1
Για να είμαι ειλικρινής, όταν είδα την ομάδα των έξαλλων πιτσιρικάδων να μπουκάρουν στο χωριό βγάζοντας ξέφρενους αλαλαγμούς, το μυαλό μου δεν πήγε αμέσως στο κακό. Και γιατί να πάει; Αφού πολύ σπάνια συνέβαινε κάτι άσχημο στα μέρη μας. Ο τόπος ήταν φιλικός, το κλίμα ευχάριστο και η θάλασσα που έγλυφε τους βράχους που προστάτευαν τις ακτές μας από τις τρικυμίες του χειμώνα ήταν γενναιόδωρη, γεμάτη ψάρια, νόστιμα όστρακα, χταπόδια και αχινούς. Όλα τα παιδιά μας ήταν γερά και δυνατά, ηλιοψημένα, με λαμπερά μάτια και γρήγορα μυαλά. Η αρρώστια μας επισκεπτόταν πολύ σπάνια και, όταν συνέβαινε αυτό, η σοφή γριά που ζούσε στην κορφή του λόφου είχε πάντα κάποιο μαντζούνι για να βοηθήσει την κατάσταση. Εν ολίγοις, ήμασταν ευτυχισμένοι. Όσο ευτυχισμένοι μπορεί να είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν ζήσει ποτέ μια καταστροφή, έναν πόλεμο ή μια επιδημία.
Σηκώθηκα από την κουνιστή μου πολυθρόνα που βρισκόταν κάτω από τη σκιερή βεράντα του σπιτιού μου και τους φώναξα:
«Έπ! Τι κάνετε εκεί; Γιατί φωνάζετε έτσι; Πάθατε τίποτα»;
Τα πρόσωπά τους με καθησύχασαν. Έλαμπαν από χαρά και από αυτό το συναίσθημα της αγαλλίασης που νιώθουν μόνο τα παιδιά όταν έχουν ανακαλύψει κάτι το συναρπαστικό.
«Αρχηγέ»! Έτσι με φώναζαν όλοι. «Κοίτα τι βρήκαμε»!
Μαζεύτηκαν γύρω μου σαν υπερκινητικά κλωσόπουλα και άρχισαν να σπρώχνονται μεταξύ τους στην προσπάθεια τους να μονοπωλήσουν την προσοχή μου. Τελικά, το μεγαλύτερο από αυτά, ο Βερν, κατάφερε με μια σειρά σπρωξιών και σκουντημάτων να βρεθεί μπροστά μου. Έτεινε τα χέρια του προς το μέρος μου και μου είπε χαρωπά: «Ορίστε»!
Κοίταξα αυτό που κρατούσε στα ηλιοκαμένα και βρώμικα χεράκια του: Ένας μικρός κύλινδρος. Μεταλλικός και αστραφτερός σαν να είχε φτιαχτεί μόλις χτες. Είχε το χρώμα του γυαλιστερού ασημιού που δεν έχει προλάβει να μαυρίσει ακόμα από τα χρόνια.
«Θέλεις να μου τον δώσεις να τον κοιτάξω λίγο πιο καλά»; Τον ρώτησα.
Ο Βερν, έτσι έλεγαν το μικρό εκείνο αγοράκι, τον άφησε στα χέρια μου δίχως να διστάσει καθόλου. Τον ψηλάφισα προσεκτικά με ανήσυχα δάχτυλα. Ήταν βαρύς, σαν να έκρυβε μέσα του κάποιο πηχτό υγρό και στην επιφάνειά του δεν υπήρχε καμία ραφή ή ένωση. Έμοιαζε λιγάκι με κυλινδρικό αυγό. Πάνω του ανακάλυψα ένα μικρό σχέδιο. Ίσως να ήταν χρωματιστό κάποτε αλλά τώρα είχε απομείνει μόνο ένα περίγραμμα που είχε σκαλιστεί στην επιφάνεια του κυλίνδρου. Έμοιαζε λιγάκι με αστέρι με καμπυλωτές ακτίνες που επικάλυπτε έναν κύκλο. Επίσης, ήταν ψυχρός στο άγγιγμα, σαν να έκρυβε μέσα του το κρύο ενός φυλακισμένου χειμώνα.
Για μια στιγμή, για ένα λεπτό μονάχα, ένιωσα μια αφύσικη ανησυχία να αναδεύεται μέσα μου. Η θάλασσα που μας έτρεφε, πότε-πότε μας χάριζε παράξενα δώρα. Πολλά πρωινά, συνήθως μετά από μια νύχτα καταιγίδας, όταν τα κύματα φούσκωναν και έσπαγαν πάνω στους βράχους σαν εξαγριωμένα θηρία, βρίσκαμε μυστήρια αντικείμενα στην αμμουδιά: Μπουκάλια που ήταν φτιαγμένα από ένα ελαφρύ και διάφανο υλικό που βούλιαζε στο σφίξιμο των χεριών μας χωρίς να σπάει, κομμάτια από μέταλλο που δεν σκούριαζε ποτέ, πολύχρωμους σωλήνες που κάποιοι ήταν λεπτοί σαν κλωστές. Οι γέροι του χωριού έλεγαν πως μια φορά και έναν καιρό, προτού αλλάξει ο κόσμος, υπήρχε μια μεγάλη πολιτεία εκεί που τώρα απλώνεται η γαλάζια θάλασσα. Αυτή η πολιτεία είχε βουλιάξει όταν σηκώθηκαν τα νερά αλλά οι τεράστιοι πύργοι της υψώνονταν ακόμα κάπου βαθιά, στον βυθό, εκεί όπου δεν φτάνει το φως του ήλιου. Μια φορά και έναν καιρό, οι ψαράδες του χωριού μας έβρισκαν τα δίχτυα τους σκισμένα, αλλά με τον καιρό είχαν μάθει να αποφεύγουν τα επικίνδυνα σημεία.
Μήπως αυτό το πράγμα είχε έρθει από εκείνη την βυθισμένη πολιτεία; Κι αν ναι, τι σόι πράγμα να ήταν;
Χάιδεψα φιλικά το αναμαλλιασμένο κεφάλι του Βερν.
«Μπορώ να το κρατήσω για λίγο»; Τον ρώτησα. «Ίσως είναι κάτι σημαντικό. Νομίζω ότι πρέπει να το δείξουμε στους προύχοντες του χωριού. Αυτοί μπορεί να ξέρουν τι πράγμα είναι».
Εκείνος ένευσε καταφατικά και τα γελαστά του μάτια δεν σκοτείνιασαν καθόλου.
«Ποιος από σας το βρήκε»; Ρώτησα τα υπόλοιπα παιδιά.
Εκείνα, ζωηρά και χαρούμενα πάντα, μου έδειξαν έναν ντροπαλό πιτσιρικά που στεκόταν ανάμεσα στους άλλους και έγλυφε τον αντίχειρά του με νευρικότητα. Τον ήξερα, όπως και κάθε άλλο παιδί του χωριού. Ονομαζόταν Νίκολας και ήταν ένα μικρόσωμο παιδάκι που δεν μιλούσε πολύ. Ήταν όμως πάντα ευγενικός και, όταν χαμογελούσε, ολόκληρος ο κόσμος έμοιαζε να γεμίζει με φως.
Ο Νίκολας ένευσε καταφατικά.
Κάθισα ανακούρκουδα μπροστά του καθώς τα παιδιά σχημάτιζαν γύρω μας έναν κύκλο και του είπα απαλά:
«Θέλεις να μου πεις πού το βρήκες»;
Ο Νίκολας δεν δίστασε καθόλου: «Να, εκεί, στα βράχια. Κοντά στο νερό. Ήταν σφηνωμένο ανάμεσα σε δυο πέτρες. Χρειάστηκε να το τραβήξω με όλη μου τη δύναμη»!
Του χαμογέλασα ενθαρρυντικά:
«Έχω την άδειά σου να το πάρω μαζί μου και να το δείξω στους γέρους του χωριού»;
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και με ανακούφιση, σαν να χαιρόταν που θα ξεφορτωνόταν το παράξενο τούτο εύρημα.
Σηκώθηκα όρθιος και είπα στα υπόλοιπα παιδιά:
«Μην ανησυχείτε! Θα πω σε όλους ότι εσείς το βρήκατε και, αν είναι κάτι σπουδαίο, θα γίνετε όλοι ήρωες»!
2
Ο αστραφτερός κύλινδρος είχε τοποθετηθεί στη μέση του στρογγυλού τραπεζιού, στο δωμάτιο των συσκέψεων που βρισκόταν στον πάνω όροφο του Δημαρχείου. Αν και αυτές οι ονομασίες είναι αρχαϊκές, «Αίθουσα συσκέψεων» και «Δημαρχείο», της χρησιμοποιούμε ακόμα. Είναι τα απομεινάρια μιας περασμένης εποχής όπου οι φανταχτερές λέξεις και οι τίτλοι χρησιμοποιούνταν πολύ γιατί ήταν πολύ εντυπωσιακοί και προκαλούσαν τον θαυμασμό. Προτού γκρεμιστούν τα πάντα, όπως μας αφηγούνται ξανά και ξανά οι γέροντες του χωριού μας.
Τώρα λοιπόν καθόμασταν γύρω από εκείνο το στρογγυλό τραπέζι, εγώ και οι έξι υπόλοιποι προύχοντες, οι πιο σημαντικοί άνθρωποι του χωριού μας. Ήμασταν αυτοί που έπαιρναν τις δύσκολες αποφάσεις, είτε γιατί η ζωή μας είχε προικίσει με μεγάλη σωματική δύναμη (εμένα για παράδειγμα), είτε γιατί ξέραμε πολλά για τους παλιούς καιρούς (όπως ο Στεφάν που καθόταν δίπλα μου και ήξερε να διαβάζει τα παλιά βιβλία που μάζευε στο σπίτι του), είτε γιατί καταλαβαίναμε πολύ καλά τη μητέρα Θάλασσα και μπορούσαμε να προβλέψουμε τις αλλαγές της, όπως ο Δημήτριος που είχε γεννηθεί με μια παράξενη δύναμη: μπορούσε να μιλάει με τα δελφίνια και με τα υπόλοιπα μεγάλα πλάσματα του νερού και εκείνα τον αγαπούσαν και μας βοηθούσαν να έχουμε πλούσιες ψαριές.
Τώρα καθόμασταν στα καθίσματα μας από σφιχτοπλεγμένα καλάμια και κοιτάζαμε τον παράξενο κύλινδρο με πρόσωπα πάνω στα οποία είχε χαραχτεί μια δύσπιστη απορία.
Πρώτος αποφάσισε να μιλήσει ο Στεφάν, ο οποίος αφού χάιδεψε την μακριά γενειάδα του με νευρικές κινήσεις, ξερόβηξε και είπε το εξής:
«Ωραία. Ας ξεκινήσουμε. Τι θα κάνουμε με αυτό το πράγμα»;
Ήταν ο Δημήτριος εκείνος που αποφάσισε να του απαντήσει:
«Προτού αποφασίσουμε θα έλεγα ότι πρέπει να δούμε πρώτα τι γνωρίζουμε για αυτό».
«Σωστά», «Βέβαια,» «Έτσι πρέπει» συμφωνήσαμε όλοι οι άλλοι.
«Λοιπόν», συνέχισε το συλλογισμό του ο Στεφάν, μήπως θα έπρεπε εσύ, Στίβι, να μας πεις τι ακριβώς συνέβη; Σε σένα ήρθαν τα παιδιά για να σου δείξουν αυτό το εύρημα».
Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα να μιλάω:
«Ναι, σωστά. Με πλησίασαν χτες. Ήταν δέκα όλα κι όλα τα μικρά και φαίνονταν πολύ χαρούμενα. Μου είπαν ότι ο Νίκολας, ο μικρούλης γιός της Φαίης που έχει το φούρνο, καθώς έπαιζε λίγο πιο πέρα από τους άλλους πάνω στους βράχους, είδε αυτό το πράγμα. Του έκανε εντύπωση γιατί ήταν γυαλιστερό και λείο σαν ασημένιο αυγό. Μου είπε ότι ήταν σφηνωμένο ανάμεσα σε κάτι βράχους και δυσκολεύτηκε να το ξεκολλήσει. Από ό,τι κατάλαβε, το έφερε το κύμα, μάλλον χτες το βράδυ που η θάλασσα ήταν τρικυμισμένη».
«Το θέμα είναι, τι στο καλό είναι αυτό το πράγμα»;
Η ερώτηση ξεπήδησε από το στόμα ενός από τους τρεις υπόλοιπους προύχοντες. Του Μπάζιλ, ενός σιδερά που κατάφερνε να φτιάχνει πολύ χρήσιμα αντικείμενα από τα σιδερικά που πότε-πότε ξέβραζαν τα κύματα.
«Είναι ολοφάνερα κάποιου είδους δοχείο» σχολίασε ο πολυδιαβασμένος Στεφάν. «Κάτι περιέχει».
«Σωστά», «Ναι», «Προφανώς» νεύσαμε οι υπόλοιποι.
«Ότι και να’ ναι αυτό, αυτοί που το φτιάξανε, θέλανε να σιγουρευτούνε ότι το δοχείο ήταν γερό και θα έσπαγε πάρα πολύ δύσκολα» συνέχισε ο Στεφάν.
«Τότε, ή θα έχει μέσα του κάτι πολύτιμο ή….»άρχισε να λέει ο Μπάζιλ,
«Η κάτι πολύ-πολύ επικίνδυνο», τον διέκοψε ο Δημήτριος, συμπληρώνοντας ωστόσο τον συλλογισμό του με μεγάλη επιτυχία.
Μείναμε σιωπηλοί, και οι έξι, να κοιτάζουμε τον κύλινδρο με μια δυσπιστία που είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο.
«Σίγουρα πάντως μας ήρθε από την βυθισμένη πολιτεία» έσπασα τη βαριά σιωπή.
«Πάντα με φόβιζε αυτό το μέρος», μουρμούρισε ο Δημήτριος, «Είναι παράξενο. Τα δελφίνια το αποφεύγουν και κάποια από τα σφουγγάρια που φυτρώνουν στα ερείπια του είναι πολύ πιο μεγάλα από το κανονικό και έχουν παράξενα χρώματα. Ποιος ξέρει τι έκαναν οι παλιοί άνθρωποι εκεί πέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και ανέβουν τα νερά. Σίγουρα πάντως τίποτα καλό».
Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά μας για δεύτερη φορά, ήταν πολύ πιο βαριά. Και ο τρόπος που διακόπηκε ήταν πολύ πιο ξαφνικός: Η κλειστή πόρτα του δωματίου άρχισε να τραντάζεται από ξέφρενα χτυπήματα. Ανάμεσα τους ακουγόταν η τρομαγμένη φωνή μιας γυναίκας. Ήταν της Φαίης, της μητέρας του Νίκολας:
«Βοηθήστε με σας παρακαλώ, βοηθήστε με! Το παιδί μου δεν είναι καθόλου καλά»!
Τιναχτήκαμε όρθιοι σαν να μας είχαν τσιμπήσει σκορπιοί. Κάποιος άνοιξε την πόρτα και η Φαίη όρμησε μέσα αναμαλλιασμένη, κάθιδρη, με μάτια που τα είχε γεμίσει ένας φοβερός πανικός.
«Βοηθήστε με σας παρακαλώ»! επανέλαβε.
«Πάμε να δούμε το παιδί»! πρότεινε ο Στεφάν που είχε αποκτήσει την ιδιότητα του αρχηγού της ομάδας μας.
Κατεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στο ισόγειο του δημαρχείο, διασχίσαμε την πλατεία του χωριού μας και μετά, στο τέλος ενός σκονισμένου σοκακιού, φτάσαμε στο φουρνάρικο της Φαίης. Εκείνη μας έμπασε στο μοναδικό δωμάτιο που βρισκόταν στο πίσω μέρος του. Εκεί, ξαπλωμένο σε μια αιώρα, βρισκόταν ένα μικρό κορμί που δυσκολεύτηκα πολύ να αναγνωρίσω. Κι όμως, ήταν ο Νίκολας, το παιδάκι που μόλις χτες έλαμπε από υγεία και χαρά. Τώρα, το σώμα του ήταν καλυμμένο από φριχτά έλκη τα μάτια του είχαν βουλιάξει και μας κοιτούσαν τρομοκρατημένα. Σταγόνες μαύρου αίματος περικύκλωναν το στόμα του.
«Μα τι έπαθε»; Ρώτησε με σβησμένη φωνή ο Μπάζιλ.
«Από χτες το βράδυ άρχισε ν’ αρρωσταίνει», μας είπε η μητέρα του, η Φαίη, «Μου έλεγε ότι δεν ένιωθε καλά. Μετά έκανε εμετό αλλά τουλάχιστον κοιμήθηκε. Και σήμερα ξύπνησε έτσι»!
Προτού ολοκληρώσει αυτά τα λόγια κραυγές άρχισαν να γεμίζουν το χωριό. Γυναικεία κλάματα. Φωνές απόγνωσης. Πεταχτήκαμε όρθιοι και βγήκαμε από το μικρό δωμάτιο για να δούμε τι συνέβαινε. Στην πλατεία ήταν μαζεμένες οι μητέρες των υπόλοιπων παιδιών. Έκλαιγαν. Γύρω τους είχε μαζευτεί ένα πλήθος τρομαγμένων χωριανών. Κάποιοι προσπαθούσαν να τις παρηγορήσουν, κάποιοι τις κοίταζαν κατάπληκτοι, οι περισσότεροι έκαναν αμήχανε κινήσεις ανημποριάς.
Τις πλησιάσαμε όλοι μαζί και εκείνες μας περικύκλωσαν σαν ένα κοπάδι πεινασμένων πουλιών.
Μια ανατριχιαστική σκέψη άστραψε στο μυαλό μου. Έτσι ακριβώς με είχαν περικυκλώσει τα παιδιά τους χτες, χαρούμενα, αναστατωμένα, με μάτια φωτεινά και πρόσωπα που χαμογελούσαν γεμάτα ικανοποίηση και προσμονή. Και τώρα, μια μόλις μέρα μετά, τα πρόσωπα των μητέρων τους ήταν χαρακωμένα από τις αυλακιές του φόβου.
«Τι συμβαίνει; Τι»; Ρώτησα, «τι πάθατε όλες σας ξαφνικά»;
«Τα παιδιά μας, τα παιδιά μας δεν είναι καλά»! άρχισαν να κραυγάζουν αυτές κλαίγοντας γοερά.
«Τι πάθανε»;
«Κάνουν εμετό, φτύνουν αίμα και έχουν ανεβάσει πυρετό»!
Αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου:
«Πάμε να δούμε»! είπα στους υπόλοιπους.
«Μην κινηθεί κανείς»! ακούστηκε τότε μια στριγκή φωνή. Έμοιαζε με την θυμωμένη κραυγή ενός μεγάλου γλάρου. Είχε τόση δύναμη μέσα της που μείναμε όλοι ακίνητοι, εμείς, οι προύχοντες του χωριού, οι γυναίκες που θρηνούσαν και το έκπληκτο πλήθος που είχε μαζευτεί γύρω μας.
Κοίταξα, ως ο πιο μεγαλόσωμος που ήμουν, πάνω από τα κεφάλια που είχαν μαζευτεί γύρω μας.
Στην άκρη της πλατείας στεκόταν μια μικρόσωμη γυναίκα. Φορούσε μαύρα κουρέλια που την τύλιγαν σαν σάβανο. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα άσπρα και μακριά και έμοιαζαν με οργισμένα σύννεφα. Στα κοκαλιάρικα χέρια της με τα μακριά νύχια και τις αρθριτικές κλειδώσεις κρατούσε ένα μακρύ ραβδί από κάποιο ξασπρισμένο ξύλο που είχε ξεβράσει η θάλασσα. Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδωμένο και γεμάτο πανάδες και ουλές αλλά τα μάτια της έλαμπαν με μια ζωή που έμοιαζε πύρινη και επικίνδυνη.

3
Ήταν η σοφή γριά. Εκείνη που ζούσε μόνη, πάνω απ’ το χωριό μας. Εκείνη που γνώριζε πώς να θεραπεύει τις αρρώστιες, να λύνει τα μάγια και να διώχνει τα πνεύματα της καταστροφής και του θανάτου.
«Τι θες εσύ εδώ»; Τη ρώτησα άθελα μου. Στη φωνή μου δεν υπήρχε καμία εχθρότητα γιατί η γριά του λόφου ήταν πάντοτε καλοδεχούμενη από όλους. Ούτε καν θυμόμασταν πόσες γενιές μωρών είχε ξεγεννήσει και πόσους γέροντες είχε ανακουφίσει από τους πόνους του κουρασμένου σώματός τους. Για την ίδια έλεγαν ότι δεν επρόκειτο να πεθάνει ποτέ γιατί ο ίδιος ο Χάρος φοβόταν τις γνώσεις και τη δύναμή της.
«Εγώ την έφερα»! μου απάντησε η Φαίη. «Έστειλα κάποιον να τη φωνάξει! Μήπως και μου σώσει το παιδί»!
«Μπορείς να μας βοηθήσεις»; Τη ρώτησε ο Στεφάν. Η φωνή του έτρεμε. Εκείνη τη στιγμή έμοιαζε το ίδιο αδύναμος και φοβισμένος όπως όλοι μας. Τα βιβλία του δεν μπορούσαν να βοηθήσουν.
Εκείνη μας πλησίασε με μικρά και αποφασιστικά βήματα. Τα μάτια της, διαπεραστικά σαν νυστέρια, καρφώθηκαν στα πρόσωπα μας.
«Πριν έρθω εδώ, είδα ένα-ένα όλα τα παιδιά», μας είπε με τη στριγκή φωνή της. «Κάποια απ’ αυτά θα ζήσουν. Κάποια θα πεθάνουν».
Η δήλωση της ξεσήκωσε ένα κύμα κραυγών και λυγμών από τις τρομαγμένες μητέρες.
«Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις»; Τη ρώτησε μια από αυτές.
Η γριά την κοίταξε αγέρωχα:
«Στο χωριό σας έχει έρθει ένα αρχαίο κακό», μας είπε, «Κάτι που έκρυβε η θάλασσα για περισσότερα χρόνια από όσο μπορείτε να φανταστείτε. Ήρθε όμως η ώρα που τα κύματα το ξεκόλλησαν από το βυθό και το πέταξαν στα βράχια, εκεί όπου το βρήκαν τα παιδιά σας»!
«Ο κύλινδρος, μιλάς για τον κύλινδρο»! φωνάξαμε όλοι μαζί.
«Ναι» μας βεβαίωσε η γριά μάγισσα. «Μέσα του κρύβει ένα φριχτό δηλητήριο. Μια μαύρη δύναμη που σκοτώνει τη ζωή ακόμα και χωρίς να την αγγίξει. Είναι σαν αόρατος ήλιος που οι ακτίνες του καταστρέφουν ότι αγγίζουν».
«Πες μας τι μπορούμε να κάνουμε»! την παρακάλεσε η Φαίη με δάκρυα στα μάτια.
«Πρέπει να το γυρίσετε πίσω από εκεί που ήρθε», της απάντησε η γριά. «Να το πετάξετε όσο μπορείτε πιο μακριά μέσα στη θάλασσα. Το κακό που κρύβει μέσα του είναι αυτό που κατέστρεψε τον παλιό κόσμο. Οι αρχαίοι άνθρωποι ήταν, βλέπεις, αλαζονικοί. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να τιθασεύσουν αυτή τη δύναμη αλλά έκαναν λάθος. Τους ξέφυγε, έγινε ελεύθερη και τους σκότωσε, αυτούς και τις τεράστιες πολιτείες τους. Και μετά η γη ξύπνησε, τα νερά σηκώθηκαν και σκέπασαν τις αμαρτίες τους για πάντα. Αλλά το κακό υπάρχει ακόμα εκεί κάτω. Περιμένει. Και τώρα ξέρετε όλοι ότι ζει ακόμα».
Και με αυτά τα λόγια, μας γύρισε την πλάτη, έφυγε από το χωριό και ανέβηκε πάλι στην κορφή του λόφου, εκεί όπου μέσα σε μια αρχαία σπηλιά κρυβόταν το σκοτεινό της σπιτικό.
4
Το επόμενο πρωί, με το πρώτο φως της ημέρας, ο Μπάζιλ και εγώ μπήκαμε στη βάρκα του και αρχίσαμε να κωπηλατούμε προς τ’ ανοιχτά. Η ακτή αλάργεψε από κοντά μας, μετατράπηκε σε μια γαλάζια ταινία που από πάνω της κρεμόταν λευκά σύννεφα. Κατά τα άλλα, ο ουρανός ήταν γαλανός, η θάλασσα γαλήνια και η βάρκα κινούταν γοργά καθώς την έσπρωχναν τα κουπιά μας, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο μέσα στα βαθιά νερά.

Μαζί μας είχαμε ένα μικρό μπαούλο που ήταν φτιαγμένο από ένα πολύ βαρύ υλικό που ο Στεφάν μου είχε πει ότι ονομαζόταν «μόλυβδος». Το είχε βρει στο κελάρι του και σύμφωνα με αυτά που διάβασε στα βιβλία του, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μην ξαναξυπνήσει ποτέ το κακό του κυλίνδρου.
Η σκέψη αυτή με ανακούφιζε. Βλέπετε, κανείς από όσους είχαν αγγίξει το καταραμένο αυτό πράγμα δεν είχε μείνει αλώβητος. Το δεξί μου χέρι, αυτό με το οποίο τον είχα πιάσει, είχε γεμίσει και αυτό με έλκη ενώ όσοι είχαν σταθεί κοντά του είχαν ήδη αρρωστήσει. Αλλά η γριά μας το είχε πει ξεκάθαρα. Κάποιοι θα πέθαιναν και κάποιοι θα ζούσαν.
Όπως είχε συμβεί και παλιά, όταν ο παλιός κόσμος είχε βουλιάξει.
«Εδώ είμαστε», είπε ο Μπάζιλ σπάζοντας τη σιωπή που κρεμόταν ανάμεσα μας.
Σταμάτησα να κωπηλατώ. Το ίδιο και αυτός.
Βρισκόμασταν τόσο μακριά από την ακτή που το νερό της θάλασσας ήταν λουλακί, σχεδόν μαύρο γύρω από τη βάρκα. Μια βαθιά ησυχία απλώθηκε γύρω μας. Οι ρουφηχτοί ήχοι των κυμάτων που έγλυφαν το μικρό σκαρί απαλά έκαναν τη σιγαλιά ακόμα πιο μεγάλη.
«Ήρθε η ώρα» μουρμούρισα.
Άρπαξα το βαρύ κουτί με το γερό μου χέρι και το πέταξα με μια απότομη κίνηση όσο γινόταν πιο μακριά. Εκείνο βυθίστηκε τόσο γρήγορα που μου φάνηκε πως κάποιο αόρατο χέρι το είχε αρπάξει και το είχε σύρει στα βάθη της θάλασσας, εκεί όπου μέσα σε βυθούς που δεν έβλεπαν ποτέ το φως του ήλιου, σάπιζαν οι αμαρτίες ενός νεκρού κόσμου.
Μια σειρά από φυσαλίδες που αναδύονταν ανάμεσα από τα κύματα ήταν το μόνο πράγμα που μαρτυρούσε το σημείο όπου είχε βουλιάξει το κουτί.
Όταν και η τελευταία τους έσκασε πάνω στο νερό, αρχίσαμε να κωπηλατούμε πίσω, στην ακτή.
Tags: dystopia , fantasy , fantasy short story , fantasy story , Literature , Science Fiction , weird stories , weird story , αλλόκοτη ιστορία , διήγημα , Διήγημα Φαντασία , διήγημα φαντασίας , διήγημα φαντασστικού , διήγημα φανταστικού , Διηγήματα , διηγήματα φαντασίας , Ελληνική Λογοτεχνία , Επιστημονική Φαντασία , Έρικ Σμυρναίος , θάλασσα , Λάβκραφτ θάλασσα , Λογοτεχνία , μάγισσα


Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.