Η Μαμά

«Έπιασαν μια μικρή ακατάληπτη-για ένα τρίτο παρατηρητή – σύντομη κουβέντα, που από τον τόνο και το ύφος της, έμοιαζε πότε να είχε μικρές σκληρές εντάσεις και πονεμένες γωνιές παντού κι άλλοτε μια αβάσταχτη τρυφερότητα κι ένα κοινό σπαρακτικό λυγμό, που θα έκανε κάποιον, που είχε ανοιχτά τα αυτιά της ψυχής του, να βουρκώσει, κι ας μη καταλάβαινε λέξη από όσα μιλήθηκαν…»

22 Απριλίου 2020

Μπήκε μέσα αργά στο δωμάτιο. Η πόρτα έτριξε και μια μικρή ακτίδα από αδύναμο φως μπήκε και έσπασε διστακτικά το σκοτάδι. Στάθηκε από πάνω της και έμεινε εκεί να την κοιτάζει αυστηρά, αλλά με αγάπη. Φορούσε ακόμη το μακρύ μαύρο της φόρεμα και είχε το σάλι της πρόχειρα ριγμένο στους ώμους· τα ρούχα που φόραγε πάντα στη μάχη της ζωής και των σκληρών εργασιών στο νοικοκυριό. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε ένα κόμπο που εξείχε με μεγαλοπρέπεια και δύναμη, αλλά οι σκαλισμένες ρυτίδες και τα κουρασμένα χαρακτηριστικά της της έδιναν πιο πολύ μια μορφή κουρασμένη από το βάρος των όσων ήξερε κι είχε ζήσει, παρά μια αίσθηση επιβολής και κυριαρχίας.

Αν την έβλεπε κανείς, θα έλεγε ότι ήταν πιο πολύ μια τυραννισμένη φιγούρα, παρά κάποιο τρομακτικό ον που είχε έρθει εκεί για να τυραννήσει. Όπως στέκονταν από πάνω της νόμιζες πως γέμιζε όλο το δωμάτιο με την ψηλόλιγνη ύπαρξη της, που ανέμιζε σαν σκούρο φλάμπουρο στη θύελλα κι ας ήταν όλα τα παράθυρα του δωματίου θεόκλειστα.

Δεν ήθελε να ταράξει τον ύπνο της, ήθελε το φύσημα και η μυρωδιά του αέρα που έφερνε μαζί της να την κάνει να τη νιώσει ότι ήταν εκεί και να την θυμηθεί όταν ξύπναγε, σαν να την ονειρεύτηκε.

Ξαφνικά σηκώθηκε απάνω και γούρλωσε τα μάτια της. “Μαμά, τι είναι; Τι θες;”, τη ρώτησε με ξεψυχισμένη φωνή. Έμεινε να την κοιτάζει με απορία, όσο η μαμά της παρέμενε, από πάνω της, σαν προστατευτική, και σκοτεινή μαζί, σκιά μιας ξεραμένης μεγάλης ιτιάς, που σκεπάζει και φυλάει ένα ξεχασμένο δρόμο που έχουν πάψει πια να τον ταξιδεύουν οι άνθρωποι. Έβλεπε το αυστηρό της βλέμμα και την κρυμμένη, αλλά δυνατή, λάμψη της ισχυρής της θέλησης, πίσω από αυτό, για ώρα. Έπιασαν μια μικρή ακατάληπτη-για ένα τρίτο παρατηρητή – σύντομη κουβέντα, που από τον τόνο και το ύφος της, έμοιαζε πότε να είχε μικρές σκληρές εντάσεις και πονεμένες γωνιές παντού κι άλλοτε μια αβάσταχτη τρυφερότητα κι ένα κοινό σπαρακτικό λυγμό, που θα έκανε κάποιον, που είχε ανοιχτά τα αυτιά της ψυχής του, να βουρκώσει, κι ας μη καταλάβαινε λέξη από όσα μιλήθηκαν.

Σαν να έφτασε κάποτε η στιγμή, που ο χρόνος της κουβέντας τους έληξε και η μαμά της με μια κίνηση αέρινη και απαλή, που έδειχνε θυμό, λύπη κι αγάπη-όλα μαζί-, πέταξε στον διάδρομο και κατέβηκε, με γοργό αλλά σταθερό κι όχι απότομο ρυθμό, τα σκαλιά που οδηγούσαν στο κάτω όροφο. Αυτή έριξε βιαστικά πάνω της το πανωφόρι της και την ακολούθησε, με τον ίδιο αργό αποφασισμένο τρυφερό ρυθμό, μέχρι κάτω. Ακούστηκε μόνο να λέει, σχεδόν ψιθυριστά: “Εντάξει μαμά, θα γίνουν όλα, τόσες φορές το είπαμε, μην μου στεναχωριέσαι”. Έφτασε στην πόρτα του υπόγειου δωματίου,που ήταν ένα επίπεδο ακόμα πιο κάτω, ακολουθώντας την μαμά της, μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω της, απαλά, σαν να φοβόταν να μην ενοχλήσει με τον θόρυβο κάποιον.

 

Έξω από το σπίτι της οι δύο τους πέρναγαν με αργά βήματα διερευνητικά, δήθεν αδιάφορα, αν και δεν μπορούσαν να κρύψουν την πεινασμένη περιέργεια τους.

«Εδώ είναι το σπίτι της τρελής, που μου έλεγες;»

«Ναι ρε εδώ, ακριβώς. Αυτό το διώροφο με τα σπασμένα παράθυρα και τη ξεραμένη αυλή».

» Δράμα είναι ρε».

«Πάλι καλά να λες. Είναι δεν είναι τριάντα χρονών, ίσως λίγο πάνω, ίσως λίγο κάτω, άλλοι στην θέση της θα ήταν άστεγοι ή σε κάνα άσυλο… Που και πάλι δεν υπάρχουν πια και δωρεάν κρατικά άσυλα…άρα άστεγη… Εμφανίζεται μόνο για να ψωνίσει φαγητό στη γειτονιά, παίρνει πάντα τα ίδια πράγματα, αυτά που τρώει η ίδια και αυτά που είναι κατάλληλα για τη δίαιτα της διαβητικής της μάνας, πάντα τα ίδια, από το ίδιο μαγαζί, τις ίδιες ώρες, με την ίδια τρομακτική μουγκαμάρα».

«Ε και;»

«Ε όπως σου είπα…Η μάνα της δεν ζει, δεν πρέπει να ζει εδώ και πολύ καιρό».

«Πως γίνεται αυτό»

«Τι πως γίνεται; Πηγαίνει μάλιστα και παίρνει και τα φάρμακα της μάνας της, τακτικά, κάθε μήνα, με τη σύνταξη της. Κάπου την έχει ξεχάσει το σύστημα, όπως το έχει ξεχάσει και η ίδια εδώ και χρόνια. Δεν ασχολούνται ο ένας με τον άλλο, πια αμετάκλητα κι οριστικά», είπε και χαχάνισε αμήχανα.

«Μου είπες όμως πως το τελευταίο καιρό έχει κάποιους μήνες να εμφανιστεί».

«Ναι έτσι ακούω, για αυτό είπα να περάσω από εδώ μήπως δω το γιατί. Αλλά αυτό το μέρος είναι ολόιδιο όπως πάντα. Ίσως και να μετακόμισε, μπορεί το σύστημα να ασχολήθηκε μαζί της τελικά και να έκοψε τη σύνταξη της μάνας της και να είναι εκεί στην κάτω πόλη των άστεγων στις σκηνές και στα τροχόσπιτα», είπε με αδιαφορία και ψυχρότητα, δείχνοντας προς την δύση, που ρόδιζε και έπαιρνε όλο και πιο θλιμμένους σκοτεινούς τόνους χρώματος.

Μετά από λίγο άκουσαν περίεργους θορύβους σαν κρότους πάνω στον τοίχο και έπιπλα που σέρνονται μέσα στο σπίτι της τρελής και γύρισαν το βήμα τους μακριά. Εκείνη τη στιγμή, αυτή τους κοίταζε πίσω από τις κουρτίνες του παράθυρου, με ένα ύφος αδιάφορο, επιφυλακτικό και κουρασμένο, σαν οι δυο τους, να ήταν μια ενοχλητική προσωρινή παραφωνία σε ένα παράξενο και σκοτεινό, δικό της όμως και οικείο, τοπίο.

Σουρούπωνε και οι γλυκιές νότες του σκούρου μενεξεδένιου ουρανού της χάιδευαν τα μάτια απαλά. Ο ήλιος βυθίζονταν στο στερέωμα κι αδιαφορούσε για όλες τις ανεξήγητες, παράλογες και μάταιες ανθρώπινες τραγωδίες, για αυτές που φύτρωναν καινούργιες και για αυτές που χάνονταν για πάντα και έμεναν μόνο πονεμένη μνήμη, κάτω από τον ολόπυρο δίσκο του. Οι δυο τύποι απομακρυνόντουσαν τώρα με σπασμωδικά και αργά βήματα· κάτι σαν πνιχτό βεβιασμένο γέλιο ακούστηκε από τον έναν, καθώς χάθηκαν πίσω από την σειρά των μονόχρωμων και μονότονων εργατικών παλιών κατοικιών.

«Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν καταλαβαίνει, κανείς δεν νοιάζεται μαμά», είπε, γυρνώντας αργά και ήρεμα το κεφάλι της, πίσω της. «Όλοι νομίζουν ότι πέθανες, αλλά δεν ξέρουν πως ότι αγαπιέται δεν πεθαίνει ποτέ, ότι ελπίζει μένει για πάντα ανεξίτηλο και ο καημός της ζωής μας είναι πιο σκληρός και άσβεστος από το χρόνο, από όσο η ψεύτικη παροδική χαρά».

Ξαφνικά απογειώθηκε ψηλά, πάνω από 2 μέτρα· σχεδόν το κεφάλι της ακούμπησε το σαρακοφαγωμένο ταβάνι και συνάντησε και κράτησε από τα χέρια, εκεί ψηλά πάνω από το σκληρό λεκιασμένο δάπεδο, την μαμά της. Άρχισαν να μιλάνε πάλι στην δική τους ακατανόητη γλώσσα καθώς γύριζαν και στροβιλιζόντουσαν σε ένα αργόσυρτο αέρινο χορό, δυο με τρία μέτρα πάνω από το πάτωμα, ενώ γύρω τους στριφογύριζαν σε ένα κύκλο, απόκοσμα και στιβαρά, χωρίς δισταγμό, καρέκλες, πιάτα, υφασμάτινα καλύμματα, κορνίζες και μαχαιροπίρουνα. «Το ίδιο θα λένε και για μένα, τώρα πια», ακούστηκε να λέει για μια στιγμή, με ένα πνιχτό, πικρό γέλιο, που έσβησε στον θόρυβο.

 

Οι δυο τύποι προχωρούσαν αργά και διστακτικά, έφτασαν έξω από το σπίτι με τα κλειστά σπασμένα παράθυρα. Η κατάξερη αυλή, με τα καμμένα δέντρα από το χειμώνα και τα ψηλά αγριόχορτα παντού, έδιναν μια γκρίζα αφόρητη αίσθηση και στους δυο, που τους έκανε να κοντοσταθούν αρκετά μέτρα μακριά και να κοιτάζουν με ένα υπόκωφο φόβο στα μάτια που δεν μπορούσαν να κρύψουν, ο ένας από τον άλλον.

«Όπως στα είπα είναι, τις βρήκαν σε αποσύνθεση και τις δύο, πρέπει να πέθαναν σε μικρή χρονική απόσταση η μία μετά την άλλη, μάλλον πρώτη η μάνα. Κανείς δεν ξέρει πότε και από ποια ακριβώς αίτια. Οι ιατρικές και νομικές υπηρεσίες δεν ασχολήθηκαν… Άμα δεν υπάρχει χρήμα και σοβαρός λόγος… Έτσι είναι σήμερα… Ορθολογική διαχείριση των πόρων των δημόσιων υπηρεσιών», είπε ο ένας στον άλλο, με ένα κόμπο στο λαιμό και βιαστικά, γυρνώντας σιγά σιγά να φύγει.

«Και αυτό που μου είπες, για την κατάσταση που βρήκαν στο σπίτι», σχεδόν έφτυσε τα λόγια του ο άλλος, ακολουθώντας τον γρήγορα από πίσω καθώς απομακρυνόντουσαν.

«Λένε στη γειτονιά ότι όταν μπήκαν οι υπηρεσίες βρήκαν μια απίστευτη αναστάτωση σε όλα τα αντικείμενα του σπιτιού, και στα πιο βαριά, λες και ένας ανεμοστρόβιλος τα είχε αρπάξει και τα στροβίλιζε για μέρες, πράγμα που θα ήταν, μάλλον, αδύνατο να μπορούσαν να το κάνουν αυτές οι δυο γυναίκες από μόνες τους. Αυτή ήταν -λένε- και η επίσημη έκθεση της αστυνομίας… Αλλά δεν ασχολήθηκε κανένας παραπάνω. Ένας γνωστός μου -λένε- πήγε ένα βράδυ, μετά από όλα αυτά, μπήκε στην αυλή και κοίταξε μέσα από το παράθυρο. Από τότε δεν ξαναμίλησε ποτέ για το τι είδε, και έφυγε, πήγε σε άλλη πόλη, από ότι έμαθα», είπε πάλι ο πρώτος σχεδόν ψιθυρίζοντας και επιταχύνοντας το βήμα του.

Ο δεύτερος τον ακολούθησε χωρίς να πει τίποτα. Και οι δύο τους σχεδόν τώρα έτρεχαν και κοίταζαν στα κλεφτά πίσω τους το σπίτι, καθώς ήχοι από βαριά αντικείμενα που ήταν σαν να χτύπαγαν μεταξύ τους ακουγόντουσαν, μαζί με ψίθυρους από μια συνομιλία, σε μια γλώσσα που έμοιαζε να μην ανήκει καν σε καμιά από τις γλώσσες των ζωντανών αυτής της γης.

 

Main Image Reference

 

Tags: drama , αγάπη , αέρας , ανεμοστρόβιλος , Άνθρωπος , άστεγη , Άσυλο , αυλή , βράδυ , γέλιο , γλώσσα , δέντρα , δέντρο , δίαιτα , διήγημα , δρόμος , δύναμη , δύση , δωμάτιο , εργασία , ζωή , ζωντανοί , Ήλιος , θάνατος , ιστορία , ιτιά , κατοικία , κουρτίνες , κυριαρχία , Λάμψη , μαλλιά , μαμά , μάνα , νύχτα , ον , όνειρο , ουρανός , παράθυρα , παράθυρο , πόρτα , ρούχα , Σκιά , σκοτάδι , σκοτεινή , σπίτι , συνομιλία , σύνταξη , τρομακτικό , τροχόσπιτα , υπηρεσίες , ύπνος , υπόγειο , φάρμακα , φιγούρα , Φόβος , φως , χρόνος , Ψυχή

Βαγγέλης Βενιζέλος

Δημοσιεύτηκε Απρίλιος 22, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.