Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
“Το νεαρό αγόρι είχε αλλάξει απότομα όψη. Τα μάτια του γυάλισαν κάτω από το φως του φεγγαριού καθώς το γαλανό τους χρώμα είχε απότομα μετατραπεί σε δυο γυάλες γεμάτες αίμα. Οι κόρες των ματιών του μίκρυναν απότομα και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εξαφανίστηκαν…”
Διαβάστε στον παρακάτω σύνδεσμο ένα ανατριχιαστικό διήγημα από τη Σοφία Σιμέλα Θωίδη.
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 2
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.