Ο Βασιλιάς του Όχλου

Το διήγημα βραβεύτηκε στον 2ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό ‘Παύλος Αυθίνος’.

Η τελευταία του απόφαση είχε προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση σε όλους του υπηκόους του Βασιλείου. Η διαταγή ξεχύθηκε από το στόμα του στην αίθουσα του κεντρικού συμβουλίου για να φτάσει μέχρι και στον τελευταίο δουλοπάροικο της επικράτειάς του. Η εισβολή στην γειτονική Κομητεία, την οποία συνέδεε μια πολύχρονη συμμαχία με το Βασίλειο, ήταν μια αδιανόητη για πολλούς απόφαση. Ο Βασιλιάς δεν την είχε ξεστομίσει τυχαία. Η πιθανότητα αποκάλυψης της κρυφής του σχέσης με την σύζυγο του Κόμη συνιστούσε μια απειλή δίχως προηγούμενο για την θέση του. Όσα αρπακτικά επιβουλεύονταν τον θρόνο θα μπορούσαν να απαιτήσουν την καθαίρεσή του από τους Εφόρους, με το πρόσχημα της απιστίας το οποίο οι Γραφές ανήγαγαν σε ύψιστο αμάρτημα. Ένας τρόπος υπήρχε για να σιγήσουν οι λαλιές όσων πολύ πρόθυμα θα αποκάλυπταν αυτήν την παρανομία του Βασιλιά. Η εντολή ήταν ξεκάθαρη και δεν χωρούσε επεξηγήσεις, πόσω μάλλον αντιρρήσεις. «Δε θα γυρίσει κανείς σας πίσω αν δεν έχει ακρωτηριαστεί μέχρι και ο τελευταίος κάτοικος της κομητείας του Ντάρκον!». Οι στρατιώτες του Βασιλιά έπρεπε να σφαγιάσουν οτιδήποτε ανέπνεε στην Κομητεία. Ο παραλογισμός του πολέμου -πάνω στον οποίο είχε θεμελιωθεί ο έως τότε ανθρώπινος κόσμος- επέστρεφε περήφανα στο προσκήνιο. Γυναικόπαιδα θα εξαϋλώνονταν σε στάχτη, φίλοι θα μαχαιρώνονταν μεταξύ τους, ερωτευμένοι θα πέθαιναν κρατώντας λάβαρα διαφορετικών συμβόλων. Τίποτα δε θα έλειπε από αυτήν την πολιορκία, και ακόμα περισσότερα για να χορτάσουν οι αδηφάγες ψυχές που απομυζούσαν τον θάνατο.

Ο Βασιλιάς δεν είχε χάσει τα λογικά του· το αντίθετο. Επιστρατεύοντας την οξυδέρκεια και την μηχανορραφία του είχε προβεί σε μια απόφαση που θα εξασφάλιζε την ασφαλή συνέχιση της Βασιλείας του. Περπατώντας στους αλαβάστρινους διαδρόμους των ανακτόρων του, μπορούσε να δει τις φιλοτεχνημένες προσωπογραφίες των προγόνων του. Για εκατοντάδες χρόνια η οικογένεια του εξουσίαζε το βασίλειο και εκείνος έπρεπε να συνεχίσει αυτήν την παράδοση. Δε θα άφηνε κάποιες στιγμές αδυναμίας με την θεϊκή σύζυγο του Κόμη να τον καθαιρέσουν από την εξουσία για να πάρει τη θέση του προσωρινά ο ηλίθιος ανηψιός του τον οποίο, δεν αμφέβαλλε καθόλου, θα κατόρθωναν να τον δολοφονήσουν εντός μερικών ημέρων. Οι Γραφές υπαγόρευαν τους νόμους, στους οποίους η απιστία δεν χωρούσε. Και ο Βασιλιάς πάντα αγαπούσε τους νόμους. Χωρίς αυτούς δε θα υπήρχαν δούλοι, δε θα υπήρχαν ιππότες, δε θα υπήρχε Βασίλειο. Και δίχως Βασίλειο δε θα υπήρχε Βασιλιάς. Οι αυλικοί του Κόμη, που είχαν πληροφορηθεί τις αναίσχυντες πράξεις του γειτονικού Βασιλιά, θα ενημέρωναν τον Κόμη και η οργισμένη αντίδρασή του δε θα αργούσε. Προτού προλάβει ο Κόμης όμως να βλαστημήσει στο όνομα του υποτιθέμενου φίλου του, ο καλός του φίλος θα τον εξέπληττε με μια σειρά καταπέλτες που θα βομβάρδιζαν ανελέητα τα πέτρινα τείχη της Κομητείας του. Κανένας δε θα επιβίωνε για να μαρτυρήσει την αλήθεια στους Εφόρους ή για να προσπαθήσει να δικάσει τον Βασιλιά. Και εκείνος θα συνέχιζε να επιβλέπει την ευημερία του Βασιλείου του.

Οι Έφοροι αποσύρονταν τώρα από την συνεδριακή αίθουσα του παλατιού. Πολλά βλέφαρα ανασηκώθηκαν όταν ο Βασιλιάς εξέφραζε την πρόθεσή του για την άμεση επέμβαση στη συνοριακή Ντάρκον. Κάποιοι είχαν το απαραίτητο θάρρος για να αναρωτηθούν φανερά για το νοηματικό περιεχόμενο αυτής της επίθεσης. Έμοιαζε με απόφαση-προϊόν παραλογισμού, ειλημμένη μέσα από μια αδιανόητη συλλογιστική πορεία που μόνο δεινά θα μπορούσε να φέρει στην κυριαρχία του Βασιλείου. Μια ξαφνική, αναίτια κατά τα φαινόμενα, επίθεση σε έναν σύμμαχο θα διαρρήγνυε τις σχέσεις εμπιστοσύνης με όλους τους υπόλοιπους συμμάχους. Όσες λίγες τέτοιες σκέψεις κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν ως αντεπιχειρήματα, από τα ποτισμένα με γλυκό κρασί χείλη των Εφόρων, κάμφθηκαν τόσο από τα βροντερά, αλλά κενά, λόγια του Βασιλιά όσο και από την θέα της αρματωμένης φρουράς του. Κανένας Έφορος δε θα διακινδύνευε τελικά την ακεραιότητα της καρωτίδας του, όντας πολύ πιο πρόθυμοι να συγκαταθέσουν στο ξεκοίλιασμα πρώην φίλων και συμμάχων, το οποίο θα ανακοίνωνε ο ίδιος ο Βασιλιάς στον λαό την επόμενη μέρα. Έτσι, οι περήφανες και επεκτατικές προτάσεις του Βασιλιά βρήκαν σύμφωνα και τα δώδεκα μέλη του συμβουλίου, τα οποία φρόντισαν να αποχωρήσουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν από την χρυσοποίκιλτη αίθουσα· θαρρείς πως έτρεχαν να αφήσουν πίσω τους το ηθικό φορτίο της μακάβριας απόφασης.

Ο Βασιλιάς στεκόταν τώρα μόνος, έχοντας αποδεσμεύσει την φρουρά του, μέσα στο ορθογώνιο δωμάτιο στο οποίο είχαν παρθεί όλες οι αποφάσεις που είχαν χαράξει την έως τότε πορεία του Βασιλείου στην ιστορία. Το στέμμα του με το κερασφόρο ελάφι έπεφτε βαρύ πάνω στα μπουκλωτά λευκά μαλλιά του, δημιουργώντας του ένα έντονο άλγος που τον σούβλιζε μέχρι τον εγκέφαλό του. Με μια αστραπιαία κίνηση του δεξιού χεριού του, το στέμμα βρέθηκε να κείτεται πάνω στο τραπέζι έχοντας ρίξει κάποια μισογεμάτα ποτήρια. Το κόκκινο κρασί έρεε σαν το αιματοκυλισμένο ποτάμι που ήθελε να απλώσει στην κομητεία του Ντάρκον. Η χνουδωτή του κάπα φάνταζε αφόρητα ζεστή τώρα, όπως και κάθε πλούσιο ύφασμα ραμμένο στα μέτρα του για να καλύπτει το λεπτοκαμωμένο κορμί του. Η χειμωνιάτικη μέρα ήταν αταίριαστη με την φλόγα που κόρωνε την σάρκα του. Τώρα, η δόλια ψυχή του ήταν ντυμένη μονάχα με ένα κατάλευκο δέρμα. Ένιωσε ένα ρίγος να κλυδωνίζει το σώμα του. Τα πλούσια γένια έσταζαν έναν διόλου λυτρωτικό ιδρώτα που έπεφτε τώρα στα δάχτυλα των κοκκαλιάρικων ποδιών του. Το κρασί συνέχισε να ρέει πάνω στο τραπέζι που ήταν λαξεμένο με αναπαραστάσεις πολέμων. Το κοιτούσε να πνίγει νεκρούς στρατιώτες του παρελθόντος.

Ο Βασιλιάς έμοιαζε με ανήμπορο σκιάχτρο. Με τα πόδια του να ατονούν, γονάτισε πάνω στο τραπέζι για να καταλήξει ξαπλωμένος στη μέση του. Με μια απροσδόκητη μανία, άρχισε να αλείφει το πλούσιο κρασί σε όλο του το κορμί. Από τα σκασμένα του χείλη, στο νεκρό του στήθος, στα μουδιασμένα γεννητικά του όργανα και μετά στις λοξές του γάμπες. Καθώς τα χείλη του φανέρωναν τα κιτρινωπά του δόντια, θύμιζε ένα σκυλευμένο πτώμα, όπως εκείνα που είχε αντικρίσει στην μοναδική μάχη που πολέμησε, όντας ακόμη Πρίγκιπας. Η φρικαλέα τους όψη δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και τον συνόδευε σε διάφορες στιγμές της ζωής του. Αν μπορούσε κάποιος να δει τον νου του Βασιλιά εκείνη τη στιγμή, θα έβλεπε έναν άντρα χαμένο μέσα στο έρεβος της ίδιας του της ψυχής. Κούρνιασε στο τραπέζι σε εμβρυϊκή στάση, αγναντεύοντας τον πολυέλαιο με τις σκαλισμένες προσωπογραφίες του οίκου του που φώτιζε παγερά την αίθουσα. Εστίασε στο πρόσωπο του, το οποίο ο καλλιτέχνης είχε αποδώσει με τρομακτική ομοιότητα. Ένιωσε μια σταγόνα να πέφτει στο δεξί του μάτι. Φαντάστηκε το ειδώλιό του να δακρύζει. Με τις παραισθήσεις να αρχίζουν να τον κυριεύουν, προσπάθησε να ανασυνταχθεί. Φόρεσε γρήγορα τα ρούχα του και χάθηκε στους διαδρόμους του παλατιού.

Το πρωί της επόμενης μέρας είχε φτάσει. Χιλιάδες κόσμου είχαν συναχθεί στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας του Βασιλείου με τον τελάλη να είχε διαμηνύσει με στόμφο τον επικείμενο λόγο του Βασιλιά. Οι φήμες έδιναν και έπαιρναν· από αυξήσεις στους γεωργικούς φόρους έως την ανακοίνωση νέας νομοθεσίας για την διαχείριση και τα δικαιώματα των δούλων. Οι Έφοροι, κατατρομαγμένοι από τις προθέσεις του Βασιλιά, δεν είχαν διαμηνύσει σε κανέναν, ούτε στις συζύγους τους, το περιεχόμενο της χθεσινής συνεδρίασης. Ο λαός του Βασιλιά ανέμενε με αδημονία την ανακοίνωσή του.

Μπροστά από την τρίμετρη ξύλινη πλατφόρμα που χρησιμοποιούνταν για τις Βασιλικές ανακοινώσεις, ήταν απλωμένη μια λαοθάλασσα. Ένας άνθρωπος με καφέ ιμάτια, και μια μαύρη κουκούλα να καλύπτει με μια σκιά το πρόσωπό του, προσπαθούσε να φτάσει στην μπροστινή σειρά. Στη διαδρομή του άκουσε βρισιές, λόγια αναίσχυντα από ενοχλημένους άντρες, ατένισε πόρνες να χαϊδεύουν προκλητικά τους καβάλους αντρών, είδε ιερείς να κοιτάζουν με απροκάλυπτη λαγνεία μικρά παιδιά, τρόμαξε βλέποντας τροφαντούς ευγενείς να μαστιγώνουν με πάθος τους δούλους τους. Ο κουκουλοφόρος άντρας, έχοντας χρόνια να βρεθεί σε άμεση επαφή με τον λαό, πνίγηκε στις αποτρόπαιες σκέψεις του. Ίσως ο ειδεχθής Βασιλιάς τους να ήταν τελικά αυτός που τους άξιζε. Πιθανότατα, ο ίδιος ο Βασιλιάς τους να ήταν υπεύθυνος για τον ξεπεσμό τους. Αυτή η τελευταία σκέψη τον πόνεσε περισσότερο κι από το χαστούκι που του έδωσε ένας ξεδοντιάρης επειδή του πάτησε τα ήδη βρώμικα και ξεχαρβαλωμένα παπούτσια του.

Ενώ, λοιπόν, ο όχλος ανέμενε τον Βασιλιά, οι φρουροί που στέκονταν στην πλατφόρμα έμοιαζαν να σαρώνουν με αγωνία τα πρόσωπα στο πλήθος. Οι ίδιοι οι Έφοροι, που ήταν παραταγμένοι πίσω από το βήμα του Βασιλιά, ψιθύριζαν μεταξύ τους με βλέμματα παγωμένα. Κανένας δεν είχε αντικρίσει τον Βασιλιά από το προηγούμενο βράδυ! Κανένας στον παλάτι δεν μπορούσε να εντοπίσει τα ίχνη του, με την σύζυγό του να είχε αναφέρει ότι αποκοιμήθηκε δίχως τη συντροφιά του. Ο Βασιλιάς αγνοούταν ενώ η οχλοβοή μαινόταν εκκωφαντικά.

Ξαφνικά, οι φρουροί ήρθαν αντιμέτωποι με μια αναπάντεχη εικόνα. Ο κουκουλοφόρος άντρας, έχοντας φτάσει στην πρώτη σειρά, πάτησε στον ώμο του μπροστινού του και με ένα σάλτο βρέθηκε πάνω στην ξύλινη πλατφόρμα, γλιστρώντας με το λεπτό κορμί του ανάμεσα από τα δοκάρια της. Μία κραυγή έκπληξης ξεχύθηκε από τον όχλο ενώ οι φρουροί τον πλησίασαν προτάσσοντας τα δόρατά τους. Ο κουκουλοφόρος άντρας πρόλαβε να σταθεί όρθιος και να αφήσει τον Ήλιο να λούσει με φως το πρόσωπό του. Ο Βασιλιάς είχε φανερωθεί. Οι Έφοροι είδαν τα πόδια τους σχεδόν να λυγίζουν από την έκπληξη. Με τους φρουρούς να χαμηλώνουν τα δόρατά τους και μια απόκοσμη σιγή να απλώνεται πάνω από τον όχλο, ο Βασιλιάς έσκισε τα καφέ ιμάτιά του φανερώνοντας το πληγιασμένο του κορμί. «Θεέ μου! Τι έχω κάνει;!» ούρλιαξε και με ένα εγχειρίδιο που κρεμόταν από το ζωνάρι του έκοψε με σθένος το νήμα της μιαρής ζωής του.

 

Main Picture Reference

 

Tags: dark , darkness , medieval , Medieval Fantasy , The Weird Side Daily , weird , weird stories , weird story , αλλόκοτο , αλλόκοτος , αυτοκτονία , βασιλιάς , διήγημα , διήγημα φαντασίας , διήγημα φανταστικού , Διηγήματα , διηγήματα φαντασίας , διηγήματα φανταστικού , Έλληνας συγγραφέας , Έλληνες συγγραφείς , Ελληνική Λογοτεχνία , Κερασφόρος Βασιλιάς , Λογοτεχνία του φανταστικού , Λογοτεχνία Φανταστικού , μεσαίωνας , μεσαιωνική εποχή , Μεσαιωνική Φαντασία , σκοτάδι , σκοτεινό διήγημα , Φανταστική Λογοτεχνία , Φανταστικό , φανταστικό διήγημα

Πέτρος Κουτρουμπίλας

Δημοσιεύτηκε 13 Οκτωβρίου, 2026

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.