“Μόλις έπεσε το σκοτάδι, βγήκαν από την κρυψώνα τους. Μπήκαν στο σπίτι από την πόρτα της αυλής, παραβιάζοντάς τη. Άκουσαν βήματα από πάνω. Ήταν η μητέρα της. Έπρεπε να την ακινητοποιήσουν. Με γοργά, αλλά προσεκτικά βήματα, ανέβηκαν τη σκάλα…”
Το Γ’ και τελευταίο μέρος του αγωνιώδους ψυχολογικού διηγήματος του Παναγιώτη Ματσίγκα.
“Το κουδούνι ήχησε. Η ίδια τραντάχτηκε ολόκληρη, ξυπνώντας από τον βυθό των σκέψεων της. Προχώρησε, όσο γρηγορότερα μπορούσε, στην πόρτα. Πριν ανοίξει, έριξε μια τελευταία ματιά στο τραπέζι. Όλα ήταν στην θέση τους. Ένιωθε λίγο τρακ, είναι η αλήθεια. Της είχε ζητήσει να έρθει αρκετές φορές, μα εκείνη όλο το ανέβαλλε…”
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.