Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
”Δεν τον έβλεπε συχνά. Όταν όμως τον έβλεπε ήταν πάντα εκεί. Είχε έναν πολύ παράξενο τρόπο να εμφανίζεται από το πουθενά… Κυριολεκτικά από το πουθενά! Αρκούσε ένα στριφογύρισμα των βλεφάρων της και εκείνος ήταν εκεί. Σαν μια σκιά που έμοιαζε στο φως του ηλίου διάφανη, μα με το πρώτο πέπλο της νύχτας μεγάλωνε αφύσικα, χωρίς να ακολουθεί τους νόμους της φυσικής γινόταν ένα πελώριο τέρας.”
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 5
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.