Η θάλασσα που μας έτρεφε, πότε-πότε μας χάριζε παράξενα δώρα. Πολλά πρωινά, συνήθως μετά από μια νύχτα καταιγίδας, όταν τα κύματα φούσκωναν και έσκαγαν πάνω στους βράχους σαν εξαγριωμένα θηρία, βρίσκαμε μυστήρια αντικείμενα στην αμμουδιά…
”Ο ορίζοντας ήταν πύρινος σα μάγμα, αριστερά και δεξιά της λεωφόρου κατεστραμμένες πολιτείες ως εκεί που φτάνει το μάτι, απύθμενες χαράδρες και αυτοκινητόδρομοι σαν κορδέλες ασφάλτου στον αέρα, παντού ολόγυρά τους, έρημες και εγκαταλελειμένες. Στον ορίζοντα ένα κατάμαυρο σαν την πιο βαθιά νύχτα κουτί υποδήλωνε την πρωτεύουσα, το Πανδαιμόνιο, το παλάτι του Έκπτωτου στην Κόλαση.”
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 2
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.