“Αντίκρισα με την άκρη του ματιού μου μια άμαξα με άλογα που έμοιαζαν με λάβα και οδηγό έναν κουκουλοφόρο μαυροφορεμένο με σκελετωμένα χέρια.
Σαν να πάγωσε ο χρόνος ένιωσα στα πλευρά μου αυτά τα δυο σκελετωμένα και παγωμένα χέρια να με τραβάνε πάνω.”
“Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ίσως να ήταν καλύτερα, σκέφτηκα. Ούτως ή άλλως, όλοι εδώ κοντά ήταν τρελοί. Δεν έβγαζαν νόημα. Δεν είχαν λογική στο κεφάλι τους… Δεν έβλεπα την ώρα να φύγω, όμως πρώτα, έπρεπε να προμηθευτώ κάτι νέο για να με βοηθήσει στο ταξίδι μου…”
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.