Μου λείπει.
Η ζωή μου δεν ήταν ποτέ συνηθισμένη, αν μπορώ να κατανοήσω τη λέξη «συνηθισμένη» με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος. Ο μέσος άνθρωπος; Λίγα λεπτά μπροστά από μια εφημερίδα ήταν αρκετά για να έρθεις σε επαφή με αυτή την ορολογία. Οι εφημερίδες πάντα μου έμοιαζαν ξένες.
Για να πω την αλήθεια, δεν έχω αγγίξει ποτέ κάποια εφημερίδα. Έχω δει, αλλά δεν έχω αγγίξει. Βασικά δεν είχα βγει ποτέ από εκείνον τον θάλαμο πριν από σήμερα. Αυτός ο υπόγειος θάλαμος ήταν λιγότερο μουντός από όσο φαντάζεστε. Ζήτησα μωβ τοίχους και τους έβαψαν μωβ, ζήτησα αφίσες των Κιουρ και των Ντουράν Ντουράν -περίεργος συνδυασμός, το ξέρω- και τις κόλλησαν στους τοίχους. Είχα ακόμη και το δικό μου πικάπ μέσα στον θάλαμο· με φρόντιζαν αρκετά, κανένα παράπονο. Όλα όσα χρειαζόμουν για τις ώρες που ήμουν πολύ κουρασμένος για να βγω έξω. Όχι κυριολεκτικά έξω.
Έχω μια ασυνήθιστη ικανότητα. Μπορώ να ταξιδεύω πέρα από το σώμα μου. Κλείνω τα μάτια μου και αφήνω το σώμα μου. Ταξιδεύω όπου θέλω, με όποια ταχύτητα μου αρέσει και τίποτα δε με κρατάει· ούτε καν η βαρύτητα. Δεν υπάρχουν πόρτες ή τοίχοι όταν αφήνω το σώμα μου, μπορώ να τρυπώσω και στην πιο μικρή χαραμάδα, να περάσω μέσα από μια κλειδαρότρυπα και να σκαρφαλώσω στην πιο ψηλή ταράτσα. Μπορώ να πάω όπου θέλω, χωρίς κανείς να με νιώθει, χωρίς κανείς να με αντιλαμβάνεται· πολύ καλύτερο από όσες δυνάμεις υπερηρώων έχω δει στα κόμικς. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να αλληλεπιδράσω με τίποτα όταν είμαι έξω από το σώμα μου. Δεν μπορώ να γυρίσω ένα πόμολο, αυτό δε μου χρειάζεται κιόλας, να αλλάξω την πλευρά ενός δίσκου κάποιου που ακούει την επιτυχία ενός σινγκλ- αυτό χρειάζεται, οι β’ πλευρές έχουν πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Βέβαια, και για αυτό υπάρχει μία λύση. Ο θάλαμος. Είναι στην άκρη του δωματίου μου και μοιάζει με πανάκριβη ντουζιέρα. Αντί για τηλέφωνο, περιέχει κάποια καλώδια με υγρές βεντούζες που εφαρμόζουν στο σώμα μου· κυρίως στο κεφάλι μου. Όταν συνδέομαι με το μηχάνημα, μπορώ και να αλληλεπιδρώ μακριά από το σώμα μου. Κανένας δεν μπορεί να με ακούσει ή να με δει. Μπορώ όμως να ταξιδεύω και να κουτουλάω με πουλιά στον αέρα, να χαϊδεύω γάτες και εκείνες να τρομάζουν, να ρίχνω τα καπέλα από γεράκους που νομίζουν ότι φύσηξε δυνατά ο αέρας. Τέτοια και πολλά άλλα αστεία.
Το μηχάνημα, όμως, δεν είναι αστείο σύμφωνα με τον δάσκαλο. «Είναι ένα εργαλείο για το καλό των ανθρώπων. Θα το καταλάβεις όταν έρθει η ώρα», έλεγε πίσω από τα σφιγμένα φρύδια του. Ήταν το μόνο πρόσωπο που είχα δει όσο παρέμενα στο σώμα μου. Θα γινόμουν δεκατεσσάρων χρονών σε μία εβδομάδα, ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν κάποια αρχεία που είχα εντοπίσει σε έναν φάκελο μακριά από το σώμα μου. Με τον δάσκαλο μιλούσαμε κυρίως για τη ψυχή, για την ιστορία, για τη χώρα μας και για το μέλλον. Δεν του άρεσε να μου αποκαλύπτει πράγματα για εμένα. Στα τελευταία μου γενέθλια του ζήτησα να μου πει για τους γονείς μου. Κάθισε στο κόκκινο πουφ και φάνηκε να ζορίζεται. Τελικά άκουσα την τόσο σοφή φωνή του: «Είσαι ξεχωριστός, Τζέι. Οι γονείς σου δεν είναι όπως των υπόλοιπων ανθρώπων. Δεν έχεις δύο γονείς. Έχεις πολλούς. Τον Πλάτωνα, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τον Κρόουλι, την Κιουρί…», συνέχισε να αραδιάζει ονόματα τα οποία δε θυμάμαι. Πάντως σίγουρα δεν είπε τον Μάρλον Μπράντο, τον αγαπημένο μου ηθοποιό. Δεν ένιωθα ξεχωριστός, ένιωθα στεναχωρημένος.
Ο δάσκαλος ήταν πάντα ανήσυχος, όσο όμως περνούσε ο καιρός γινόταν πιο αγχώδης και ευερέθιστος. Μιλούσε για εκείνο το κακό κράτος που απειλούσε να καταστρέψει τον κόσμο. Με είχε οδηγήσει στη χώρα τους με το μηχάνημα. Πολύ χιόνι αλλά και πολλή φύση. Καμία σχέση με το τσιμέντο εδώ. Δεν τους κατονόμαζε ποτέ αλλά φυσικά δε μου πήρε πολύ καιρό για να καταλάβω· μία υδρόγειος ήταν αρκετή. Ο δάσκαλος έλεγε ότι οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν κακοί, μόνο οι ηγέτες τους και το πολίτευμά τους. Έμοιαζε βαθιά λυπημένος σχετικά με αυτό το ζήτημα. Όταν με έστελνε εκεί, το έκανε πάντα με το μηχάνημα. Πάντα κολλούσε το πρόσωπό του πίσω από τα τζάμια και σχεδόν μπορούσα να ακούσω τη βαριά ανάσα του. Σαν να αγωνιούσε αν θα τα κατάφερνα να φτάσω μέχρι εκεί.
Οι μέρες που έμπαινα στο μηχάνημα ήταν αρκετά κουραστικές. Όχι τόσο εξαιτίας του μηχανήματος αλλά εξαιτίας της πίεσης του δασκάλου μου. Παλιά ήταν πιο σπάνιες, τα τελευταία δύο χρόνια έμπαινα σχεδόν μέρα παρά μέρα. Και πάντα ταξίδευα προς τα ανατολικά, πάντα μέχρι να δω τα πρώτα χιόνια, και ενίοτε και λίγο πιο μακριά. Άλλες φορές κουβαλώντας κάτι ελαφρύ σαν μια μικρή πέτρα και άλλες φορές κάτι πιο βαρύ, ίσως έναν βράχο. Σαν τον δρομέα που προπονείται για τον αγώνα, λίγα περισσότερα χιλιόμετρα κάθε φορά. Εγώ δεν ήξερα σε ποιον αγώνα θα έπρεπε να τρέξω, και αυτό με άγχωνε.
Ο δάσκαλος με πήγαινε πάντα το πρωί στο μηχάνημα, λίγο πριν το μεσημεριανό το οποίο μου έφερνε ο ίδιος. Έπειτα ένιωθα εξαντλημένος. Ο θάλαμος φάνταζε φυλακή τα μεσημέρια. Τότε, αφού με αποχαιρετούσε έπειτα από κάποιο ανιαρό γεύμα, ήταν η ώρα που ήθελα να πηγαίνω στο καταφύγιο μου. Δε θυμάμαι πώς το είχα ανακαλύψει. Άλλωστε πηγαίνω εκεί σχεδόν δέκα χρόνια. Κάτι με είχε οδηγήσει μόνο του εκεί. Δε ξέρω αν λέγεται ψυχή, δε ξέρω αν υπάρχει κάτι τέτοιο για την ακρίβεια και αν εγώ το έχω. Δεν είχε σημασία. Αρκούσε ότι το βρήκα.
Ήταν ένα λιβάδι το οποίο έμοιαζε με μια όαση σε ένα εχθρικό περιβάλλον από ανθρώπινα κτίρια. Το χορτάρι του χαμηλό, οι ήχοι του φυσικοί, ο ουρανός του ελεύθερος. Μπορεί να μην είχα νιώσει το βρεγμένο χώμα- ποτέ δεν είχα πάει εκεί όταν ήμουν στο μηχάνημα- ούτε να είχα καθίσει στα ξύλινα παγκάκια που βρίσκονταν στις πλαγιές γύρω από το λιβάδι, αλλά μόνο να το έβλεπες αυτό το μέρος σου αρκούσε. Όμορφο.
Εκεί όταν πρωτοπήγα είδα και τον «φίλο» μου. Μπορεί να μη μου έχει μιλήσει ποτέ, να μην έχει ακούσει καμία από τις κραυγές μου, αλλά είναι ό,τι πιο κοντινό είχα ποτέ σε φίλο. Πρέπει να είναι λίγο μεγαλύτερος από εμένα. Είχε πάντοτε μια μπάλα ποδοσφαίρου μαζί του και την κλωτσούσε, την χτυπούσε στον αέρα ώστε να μην πέσει στο γρασίδι. Κάποιες φορές ήταν και άλλα παιδιά εκεί, έβαζαν δύο πέτρες σε κάθε πλευρά για τέρματα και ξεκινούσαν τον αγώνα. Αλλά εκείνος ήταν πάντα εκεί. Παλιά πάντα με μια μπάλα, τώρα και χωρίς, απλά έτρεχε γύρω στο λιβάδι. Είχα ακούσει και το όνομά του μια φορά που η μαμά του τού έβαλε τις φωνές για να πάει να διαβάσει. Τιμ.
Ήταν μεσημέρι και δεν ένιωθα πολύ καλά. Ήθελα να συναντήσω τον Τιμ. Είχα κλείσει τα μάτια μου όταν άκουσα τη πόρτα του θαλάμου να ανοίγει. «Πρέπει να κάνουμε κάτι, Τζέι». Η φωνή του δασκάλου ακουγόταν εξουθενωμένη. Τα πρόσωπό του ήταν ασυνήθιστα απεριποίητο, άτακτες τρίχες το έκαναν να φαίνεται τραχύ. Το μελαμψό του χρώμα ήταν πιο χλωμό από ποτέ. «Ο εχθρός μας έχει αρχίσει να γίνεται πιο απειλητικός. Πρέπει να δράσουμε τώρα».
Το σχέδιο ήταν απλό. Θα μετέφερα δύο αντικείμενα από τη βάση μας στη χώρα των εχθρών. «Είναι συστήματα ανίχνευσης. Με αυτά θα μπορούμε να προειδοποιηθούμε για κάποια επίθεσή τους». Θα με καθοδηγούσε όσο ήμουν στο μηχάνημα. Μπορεί να μην είχε τη δυνατότητα να δει όσα έβλεπα όταν άφηνα το σώμα μου, αλλά ήξερε πολύ καλά πώς να με κατευθύνει. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να το κάνω», κάτι μου φαινόταν λάθος. Τα χρόνια εμπρηστικών λόγων για τον «εχθρό» δεν με είχαν πείσει αρκετά τελικά. «Αν το κάνεις, θα φύγεις από εδώ. Θα ζήσεις στον κανονικό κόσμο, θα πας με το σώμα σου στο λιβάδι που μου έχεις πει. Θα έχεις μια φυσιολογική ζωή». Όσο κι αν κάποιες φορές μισούσα το φυσιολογικό, τότε έμοιαζε με στόχο ζωής. Και το λιβάδι επίσης.
Η διαδικασία ήταν συνηθισμένη. Πολύχρωμα καλώδια σε όλο μου το κορμί. Τα μπλε στο στήθος, τα πράσινα στα πόδια, τα κίτρινα στην σπονδυλική στήλη και τα κόκκινα στο κεφάλι. Στην αντανάκλαση του τζαμιού φαινόμουν γελοίος. Με ένα μαγιό με δελφίνια και όλα αυτά τα καλώδια πάνω μου έμοιαζα με κάποιους χαζοπίνακες που αρέσουν στους «κουλτουριάρηδες». Πίσω από το τζάμι, ο δάσκαλος χαμήλωνε τα βλέφαρά του και εγώ τον ακολουθούσα.
Πέταξα βόρεια, εκεί όπου ήταν η στρατιωτική βάση. Από ψηλά θύμιζε ένα στραβό εξάγωνο χτισμένο πάνω σε μια ερημική πεδιάδα. «Πλησίασε εκείνες τις ορθογώνιες πλάκες. Όταν ανοίξουν προσπάθησε να σηκώσεις αυτά που θα δεις μέσα». Οι πλάκες άνοιξαν προς τα πάνω λίγο πριν φτάσω στο έδαφος. Δεν μπορούσε κανείς να με δει αλλά υποθέτω ότι δεν ήταν δύσκολο να υπολογίσουν σε πόση ώρα θα έφτανα εκεί· ο δάσκαλος κατέγραφε όλες τις επιδόσεις μου μέσα από το μηχάνημα.
Οι λίθινες πλάκες έκρυβαν μέσα τους δύο μεταλλικές σφαίρες. Ήταν σαν τις μπάλες που κλωτσούσε ο Τιμ στο λιβάδι, μόνο που ήταν αρκετά πιο βαριές. Παρόλα αυτά, μου ήταν αρκετά εύκολο να τις ανυψώσω. «Τα καταρριπτικά του εχθρού δε θα μπορέσουν να τα ανιχνεύσουν». Τώρα οι στρατιώτες έβλεπαν δύο κατάμαυρες μπάλες να αιωρούνται. Κάποιοι δάκρυζαν ή ίδρωναν κάτω από τον ήλιο, άλλοι κοιτούσαν τρομαγμένοι. Όταν είχα φτάσει ψηλά στον ουρανό, τα δύο συστήματα ανίχνευσης δεν πρέπει να φαίνονταν από το έδαφος. «Ξεκίνα προς τα ανατολικά».
Η ζωή μου δεν είχε πολλά περιθώρια για παρορμήσεις ως τώρα. Η καθημερινότητα στον θάλαμο δεν είχε πολλές εκπλήξεις, οι «έξοδοί» μου το ίδιο. Όταν δεν μπορείς να αλληλεπιδράσεις, να ακουμπήσεις, να μιλήσεις, να ακουστείς, η ζωή σου είναι σχεδόν τυποποιημένη. Οι μόνες φορές που είχα νιώσει παρορμήσεις ήταν στις συζητήσεις μου με τον δάσκαλο. Τώρα ένιωθα μια διαφορετική παρόρμηση. Η ανταρσία δεν βρισκόταν στο λεξιλόγιό μου. Η εκδίκηση, όμως, ίσως υπήρχε εδώ και πολύ καιρό. Από όταν κατάλαβα ότι η ζωή μου ήταν πριν την αρχή της προγραμματισμένη, το συναίσθημα της εκδίκησης ξεκινούσε να ξυπνάει. Με είχαν δημιουργήσει για να με χρησιμοποιήσουν. Με είχαν φτιάξει για να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. Δεν έπρεπε να είναι αυτός ο σκοπός της γέννησης ενός παιδιού.
Θα εκδικούμουν τον δάσκαλο. Το μόνο πρόσωπο που ήξερα σε αυτό το μέρος. Εκείνο το πρόσωπο που γερνούσε μαζί μου, εκείνος στα εξήντα του, εγώ στα δεκατρία μου. Θα αψηφούσα την εντολή του. Αφότου είχα προχωρήσει για λίγο ανατολικά, ξεκίνησα να κατευθύνομαι ευθεία προς τα κάτω. Άφηνα τις σφαίρες να πλανηθούν μόνες τους λίγο δίπλα από τη στρατιωτική βάση. Με το που έπεφταν κάτω, θα του φώναζα «δεν το κάνω» και θα γινόμουν ένα κακομαθημένο παιδί που χαίρεται να την σπάει στους μεγάλους, ένα «φυσιολογικό» παιδί. Δεν πρόλαβα.
Πρώτα έσβησαν τα φώτα. Έπειτα άρχισαν να πέφτουν κομμάτια από το ταβάνι. Οι Κιουρ ήταν τώρα ακέφαλοι, οι Ντουράν είχαν μείνει χωρίς λακ και μπορούσαν να ακούσω τις δίσκους μου να σπάνε. Ο δάσκαλος έπεσε με τη μούρη στο τζάμι του μηχανήματος και μετά σωριάστηκε στο πάτωμα, αφήνοντας μία κόκκινη γραμμή να με κοιτάζει μέσα από το γυαλί. Τσιμέντο τώρα τον σκέπαζε για ύπνο.
Σήμερα είναι η επόμενη μέρα μετά την επανάστασή μου. Τα δύο συστήματα ανίχνευσης, που θα κατασκόπευαν τις κινήσεις των εχθρών, ήταν τελικά βόμβες υδρογόνου· κάτι σαν πιο επικίνδυνες ατομικές βόμβες. Πριν μερικές ώρες με απεγκλώβισαν κάποιοι στρατιώτες από τον θάλαμο. Με πέταξαν δεμένο σε ένα βαν και με οδήγησαν σε ένα καταφύγιο μακριά από εδώ.
Η πρώτη μου πραγματική έξοδος δεν ήταν τόσο ευχάριστη, δεν μπόρεσα να δω και πολλά καθώς τα τζάμια του βαν ήταν μαύρα. Έμαθα ότι θα δικαστώ για το έγκλημα που έπραξα. Φυσικά όχι φανερά, τα «μη φυσιολογικά» παιδιά πρέπει να κρύβονται από την κοινή γνώμη. Γιατί να μη δικάσουν τους δημιουργούς μου; Πώς θα δικάσουν έναν παιδί δεκατριών χρονών; Η αλήθεια είναι πώς δεν μιλάω, δεν συμπεριφέρομαι σαν παιδί δεκατριών χρονών· τουλάχιστον όχι σαν ένα «φυσιολογικό» παιδί δεκατριών χρονών. Αρχίζω να ανακαλύπτω συναισθήματα. Την οργή ακολουθεί η ενοχή.
Κάτι τέτοιες φορές θέλω να ταξιδεύω στο λιβάδι. Να βλέπω τον Τιμ και τα υπόλοιπα παιδιά να κλωτσάνε την μπάλα. Ίσως οι δυνατότητες μου να έχουν διευρυνθεί και να μπορώ να μιλήσω στον Τιμ αυτή τη φορά. Το είχα διαβάσει αυτό όταν ακολουθούσα εκείνον τον τύπο με τις αλυσίδες στη δημοτική βιβλιοθήκη. Κάποιοι ισχυρίζονται πως όταν κάποιος βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, ενδεχομένως να ανακαλύψει νέες δυνατότητες του εαυτού του.
Κλείνω τα μάτια μου και ψάχνω το λιβάδι. Δεν μπορώ να το βρω. Στη θέση του υπάρχει μόνο ερημιά.
***
Ας χορέψουμε με στυλ, ας χορέψουμε για λίγο
Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει, βλέπουμε μονάχα τους ουρανούς
Ελπίζοντας για το καλύτερο, αλλά αναμένοντας το χειρότερο
Θα ρίξεις τη βόμβα ή όχι;[1]
Στη μαμά μου δεν άρεσαν δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν να παραμελώ τα μαθήματά μου. Θυμάμαι πολλές φορές να μου φωνάζει «Τιμ, έχεις διάβασμα, έλα σπίτι!» και σχεδόν να με σέρνει από το λιβάδι, ακόμα και τώρα στα δεκάξι μου. Το άλλο πράγμα που δεν άντεχε ήταν η δυνατή μουσική. Για αυτόν τον λόγο είχα φτιάξει το δικό μου ηχοσύστημα στο υπόγειο του σπιτιού, αν και ακόμη μπορεί να την εκνεύριζε η ένταση της μουσικής ακόμη και αν ήταν στον πάνω όροφο. Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να την ξανακούσω να με κατσαδιάζει.
Η βόμβα τελικά έπεσε και δεν ήταν μία, αλλά δύο. Πρώτα ένιωσα κάτι σαν σεισμό, αλλά πολύ πιο δυνατό. Η βελόνα γρατζούνισε τον δίσκο, το φως άρχισε να τρεμοπαίζει και έπειτα, σκοτάδι. Εγώ έμεινα στο υπόγειο κάτω από τα χαλάσματα. Πολλά ντουβάρια είχαν πέσει και ένιωθα να μην μπορώ να αναπνεύσω. Σύρθηκα σε ένα σημείο που ένιωθα πιο πυκνό τον αέρα. Φωνές για βοήθεια, ξανά και ξανά. Όταν δεν έχεις καταλάβει τι έχει συμβεί, τα πάντα είναι πιο τρομακτικά.
Εύχομαι να είχα πεθάνει εκείνη τη μέρα. Να μην έβλεπα ποτέ την επόμενη μέρα του νέου κόσμου. Όλα είχαν ισοπεδωθεί, πλέον μπορούσαν τα μάτια σου να χαθούν ανάμεσα στα ερείπια. Κάθε ίχνος πράσινου είχε εξαφανιστεί. Το λιβάδι στο οποίο είχα περάσει τα παιδικά μου χρόνια είχε μετατραπεί σε ένα νεκρό τοπίο. Μια τεράστια ερημιά. Μου φαίνεται απίστευτο. Τόσα τάκλιν, ποδαράκια, τούμπες, σκισίματα, και όνειρα. Όνειρα για το ποδόσφαιρο, για φιλίες, για αγάπες. Όνειρα πάνω στο πράσινο και κάτω από τον ουρανό. Πλέον οι ζωές μας θα είναι μονάχα αναμνήσεις.
Έχει περάσει ένας μήνας από τότε. Οι γονείς μου κηδεύτηκαν σε μια ομαδική τελετή μαζί με όλους τους φίλους μου που χάθηκαν στην καταστροφή. Εκείνη τη μέρα δε θα μπορέσω ποτέ να την ξεχάσω. Ένιωθα ότι όλες μου οι ελπίδες είχαν χαθεί. Και μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει ξανά ελπίδα, μόνο φόβος. Όσοι επιζήσαμε, μεταφέρθηκαμε στις ανατολικές ακτές με τη βοήθεια του στρατού. Η γη έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Τίποτα δε φυτρώνει, τίποτα δεν αναπνέει πια εκεί.
Τα νέα που καταφθάνουν κάθε μέρα δεν είναι καθόλου ευχάριστα. Ο ένας αποδίδει την ευθύνη στον άλλο και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη. Το μέγεθος του κακού ξεπερνάει τα όρια της φαντασίας μας. Πόσα δημιουργήματα, πόσα μουσεία, πόση τέχνη, πόση γνώση, πόσοι άνθρωποι χάθηκαν για πάντα; Και πόση φύση; Ένοπλες επαναστάσεις έχουν ξεσπάσει σε σημεία της ηπείρου. Πρέπει να είμαστε ενωμένοι, αλλά όχι. Επικρατεί χάος.
Δε ξέρουμε τι θα γίνει, πού θα πάμε. Ακούγεται ότι καμία χώρα δε θα θελήσει να δεχτεί εκείνους που «ετοιμάζουν όπλα μαζικής καταστροφής». Θα επιχειρήσουν να δικάσουν μια ολόκληρη χώρα, έναν ολόκληρο λαό; Έτσι λένε εδώ οι τηλεοράσεις από όσα μέρη μπορούν ακόμα να εκπέμψουν σήμα. Λίγοι μιλάνε για εργαστηριακό σφάλμα, οι περισσότεροι μιλάνε για αποτυχημένη απόπειρα επίθεσης. Εμείς όμως σε τι φταίμε; Οι απλοί πολίτες; Εκεί που θα έπρεπε ο κόσμος να μας λυπάται, μας μισεί, σκέφτεται ότι μπορεί να θέλαμε να τους επιτεθούμε με πυρηνικά. Ότι εκείνοι θα ήταν τώρα λίπασμα για τα χωράφια αν όλα είχαν πάει σύμφωνα με το υποτιθέμενο σχέδιο. Ήταν ένα εργαστηριακό σφάλμα, γιατί δεν μπορούν να το καταλάβουν, γαμώτο.
Ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο; Ποιος θα σκεφτόταν τόσο διεστραμμένα; Δεν μπορώ να το καταλάβω.
[1]Στίχοι από το Forever Young των Alphaville.
Tags: 80s , Duran Duran , dystopia , Dystopian Literature , environment , fantasy short story , sci-fi , Science Fiction , scifi short story , The Cure , weird , weird stories , weird story , αλλόκοτη ιστορία , αλλόκοτο , διήγημα , διήγημα φαντασίας , διήγημα φανταστικού , Έλληνες συγγραφείς , Επιστημονική Φαντασία , ερημιά , καταστροφή , Καταστροφή Περιβάλλοντος , λιβάδι , Λογοτεχνία , Λογοτεχνία του φανταστικού , λογοτεχνία φαντασίας , Λογοτεχνία Φανταστικού , Μουσική , πείραμα , πειράματα , περιβάλλον , συγγραφή , τέχνη , φανταστικό διήγημα



Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.