Carnavalino

“Τα τανκς πλησιάζουν. Δεν υπάρχει διαφυγή. Θα μας πατήσουν. Αγκαλιαζόμαστε, προσπαθώντας να καλύψει ο ένας τον άλλο. Σκέφτομαι, πόσο θα πονέσει το κεφάλι μου από την πίεση, αλλά δεν πειράζει. Εκεί θα σταματήσει ο πόνος.”

31 Μαρτίου 2021

Το διαμέρισμα στην Κυψέλη, υπήρχε πάντα. Ξεκινήσαμε να πάμε εκεί μια εκδρομή. Ήρθαν μαζί οι γονείς, η θεία και κάποιος που δεν ήξερα. Στο σπίτι φιλοξενούνταν ο Χι, μιας και ήταν μεγάλο και για πολύ καιρό άδειο. Ο Χι είναι σκηνοθέτης. Είχε φτιάξει εκεί, το δικό του χώρο. Απαρτίζονταν από παράξενα αφρικάνικα έπιπλα και μια μεγάλη οθόνη, που εκείνη τη στιγμή αναμετέδιδε, κάποιον αγώνα ποδοσφαίρου. Μερικές φορές μαζεύονταν διάφοροι άνθρωποι κι ασχολούνταν με πράγματα, που αφορούσαν τις ταινίες του. Δυο μεγάλες οθόνες υπολογιστή, δέσποζαν στο γραφείο.

Θυμάμαι πάντα αυτό το σπίτι. Στο πίσω δωμάτιο με θέα τον ακάλυπτο, είχα απλώσει τις κούκλες μου και διάβασα πρώτη φορά την Αλίκη μέσα απ΄το καθρέφτη. Τότε. Το σπίτι είχε τη δική του μυρωδιά και το νερό τη δική του γεύση. Ακόμα κι η αίσθηση της οδοντόκρεμας εκεί, είχε τη δική της γοητεία. Απ’ το μπροστινό μπαλκόνι, μπορούσα να δω το μικρό μπακάλικο, με τ’ αυγά ημέρας. Κάτω απ’ τη πολυκατοικία, υπήρχε ένα μίνι μάρκετ. Με γοήτευε να κοιτάζω τις κονσέρβες για γάτες, όπως τις είχε τοποθετήσει, σε ψηλές στοίβες και τα κατεψυγμένα λαχανικά, που έμοιαζαν με κομμάτια lego, τοποθετημένα στο μεγάλο ψυγείο. Πάντα έπαιρνα σοκολατούχο γάλα, από εκεί. Τώρα πια δεν υπάρχει τίποτα απ΄ αυτά, σ’ εκείνη τη γειτονιά. Όλα είναι κλειστά, άδεια και γκρίζα.

Όταν φτάσαμε, βγήκαμε για περπάτημα, χαιρετώντας την αγαπημένη γειτονιά, που ΄χαμε τόσο καιρό να επισκεφτούμε. Πάντα ανυπομονούσα να περάσω έξω απ’ το μπαράκι, κοντά στη Φωκίωνος, για να δω τις μονόχρωμες ζωγραφισμένες σιλουέτες ανθρώπων, στον εξωτερικό του τοίχο. Τώρα όμως δεν υπήρχε πια το μπαράκι κι οι μορφές είχαν σβήσει. Κατευθυνθήκαμε προς τα πάνω, στο βιβλιοπωλείο με τα βιβλία του σκακιού. Πάντα χαιρόμασταν να χαζεύουμε με τις ώρες, μέχρι να καταλήξουμε στα επόμενα αποκτήματά μας.

Ξαφνικά, στο βάθος του ορίζοντα, εμφανίστηκαν τα πρώτα τανκς. Ο δρόμος άδειασε και σκοτείνιασε. Έμοιαζε σαν ένα γκρίζο πέπλο, να σκέπασε τις ανάσες των εμβίων πλασμάτων. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει έντρομος, αποφεύγοντας τη πομπή. Κατευθύνονταν προς μικρότερους κάθετους δρόμους, μιας και ήδη είχαν μοιραστεί χαρτιά, που γνωστοποιούσαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας.

Αφήνοντας πίσω μας το κεντρικό δρόμο, κάπως χαθήκαμε μεταξύ μας. Γυρίζω πίσω, προσπαθώντας να βρω τους υπολοίπους. Αδυνατώ να τους εντοπίσω. Αγωνιώ. Τρέχω στο δρόμο, προσπαθώντας να βρω το μπαμπά. Στο τέλος  γυρίζω άπραγη, στο διαμέρισμα. Μαθαίνω πως ο μπαμπάς έχει πεθάνει. Ξανά. Το άγχος μου, διογκώνεται. Πρέπει να επιστρέψουμε. Πώς θα το καταφέρουμε, μ’ αυτές τις συνθήκες; Πώς θα γίνει κηδεία για δεύτερη φορά; Η γραφειοκρατία που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε σ’ αυτή τη χώρα, θα ‘ναι τεράστια. Βγαίνουμε πάλι έξω, σε πείσμα της απαγόρευσης, προσπαθώντας να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες. Τι και πως, πρέπει να γίνει.

Στο δρόμο πάλι υπάρχει αναταραχή. Ένας αστυνομικός συνεχίζει να μοιράζει ενημερωτικά χαρτιά, αλλά καταλαβαίνω πως μάλλον σκοτώνουν όποιον πλησιάζει. Ο άδειος μεγάλος, ανηφορικός, δρόμος που οδηγεί στο βουνό, έχει γεμίσει κόσμο που προσπαθεί να ξεφύγει. Γκρίζα τα βουνά που περιχαρακώνουν το γκρίζο  δρόμο, γκρίζοι κι οι άνθρωποι, που τον έχουν πλημμυρίσει. Βρίσκουμε ένα μικρό παράδρομο και τον ακολουθούμε, προκειμένου να βγούμε απ΄ την κεντρική αρτηρία και να γυρίσουμε σπίτι. Όμως ξαναρχίζουν να εμφανίζονται τανκς. Πυροβολούν τους πεζούς. Σκοτώνουν. Δε μπορούμε να ξεφύγουμε. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδρομοι, τους οποίους μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε.

Τα τανκς πλησιάζουν. Δεν υπάρχει διαφυγή. Θα μας πατήσουν. Αγκαλιαζόμαστε, προσπαθώντας να καλύψει ο ένας τον άλλο. Σκέφτομαι, πόσο θα πονέσει το κεφάλι μου από την πίεση, αλλά δεν πειράζει. Εκεί θα σταματήσει ο πόνος. Σε λίγα δευτερόλεπτα, θα μας καταπλακώσει! Μια μεγάλη ασπροκίτρινη λάμψη, με τυφλώνει.

Ξάφνου βρισκόμαστε να περπατάμε, σ’ ένα δρόμο πήχτρα στο κόσμο. Φανάρια γύρω – γύρω, ρίχνουν το χάρτινο, παραπλανητικό φως τους. Στριμωγμένοι μέσα στο πλήθος. Συνειδητοποιώ πως έχω το μπαμπά, στην πλάτη μου. Τον νιώθω να κουνά χέρια και πόδια. Είναι ζωντανός! Τσάμπα ανησυχήσαμε πως πέθανε! Κοιτάζω τα χέρια, που ‘ναι τυλιγμένα γύρω μου. Βλέπω κάτι μεγάλα μυτερά νύχια, να πλησιάζουν το λαιμό μου. Τον σφίγγουν. Γυρίζω να δω. Δυο κόκκινες σχιστές κόρες ματιών με κοιτάζουν. Δεν είναι ο μπαμπάς! Είναι κάτι που μοιάζει με δράκο! Ένας περαστικός, πλησιάζει μ’ ένα μαχαίρι. Δε καταφέρνει να με απεγκλωβίσει. Πέφτει κάτω. Βρίσκομαι να κρατώ το μαχαίρι. Καρφώνω το πλάσμα. Απελευθερώνομαι.  Μια ταμπέλα ψηλά, αναβοσβήνει. Έχει για σήμα μια ομπρέλα νομίζω. Δε ξεχωρίζω αρκετά καλά, τι γράφει. Η υγρασία της αλμύρας, νοτίζει ασταμάτητα το ημίφως. Κάτω απ΄ τις γέφυρες, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι κινείται στο σκοτάδι. Σκοτεινά νερά κυλούν τριγύρω, κάνοντάς σε να νιώθεις το ζόφο. Βαθιά, μέχρι τα κόκκαλά σου. Απ΄ το μυαλό μου περνά, πως κάπως έτσι πρέπει να μοιάζουν οι νεκροζώντανοι.

Κάτι κινέζικοι δράκοι παρελαύνουν πιο πέρα. Τότε η κορφή της πομπής αρχίζει να μετατρέπεται σε φλόγινη φιγούρα κι ακολουθεί ανοδική πορεία. Σκαρφαλώνει στον ουρανό. Η πύρινη ακολουθία, μπερδεύεται με τ’ αστέρια. Μια μικρή απαστράπτουσα έκρηξη, τραβά τη ματιά μας. Ένας πύραυλος αρχίζει να σκαρφαλώνει με τη σειρά του, στο στερέωμα. Το πλήθος αρχίζει να κατευθύνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση, σε μια μάταια πιθανώς προσπάθεια κάλυψης. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη τροχιά του, ώστε να εκτιμήσουμε το σημείο πρόσκρουσης.

Δεν είχε σημασία πια. Πολλοί  πύραυλοι σκάνε από παντού, με πρόθεση να  γεμίσουν το στερέωμα. Θέλουμε να γυρίσουμε σπίτι. Παρασυρόμαστε από μια ψευδαίσθηση πιθανής κάλυψης, αλλά και την έντονη επιθυμία, να βρεθούμε με τους οικείους μας. Το ταχυδρομείο, έχει γεμίσει κόσμο. Δε χωρούν όλοι, να μπουν μέσα. Θέλουν να στείλουν μηνύματα, στους ανθρώπους τους. Οι τηλεπικοινωνίες έχουν νεκρώσει. Οι πύραυλοι όλο και πυκνώνουν. Μόλις αγγίζουν όμως το ζενίθ της τροχιάς τους, γίνεται κάτι εντυπωσιακό. Ακινητοποιούνται και μετασχηματίζονται σε κάτι ασημένιο, μεταλλικό. Σαν κλειστή κονσέρβα, που λαμπυρίζει στο φως των εκρήξεων. Όλ’ αυτά μένουν εκεί κι ακολουθούν μια σιγανή στριφογυριστή κίνηση. Ποιος μπορεί να φανταστεί καν, τι άγνωστο όπλο είναι πάλι τούτο!

Tags: city , death , drama , Fear , grey city , home , police , short-story , street , The Weird Side Daily , twsd , άνθρωποι , απαγόρευση κυκλοφορίας , Αστυνομία , γκρίζα πόλη , γκρίζο , διήγημα , δρόμος , θάνατος , κόρη , κόσμος , πατέρας , πλήθος , πόλη , πύραυλοι , σπίτι , τανκς , τρόμος , φως , Χαρά Κωστοπούλου

Χαρά Κωστοπούλου

Δημοσιεύτηκε Μάρτιος 31, 2021

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.