Στάθηκα στο κέντρο του ξέφωτου και κοίταξα τις κορφές των δέντρων που διαγράφονταν γύρω μου σαν γκρίζα αποτυπώματα πίσω απ’ το πέπλο της λευκής ομίχλης. Λικνίζονταν απαλά και ήταν πανύψηλες. Εκείνα τα δέντρα ήταν πανάρχαια. Πολλών εκατοντάδων ετών το δίχως άλλο. Είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από αρρώστιες και καταιγίδες, από κλιματικές αλλαγές και επιθέσεις πεινασμένων εντόμων, ακόμα και από το καταστροφικό χέρι του ανθρώπου που με τις μηχανές του λεηλατούσε τη Γη. Είχαν κάτι το ιερό.
“Η όρασή μου αλλοιώθηκε, ο κόσμος παγιδεύτηκε στα τοιχώματα μιας στενής σήραγγας και το φως του ήλιου έγινε πολύ μακρινό, ένα σημαδάκι που περιστρεφόταν αργά στο κέντρο μιας δίνης σκοταδιού. Κάτι ξύπνησε στη βάση της σπονδυλικής μου στήλης, ένα κακό ερπετό που σύρθηκε προς τα πάνω και κουλουριάστηκε γύρω από το λαιμό μου σαν αγκαθωτό περιλαίμιο…”
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 2
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.