Η Θολή Αντανάκλαση, Μέρος Α’

«Δεν υπήρχε ούτε καν πρόσωπο, μόνο μια μάσκα με ένα άψυχο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο μέρος που ήταν κάποτε το στόμα του και δυο μαύροι κύκλοι που ήταν κάποτε τα μάτια του. Ακόμα και το σώμα του είχε αλλάξει, είχε χάσει τελείως τη μορφή του, δεν ήταν πια ένα σώμα φτιαγμένο από σάρκα, ήταν απλά ένας μαύρος μανδύας με μια κατάμαυρη κουκούλα που τον κάλυπτε ολόκληρο…»

Τα όνειρα γενικότερα είναι διάφορα σύμβολα για τον κάθε άνθρωπο. Για κάποιους τα όνειρα προβλέπουν το μέλλον, για άλλους είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες εικόνες του παρελθόντος και για τους περισσότερους τα όνειρα είναι ένας τρόπος διαφυγής από την πραγματικότητα. Ωστόσο υπάρχει ένα είδος ονείρου το οποίο διαφέρει από τα άλλα και δεν εμφανίζεται σε πολλούς και αυτό ονομάζεται… Η θολή αντανάκλαση.

Το όνειρο ξεκινά κάπως έτσι: Το άτομο κοιτά τον εαυτό του σε έναν καθρέφτη για να αναζητήσει τα στοιχεία από όπου πηγάζει η προσωπικότητά του. Υπάρχουν κάποια πλάσματα που εμφανίζονται ως σκιές του. Αυτές ψιθυρίζουν στο άτομο πράγματα που πρέπει να κάνει, που πρέπει να πει, που πρέπει να ασχοληθεί, με στόχο την απόλυτη αλλαγή, είτε είναι για την προσωπικότητα του είτε για την εμφάνισή του. Μολαταύτα, αυτός αποδέχεται τις συμβουλές των σκοτεινών πλασμάτων, θεωρώντας τους ως αγγέλους προσομοιωμένους σε σκιές, και καταλήγει να αλλάζει σε διάφορες εικόνες του εαυτού του που δεν είχε ανακαλύψει, νομίζοντας πως είναι κομμάτια της ψυχής του και ίσως στοιχεία που θα τον ολοκλήρωναν.

Με το πέρασμα του χρόνου, παρατηρεί τις αλλαγές που έγιναν στον ίδιο, στο περιβάλλον γύρω του αλλά και στην ίδια την αντανάκλασή του. Το περιβάλλον του είχε γίνει πιο ψυχρό και πιο σκοτεινό απ’ ότι κάποτε, σαν αυτά που του είχαν πει οι σκιές. Αντί να τον βοηθήσουν στη δημιουργία ενός γαλήνιου, φωτεινού και πιο φιλικού περιβάλλοντος, στο οποίο θα αισθανόταν αποδεκτός, του δημιούργησαν μια μαύρη σαν τη νύχτα αύρα, γεμάτη με αμφιβολίες, ενοχές και φόβους για το διαφορετικό. Έπειτα παρατηρεί τον εαυτό του πως άλλαξε μετά από τόσο καιρό. Δεν υπήρχε ούτε καν πρόσωπο, μόνο μια μάσκα με ένα άψυχο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο μέρος που ήταν κάποτε το στόμα του και δυο μαύροι κύκλοι που ήταν κάποτε τα μάτια του. Ακόμα και το σώμα του είχε αλλάξει, είχε χάσει τελείως τη μορφή του, δεν ήταν πια ένα σώμα φτιαγμένο από σάρκα, ήταν απλά ένας μαύρος μανδύας με μια κατάμαυρη κουκούλα που τον κάλυπτε ολόκληρο. Κάποια στιγμή προσέχει την αντανάκλασή του στον καθρέπτη. Ήταν μια παραμορφωμένη εικόνα, με το πρόσωπο θολωμένο σαν να το κάλυψε ένα άσπρο σύννεφο και το σώμα του άλλαζε τη μορφή του συνεχώς, λες και ο καθρέπτης ήταν φτιαγμένος από νερό που με το άγγιγμά του δημιουργούνται κύματα.

Με όλα αυτά που έβλεπε γύρω του, αναγνώρισε πόσο λάθος ήταν να τις ακούσει αυτές τις μυστήριες φωνές, πόσο λάθος ήταν να τις εμπιστευτεί νομίζοντας πως ήθελαν το καλό του. Προσπάθησε να βγάλει τη μάσκα, να σκίσει τον μανδύα, να δει τουλάχιστον τον πραγματικό του εαυτό. Μάταια όμως… Η μάσκα με τον καιρό είχε γίνει η δεύτερη σάρκα του, ενώ όσες φορές έσκιζε την κουκούλα αύτη κατέληγε σε κλάσματα δευτερολέπτου να ενώνει πίσω τα κομμάτια, αλλά και το ύφασμα να γίνεται όλο και πιο παχύ με κάθε προσπάθεια του να το σκίσει. Σε όλο αυτό, οι σκιές τον περιτριγύριζαν, γέλαγαν με αυτόν και του φώναζαν πως χωρίς αυτές θα γινόταν ένα τίποτα, μια σκιά χωρίς μορφή, μια μάζα που αναπνέει, μια μάσκα που αιωρείται και ότι μόνο με αυτές κατάφερε να αποκτήσει τουλάχιστον μια αντανάκλαση στον καθρέπτη της ψυχής του.

Από όλα αυτά που του είπαν οι σκιές, αυτός είχε καταλάβει κάτι. Οι σκιές απλά σχεδίαζαν την αντανάκλαση του καθρέπτη όπως ήθελαν εκείνες, όμως αυτές δεν σχεδίασαν τον ίδιο τον καθρέπτη και έτσι συμπέρανε το εξής: Μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την όψη της ψυχικής του αντανάκλασης που του την παρουσίασαν ως δική του οι σκιές αλλά δύναται να καταφέρει να δημιουργήσει ο ίδιος όπως θέλει πραγματικά να είναι τούτη η όψη. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να το κατορθώσει… Θα πρέπει να σπάσει τον καθρέπτη και να ενώσει τα σωστά κομμάτια.

Χωρίς δεύτερη σκέψη έσφιξε τη γροθιά του και με όλη του τη δύναμη έσπασε τον καθρέπτη σε χίλια κομμάτια. Χωρίς να το καταλάβει οι σκιές εξαφανίστηκαν. Ύστερα έσκυψε και παρατήρησε τα κομμάτια ένα-ένα. Κάποια ήταν τα συναισθήματα όπως ο θυμός, η δυστυχία, η χαρά κλπ, άλλα ήταν η εμφάνισή του, άλλα ήταν πράγματα που του άρεσαν ή δεν του άρεσαν κάποτε και άλλα ήταν οι ατέλειες του.

Όσο ο χρόνος περνούσε αυτός προσπαθούσε να ενώσει όσα περισσότερα κομμάτια νόμιζε πως του ανήκουν. Ωστόσο είχε συμπληρώσει μόνο μια μικρή γωνία του καθρέπτη, εξαιτίας του μακροχρόνιου αγώνα να ανακαλύψει τον πραγματικό του εαυτό. Κάποια στιγμή, όσο ήταν γονατιστός, άρχιζε να δακρύζει και να βγαίνουν κρύα δάκρυα από τη μάσκα του. Σκέψεις περιτριγύριζαν στο μυαλό του. Μήπως η επιλογή που έκανε ίσως ήταν λάθος, ίσως ήταν καλύτερα τότε που τον συμβούλευαν οι σκιές. Τουλάχιστον τότε ήταν κάποιος. Είχε χάσει κάθε ελπίδα. Δεν μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του, χρειαζόταν μια βοήθεια, κάτι ή κάποιον να τον βοηθήσει .

Μέσα σε όλα αυτά αισθάνθηκε ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο του και ένα φως να γαληνεύει τον χώρο. Γυρνάει και βλέπει μπροστά του ένα πρόσωπο γαλήνιο, φωτισμένο, λες και ήταν άγγελος. Πάραυτα φοβόταν μην ήταν ένα κόλπο των σκοτεινών πλασμάτων και έτσι κοιτούσε αλλού, προσπαθώντας να το αγνοήσει για να φύγει και συνέχιζε να ψάχνει τα σωστά κομμάτια. Μέχρι που κάποια στιγμή το πρόσωπο είχε πάρει στο χέρι του ένα κομμάτι του καθρέπτη. Το άτομο το κοίταζε περίεργα και αναρωτιόταν τι θα έκανε με αυτό το κομμάτι. Το πρόσωπο τον κοίταξε στα μάτια. Μπορεί να ήταν ένα σιωπηλό πλάσμα, όμως ο τρόπος που τον κοίταζε ήταν σαν να του έλεγε πράγματα που δεν είχε ακούσει από κανέναν να του λέει. Όσο τον κοίταζε το πλάσμα, τον άγγιξε με το άλλο του χέρι, λες και μπορούσε να δει κάτω από τη μάσκα του και να καταλάβει όλο τον πόνο που έζησε και δεν μοιραζόταν. Τελικά κοίταξε το κομμάτι που κρατούσε και το πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε… Το κομμάτι ήταν η ανασφάλεια κάτι που το πλάσμα δεν ήθελε να την ξανανιώσει το άτομο.

Το άτομο δεν κατάλαβε το λόγο που είχε πετάξει αυτό το κομμάτι, άλλα με το που το έκανε αισθάνθηκε κάτι διαφορετικό μέσα του. Ήταν σαν ένα βάρος να έχει φύγει από πάνω του και αισθανόταν πιο σίγουρος για μερικά από τα κομμάτια που θα τον οδηγούσαν στον πραγματικό του εαυτό. Βρήκε κομμάτια για τη προσωπικότητα του, κάποια θετικά κάποια αρνητικά όπως την ευφυία του, πράγματα που αγαπά ή που μισεί, πράγματα που τον κάνουν ευάλωτο ή ακόμα και κάποιες αδυναμίες οι οποίες στην αρχή δεν τις αποδεχόταν πως τις έχει, τις είχε αποδεχτεί μετέπειτα ως κομμάτια της ψυχής του .

Καθώς όμως τα έπαιρνε και τα έβαζε στον καθρέπτη μαζί με το μυστήριο πλάσμα, παρατήρησε τα χέρια του. Είχαν κοψίματα και αίματα από τα αιχμηρά κομμάτια του καθρέπτη χωρίς καν να τα έχει προσέξει. Όλα αυτά ήταν σημάδια εμποδίων που βρισκόντουσαν στο δρόμο της αυτογνωσίας και της ψυχολογικής ανάπτυξης, σημάδια που του θύμιζαν το σκοπό αυτού του σημαντικού έργου. Ακόμα και όταν πονούσε πολύ και δεν μπορούσε άλλο να συνεχίσει, είχε δίπλα το πρόσωπο που τον βοηθούσε με τούτο το έργο και αυτό τον έκανε πιο δυνατό. Μόλις ένωσαν τα σωστά κομμάτια και απέρριψε κάποια που δεν ταίριαζαν νόμιζε πως είχε τελειώσει την αποστολή του. Έκανε λάθος όμως. Το κατάλαβε γιατί με το που κοίταξε τον καθρέπτη είδε πως του έλλειπε σχεδόν ο μισός και αναρωτιόταν μήπως του έλλειπε κάτι άλλο από τη ζωή του… Αλλά και να του έλλειπε δεν ήξερε τι.

Μετά από λίγη ώρα αισθάνθηκε κάποια άλλη ύπαρξη, εκτός του φωτεινού πλάσματος, όμως οικεία. Γύρισε να κοιτάξει και τι να δει; Δεν ήταν μόνο ένα πλασματάκι… Ήταν περισσότερα, όχι όσες ήταν οι σκιές, αλλά αρκετά για να τον βοηθήσουν με τον καθρέπτη. Κάποια ερχόντουσαν κοντά του με αυτοπεποίθηση, άλλα ερχόντουσαν πιο ντροπαλά, άλλα τον πλησίασαν για να θεραπεύσουν τις πληγές του, άλλα είχαν μείνει για να τον βοηθήσουν και άλλα γινόντουσαν ένας άνεμος. Ένα όμως κοινό είχαν όλα τους, καθένα από αυτά κρατούσαν ένα χαμένο κομμάτι του καθρέπτη, που μόνα τους τα τοποθετούσαν στο σωστό σημείο. Παρατήρησε μετά κάτι μέσα του και γύρω του, κάτι διαφορετικό, σαν η αντανάκλασή του ακόμα και μισοτελειωμένη άρχιζε από μόνη της να αποκτά μια μορφή ή ακόμα και ο χώρος γύρω του να έχει γίνει ακόμα πιο φωτεινός, ίσως και με μια πινελιά από χρώματα, τα οποία αλλοίωναν όλο αυτό το σκοτάδι. Για πρώτη φορά αισθανόταν ένα διαφορετικό πρόσωπο, ακόμα και με τη μάσκα, μια ξεχωριστή ψυχή , χωρίς καν να τη δει στον καθρέπτη, μια εικόνα του εαυτού του που ήταν βαθιά κρυμμένη κάτω από τον σκοτεινό μανδύα. Και όλα αυτά χάρις τα φωτεινά πλασματάκια που συνάντησε στο περίπλοκο και αλλόκοτο δρόμο του.

Αυτό ήταν… Έφτασε στο μεγάλο τέλος, κατάφερε μετά από τόσο κόπο και αρκετή βοήθεια, να ανακαλύψει ποιος είναι πραγματικά. Επιτέλους θα απαλλαχθεί από όλο το σκότος που τον στοίχειωνε από πάντα, θα πέσει αυτή η καταραμένη μάσκα με το ψεύτικο αλλά φρικαλέο χαμόγελο, θα σκιστεί αυτός ο βαρύς μανδύας . Ήταν ώρα να δει την πραγματική του αντανάκλαση. Ή αυτό νόμιζε…

 

Άννα Κλουκινιώτη

Tags: άγγελος , άγγιγμα , αίμα , αίματα , Άνθρωπος , αντανάκλαση , αυτογνωσία , γροθιά , δρόμος , δυστυχία , εικόνες , ελπίδα , ευφυΐα , θολή αντανάκλαση , θυμός , καθρέπτης , κομμάτι , κομμάτια , κουκούλα , κύμα , κύματα , μανδύας , μάσκα , μάτια , Μέλλον , νερό , Όνειρα , όνειρο , περιβάλλον , πλάσμα , πλάσματα , προσωπικότητα , Σκιά , σκιές , σκοτάδι , σύμβολο , συνισθήματα , σώμα , φως , χαμόγελο , χαρά , Ψυχή

Φίλοι της σελίδας : Άρθρα & διηγήματα

Δημοσιεύτηκε Απρίλιος 4, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.