαλλιά της ήταν σκουρόχρωμα και απεριποίητα, κομμένα σε αγορίστικο στυλ και τα ρούχα που φορούσε ήταν απλά και χρηστικά. Κατά τα άλλα ήταν νευρώδης και λεπτή. Έμοιαζε λιγάκι με σπουργίτι αλλά με ένα σπουργίτι που ήταν διατεθειμένο να πεθάνει μαχόμενο σε περίπτωση που κάποιος απειλούσε την ελευθερία του.
«Και τώρα, τι;» με ρώτησε κοιτάζοντας με κατάματα.
«Και τώρα περιμένουμε», της απάντησα λακωνικά.
Εκείνη κατάφερε να με ξαφνιάσει για δεύτερη φορά: Έγειρε πίσω το κεφάλι της και έβαλε τα γέλια. Το γέλιο της ήταν πλούσιο και βαθύ. Δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι θα μπορούσε να βγαίνει από ένα τόσο μικρό σώμα.
Προτού προλάβω να τη ρωτήσω τι το τόσο αστείο την είχε κάνει να γελάσει τόσο πολύ, αυτή με πρόλαβε.
«Λοιπόν, ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι θα μοιραζόμουν τις τελευταίες μου στιγμές με έναν άγνωστο στη μέση ενός δάσους, μέσα σ’ ένα ξέφωτο»!
«Και πώς θα προτιμούσατε να περάσετε τις τελευταίες σας ώρες; Σε κάποιο νοσοκομείο ή κατάκοιτη σ΄ ένα κρεβάτι»;
Η απάντηση μου μετρίασε τα γέλια της και την έκανε να διστάσει. «Νομίζω πως έχετε δίκιο», συμπέρανε. «Κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα έτσι! Φαντάζεστε να είμασταν κλεισμένοι σε κάποιο καταφύγιο μαζί με δεν ξέρω και εγώ πόσους άλλους υστερικούς; Με μωρά να κλαίνε, γυναίκες να προσεύχονται και άντρες να προσπαθούν να μην τα κάνουν πάνω τους»;
«Με τίποτα», σχολίασα και εγώ με τη σειρά μου. «Εδώ είμαστε πιο καλά. Τουλάχιστον παραμένουμε αξιοπρεπείς».
Αυτό το τελευταίο μου σχόλιο, περί αξιοπρέπειας, φάνηκε να της τραβά την προσοχή. Ανακάθισε δίπλα μου, σταύρωσε τα πόδια της και έβγαλε ένα χάρτινο κουτάκι από την τσέπη του χαλαρού τζιν παντελονιού που φορούσε:
«Μια και μιλάμε για αξιοπρέπεια, έχω έρθει προετοιμασμένη και για αυτό», δήλωσε με ένα ύφος που ήταν τόσο ανέμελο λες και μιλούσε για κάτι το εντελώς ασήμαντο και καθημερινό:
«Έχω φέρει μαζί μου αυτά τα χάπια. Είναι ισχυρά ηρεμιστικά. Σκοπεύω να τα καταπιώ όλα μαζί σε περίπτωση που παραμείνω ζωντανή για πολλή ώρα».
«Και εγώ το ίδιο έχω κάνει», της απάντησα καθώς έβγαζα από την τσέπη του δικού μου παντελονιού ένα παρόμοιο κουτάκι.
Κοιταχτήκαμε αμίλητοι για λίγο, εντυπωσιασμένοι από την ομοιότητα των πράξεων μας αλλά κυρίως, από την διαπίστωση πως βρισκόμασταν εδώ πέρα, μόνοι, σε τούτο το κρυμμένο ξέφωτο, οδηγημένοι από παραπλήσιες, αν όχι πανομοιότυπες, περιστάσεις.
Ήταν αυτή που έσπασε πρώτη τη σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά μας:
«Και εσύ απροσάρμοστος ε»;
«Μην σου πω και εντελώς αποτυχημένος».
«Ελεύθερος όμως».
«Σωστά. Και πρώτη φορά καταλαβαίνω το πόσο πολύ».
Εκείνη τη στιγμή το δάσος σιώπησε γύρω μας. Τα πουλιά έπαψαν να κελαηδάνε, τα δέντρα σταμάτησαν να ψιθυρίζουν, ο ίδιος ο αέρας φάνηκε να κρατάει την ανάσα του.
Και μετά είδαμε ένα δυνατό φως. Λευκό και λαμπερό αναδύθηκε από τον δυτικό ορίζοντα και χρωμάτισε για μια στιγμή τα αργοκίνητα σύννεφα του ουρανού με εκθαμβωτικές πινελιές. Οι σκιές των δέντρων χαράχτηκαν σαν πινελιές από σινική μελάνη στο χορτάρι, κάτω από τη λάμψη εκείνου του δεύτερού ήλιου. Λίγο αργότερα ακούσαμε μια εκκωφαντική έκρηξη. Ήταν υπόκωφη και καταχθόνια και αναπτύχθηκε σταδιακά. Μας πλησίασε σαν τη μηχανή κάποιου πελώριου τραίνου, σαν ένα βαθύ μουγκρητό που όλο και μεγάλωσε έως ότου κατέκλυσε ολόκληρο το ακουστικό μας πεδίο. Το έδαφος τρεμούλιασε σαν να είχε δεχτεί, κάπου μακριά, μια τιτάνια σφυριά. Και μετά ήρθε ο άνεμος. Πανίσχυρος, με τη δύναμη ενός κυκλώνα που έκανε τα τιτάνια δέντρα να κλυδωνιστούν, τα κλαδιά τους να χορέψουν ξαφνιασμένα, το χορτάρι να ισοπεδωθεί. Λίγο έλειψε να σωριαστούμε και εμείς κατάχαμα από την συμπαγή ορμή του. Το ξέφωτο γέμισε από κλαδάκια και φύλλα δέντρων που στροβιλίζονταν γύρω μας αβοήθητα, παγιδευμένα στα φτερά εκείνου του σαρωτικού κύματος.
Αλλά κάποια στιγμή η σιωπή απλώθηκε και πάλι γύρω μας. Τα φύλλα και τα κλαδιά σταμάτησαν να πέφτουν. Η σιωπή μας κάλυψε και πάλι, πιο βαριά τώρα, πιο τελεσίδικη.
Η γυναίκα έβγαλε ένα παγούρι από το σακίδιο της και γέμισε ένα ποτήρι με νερό. Μιμήθηκα τις κινήσεις της και άδειασα το δικό μου παγούρι σ’ ένα παρόμοιο ποτήρι. Εκείνη άνοιξε το χάρτινο κουτάκι με τα χάπια που είχε φέρει μαζί της και άρχισε να τα απελευθερώνει ένα-ένα απ’ τα αλουμινένια περιτυλίγματά τους. Τα έριξε μέσα στο ποτήρι και τα ανακάτεψε με περιστροφικές κινήσεις.
Έφερε το ποτήρι στα χείλη της και προτού καταπιεί το περιεχόμενο του, μου είπε το εξής:
«Στην υγειά μας»!
Ακολούθησα το παράδειγμα της κάνοντας τα ίδια ακριβώς. Προτού καταπιώ το περιεχόμενο του δικού μου ποτηριού, της απάντησα:
«Άσπρο πάτο»!
Tags: alone , Birds , fantasy , forest , humans , loneliness , mist , short-story , the end of the world , world , άνθρωποι , άντρας , γυναίκα , δάσος , διάλογος , διήγημα , κόσμος , μοναξιά , μόνος , ομίχλη , Πουλιά , συντροφιά , τέλος του κόσμου , φαντασία , φύση






Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.