Οι Μικρούληδες Άνθρωποι

“Του φάνηκε, σαν να είδε μπροστά του, για λίγα δευτερόλεπτα, πολύ κοντούς ανθρώπους, πιο κοντούς κι από ένα μέτρο, με άγριο, σκούρο τρίχωμα, σε όλο το σώμα τους και με τρομακτικά παράταιρα και διαστρεβλωμένα τα μέλη τους.”

21 Νοεμβρίου 2020

Όλοι τους ήταν κουρασμένοι από την πεζοπορία. Στάθηκαν μπροστά στον κοκκινωπό ήλιο που κατέβαινε μεγαλοπρεπής, άγγιζε τη σειρά των πεύκων, στην απέναντι βουνοκορφή κι έδυε πίσω από τις μισοσκότεινες μάζες των βουνών. Είχε δροσιά, που σιγά σιγά μετατρέπονταν στην βραδινή κοφτερή ψύχρα του ορεινού κλίματος. Είχαν ήδη φτάσει σε υψόμετρο χιλίων διακοσίων μέτρων. Δεν τα είχαν πάει κι άσχημα ως τώρα. Θα έκαναν μια στάση, στήνοντας τις σκηνές τους για το βράδυ και θα συνέχιζαν, αύριο, πρωί πρωί, για να φτάσουν στο στόχο τους, που ήταν η κορυφή βορειοδυτικά, στα χίλια εννιακόσια μέτρα. Πίστευαν, πως δεν θα χρειαζόντουσαν πάνω από μια μέρα για αυτό.

Έφαγαν, κάθισαν γύρω από τη φωτιά και έπιναν μπύρες και τσίπουρα. Χαχανητά και φωνές ακούγονταν, από όλο τον κύκλο των φίλων με τον κοινό σκοπό, για αρκετές ώρες. Όταν το βράδυ έπεσε βαρύ σαν πέπλο, οι πιο πολλοί πήγαν για ύπνο. Κάποιοι, μείνανε, κοιτώντας κουρασμένοι και σκεφτικοί τη φωτιά, έξω από τις σκηνές, σαν υπνωτισμένοι από τις χορωδίες των εντόμων, τα υπόκωφα κραξίματα πουλιών και, που και που και σπάνια, από τα ουρλιαχτά λύκων, που ακουγόντουσαν μακρινά, αλλά κατάφερναν, σκίζοντας γρήγορα το θολό σκοτάδι, να διασχίσουν αρκετά χιλιόμετρα για να μπουν, χωρίς δισταγμό, μέσα στα αυτιά τους, κάνοντας τους να ανατριχιάζουν.

«Αυτό ακούστηκε από κοντά», είπε ο Γ.

«Είναι εντύπωση σου, που τη δημιουργεί η υπόλοιπη σιωπή του δάσους κι ο τόνος και η συχνότητα της κραυγής», απάντησε ο Α.

«Ένα δάσος, δεν είναι ποτέ στην πραγματικότητα σιωπηλό», είπε, ο Β, με ένα μυστηριώδη τόνο στην φωνή του.

Οι άλλοι δύο, τον κοίταξαν, με μισοέκπληξη και μισοαδιαφοριά, σαν να ήθελαν να του πουν : «Δεν μας λες και κάτι καινούργιο, μάστορα».

Ο Β τους κοίταξε με ένα χαμόγελο, λέγοντας: «Είναι κάπως βαθύτερο, αυτό που θέλω να πω».

«Δηλαδή;» ρώτησαν, οι άλλοι δυο, σχεδόν μαζί, με ένα χαχανητό.

«Δεν είναι κάτι εύκολο να το εξηγήσω, το δάσος την νύχτα, μακριά από όλες τις πόλεις και τα χωριά. Τόσες άγνωστες οντότητες, άγνωστα ζώα, όντα, γενικά, που μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από άνθρωποι. Ή χειρότερα, που μπορεί να είναι άνθρωποι. Σίριαλ κίλερς, κοινότητες παραμορφωμένων ανθρώπων που είναι εκτρώματα της φύσης, λόγω ενδογαμίας και απομάκρυνσης από τον πολιτισμό…» Οι άλλοι δύο, τον διέκοψαν με χαλαρά γελάκια και χειρονομίες απαξίωσης.

«Ρε μαλάκα…τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, ούτε στις ταινίες δεν έχουν ενδιαφέρον πια αυτά».

Ο Β τους κοίταξε, με ένα πονηρό χαζοχαρούμενο χαμόγελο.

«Εντάξει, το χόντρυνα λίγο, αλλά ταιριάζει με τον τόπο και τον χρόνο. Δεν μπορούσα να μην το πιάσω κι αυτό. Αλλά άμα βαριέστε…».

«Ναι ρε βαριόμαστε, έχουμε δει όλες τις ταινίες και όλα τα βιντεάκια στα σόσιαλ», είπε ο Α με βαρεμάρα και σηκώθηκε να πάει στην σκηνή του.

«Μάγκες σε εφτά ώρες ξυπνάμε, πέστε κι εσείς για ύπνο», είπε λίγο πριν χωθεί μέσα, στο υφασμάτινο κατάλυμα του, με μια παράξενη και βιαστική βουτιά. Ο Β και ο Γ, έμειναν, μόνοι. Δεν κοίταζαν ο ένας τον άλλον, παρά έβλεπαν, ήρεμα και χαμογελαστά, τη φωτιά μπροστά τους, που  έδινε μια  γλυκιά, ερυθρή και μυστηριώδη όψη στα πρόσωπα τους.

«Εγώ δεν βαριέμαι, αλλά το βρίσκω κοινότυπο να τα λέμε αυτά, και πρέπει να κοιμηθούμε σε λίγο», είπε ο Γ με ένα αλαφρό γελάκι.

«Να τα λέμε, να τα ζούμε όμως;» είπε ο Β με ένα ύφος σοβαρό, που έκανε τον Γ να αναπηδήσει λίγο, με το κεφάλι ψηλά, σαν να τρόμαξε λίγο.

«Πράσινα ανθρωπάκια και ξωτικά», είπε ο Γ και σηκώθηκε, αδιάφορα. Ήπιε μια τελευταία μεγάλη γουλιά από την μπύρα του, πέταξε την υπόλοιπη στη φωτιά, που έκανε ένα τσιριχτό ήχο, σαν φίδι που ήταν έτοιμο για επίθεση, και πήγε προς την σκηνή του.

«Θα τα πούμε αύριο, πέσε για ύπνο», είπε πάνω από τον ώμο του, κάπως βαριεστημένα, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον Β. Ο Β είχε μείνει μόνος του. Δεν ήταν τόσο τα πράσινα ανθρωπάκια, ούτε οι νεράιδες και τα ξωτικά, σκεφτόταν. Ήταν το δάσος που ήταν σκοτεινό, γεμάτο γλιστερό μυστήριο, που θα μπορούσε κανείς να πατήσει πάνω του, να σκοντάψει, να πέσει από τον κόσμο που στέκονταν ως εκείνη την στιγμή,  και να βρεθεί σε ένα οποιοδήποτε άλλο κόσμο, σε οποιαδήποτε γωνιά του, που θα μπορούσε να κρύβει το οτιδήποτε. Φαντασία το λένε, αλλά μήπως η φαντασία δεν είναι αξεδιάλυτο μέρος της πραγματικότητας. Αυτά σκεφτόταν ο Β με ένα ύφος παραπονιάρικο, που δεν μπόρεσε να τα πει στη παρέα του, μπροστά στη φωτιά, με ένα χαμηλό τόνο στην φωνή, σαν να φοβόταν μήπως η αφήγηση του, τα κάνει όλα αλήθεια την ίδια ακριβώς στιγμή. Προχώρησε κουρασμένος, παραπατώντας λίγο-είχε πιει ίσως αρκετά παραπάνω, από ότι συνήθως- και μπήκε στην δική του σκηνή.

Ο Β μισοκοιμόταν, όταν άκουσε κάτι σαν ψιθύρους έξω από την σκηνή του. Σήκωσε το κεφάλι του παραξενεμένος, σκούντηξε τον διπλανό του, αλλά αυτός κοιμόταν βαριά. Ανασηκώθηκε στη λεκάνη του και προσπάθησε να αφουγκραστεί. Δεν ξεχώριζε τι έλεγαν εκεί έξω· άκουγε μόνο χαμηλούς βαθύτονους ήχους, που είχαν τον ρυθμό της ομιλίας. Και το μεγαλύτερο και πιο αγωνιώδες ερώτημα, που φούσκωνε, τώρα, στο μυαλό του Β, ήταν: τι ήταν; ποιοι ήταν αυτοί που έκαναν αυτούς τους ήχους; Έμεινε για λίγο παγωμένος, στην ίδια θέση· του ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κάποιες λέξεις, από την χορωδία των ήχων, έξω από τη σκηνή του, αλλά στο μυαλό του συνέχιζε να έχει την βέβαιη εντύπωση, ότι άκουγε κάποια ομιλία. Σιγανή, μυστική, σκοτεινή και αλλόκοτη, αλλά ομιλία. Σηκώθηκε, και βγήκε αργά κι επιφυλακτικά, πεσμένος στα γόνατα, έξω από τα σκεπάσματα του.

Είχε φτάσει, ήδη, πολύ κοντά στο άνοιγμα της σκηνής του. Πρόλαβε, όταν η μούρη του ακουμπούσε, σχεδόν, το ύφασμα, να ακούσει τις φράσεις:

«Δεν πιστεύει κανείς σε εμάς πια». «Αυτός που πιστεύει θα σωθεί…Κάποιος πρέπει να μείνει για να τα λέει στους άλλους», από φωνές σαν σφυρίγματα, γεμάτες ειρωνεία και κακία· την τελευταία φράση που άκουσε τη συνόδεψε ένα χαιρέκακο γέλιο, που έμοιαζε να προέρχεται από όλες τις μεριές, γύρω από τη σκηνή. Πετάχτηκε απότομα έξω· πρόλαβε μόνο να δει κάποιες μορφές, που ήταν μαζεμένες, τρία μέτρα, μπροστά από τη σκηνή του, να σκορπίζονται και να χάνονται στο σκοτάδι, μέσα στα δέντρα.

Δεν ήταν σίγουρος, για το τι είδε. Δεν ήταν απλώς σκιές αυτό που είδε. Έμοιαζαν με ανθρώπινα όντα, αλλά ήταν γυμνά και τριχωτά, με φρικτές διαστάσεις και παραμορφώσεις, σε σύγκριση με ένα κανονικό ανθρώπινο σώμα. Του φάνηκε, σαν να είδε μπροστά του, για λίγα δευτερόλεπτα, πολύ κοντούς ανθρώπους, πιο κοντούς κι από ένα μέτρο, με άγριο, σκούρο τρίχωμα, σε όλο το σώμα τους και με τρομακτικά παράταιρα και διαστρεβλωμένα τα μέλη τους. Τα πόδια τους έμοιαζαν να είναι εντελώς στραβά και καμπυλωτά, ξεκινώντας ψηλά από την μέση τους κι όχι από τους γοφούς, όπως σε έναν άνθρωπο, και τα χέρια τους, πρέπει να ήταν αφύσικα μακριά και σαν να ξεκινούσαν, όχι από εκεί που θα έπρεπε να ήταν η θέση των ώμων, αλλά από το κεφάλι τους.

Ο Β είχε μείνει εμβρόντητος και ακίνητος για αρκετή ώρα, μην πιστεύοντας στα ίδια τα μάτια του. Δεν περίμενε ότι θα έβλεπε στα αλήθεια, στο ξύπνιο του, κάτι τέτοιο. Παρέμενε με το κεφάλι έξω, να εξέχει από τη σκηνή, ενώ ο υπόλοιπος ήταν μέσα σε αυτή και στεκόταν στα γόνατα και στα χέρια του, σαν να προσπαθούσε, αποτυχημένα, να μπουσουλήσει έξω. Ο διπλανός του σήκωσε το κεφάλι του αργά, με νυσταγμένη  ματιά, είδε το άδειο κρεβάτι, είδε και το πίσω μέρος του σώματος του Β, που στεκόταν, ακόμη, στα τέσσερα, και είπε: «Ρε μαλάκα, βγάλε το κώλο σου από μπροστά μου, και βάλτον στον κρεβάτι, σε λίγες ώρες ξυπνάμε» κι αμέσως έχωσε πάλι ξανά το κεφάλι του στα νάιλον σκεπάσματα.  Ο Β με αργές κινήσεις και εμφανώς σοκαρισμένος, ξάπλωσε κοιτώντας τη σκεπή της σκηνής του, με ένα βλέμμα γεμάτο έκπληξη και απορία.

Την άλλη μέρα σηκώθηκαν όλοι την προγραμματισμένη ώρα. Ο Β είχε κοιμηθεί ελάχιστα, αλλά δεν του φαίνονταν λόγω της υπερέντασης που είχε ακόμα από το προηγούμενο βράδυ. Ξεκίνησαν όλοι μαζί, κάνοντας τις τυπικές ετοιμασίες. Ένας από την ομάδα, πλησίασε και στάθηκε δίπλα στον Β, τον κοίταξε λίγο διερευνητικά, αλλά διακριτικά και με εμφανή καλή πρόθεση και τον ρώτησε αν νιώθει καλά.

«Μια χαρά, λίγο κουρασμένος είμαι, ήπια πολύ και δεν κοιμήθηκα και πολύ καλά», απάντησε αυτός, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Ο Β δέχτηκε ένα βιαστικό, φιλικό χτύπημα στο μπράτσο και ξεκίνησαν όλοι μαζί για την πορεία προς την επόμενη και τελευταία κορυφή.

Σε όλη την διαδρομή ο Β ήταν μουντός και σκεφτικός, και σκεφτόταν αν θα έπρεπε να πει σε κάποιους ή σε κάποιον αυτό που είδε το βράδυ. Αυτά που είδε, με κάποιο τρόπο, τα είχε, περίπου, φανταστεί ή ονειρευτεί κάποτε, ήταν σίγουρος για αυτό, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα τα δει και στα αλήθεια. Ήταν σίγουρος όμως και για αυτό που είδε, όσο κι αν δεν ήταν σίγουρος για τα μυαλά του εκείνη τη στιγμή, κι όσο κι αν αναρωτιόταν αν δούλευαν ακόμη σωστά ή αν είχε υποστεί κάποιου είδους επεισόδιο ή κρίση. Αλλά ακόμα και αν είχε υποστεί κάτι τέτοιο, αυτό που είδε ήταν κάτι που είχε στα μάτια του, έστω για λίγες στιγμές, ύπαρξη, μάζα και πυκνότητα και ένιωθε ότι έπρεπε να το πει κάπου. Αλλά το ίδιο σίγουρος ήταν για την αντίδραση του οποιουδήποτε, στον οποίο το έλεγε αυτό· είτε θα νευρίαζε με μια κακόγουστη φάρσα, στην πιο ακατάλληλη στιγμή, που όλοι ήταν κουρασμένοι από ένα ταξίδι δύο ημερών και προσηλωμένοι στον τελικό τους στόχο ή θα ανησυχούσαν και θα τον σταματούσαν για να τον στείλουν πίσω, προφανώς για να πάει σε κάποιο ψυχίατρο, αν επέμενε σε αυτό που είδε.

Το δάσος, γύρω τους, είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο αλλοπρόσαλλο. Υπήρχαν πανύψηλα δέντρα, κάποια πολλές δεκάδες μέτρα, πλήρως καλυμμένα από βρύα, και τερατώδεις ακτινωτοί πυκνοί θάμνοι με παράξενα πολύχρωμα άνθη, που δεν φαινόταν να τα αναγνώριζε κανείς κι όλοι κοίταζαν έκπληκτοι σαν να τα έβλεπαν πρώτη φορά, τουλάχιστον για αυτήν την περιοχή και σε αυτό το υψόμετρο. Μια ανησυχία είχε αρχίσει να απλώνεται σε όλη την ομάδα. Σταματούσαν κατά διαστήματα, παρατηρούσαν το τοπίο γύρω τους και σχολίαζαν ο ένας στον άλλο, κάποιοι παιχνιδιάρικα κι άλλοι με μια κρυφή αγωνία και φόβο στη φωνή τους, ότι το δάσος, εδώ ήταν πολύ παράξενο. Πολύ διαφορετικό από ότι το περίμεναν, σχεδόν απόκοσμο, σαν να βρίσκονταν όλοι σε μια άλλη χώρα, μια και παρόλο που δεν είχε ξαναέρθει εδώ κάποιος από την ομάδα, λίγο πολύ όλοι περίμεναν να δουν ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.

«Σαν να είμαστε σε άλλο πλανήτη», σχολίασε ένας από την ομάδα, «αμφιβάλλω αν τέτοια είδη δέντρων και φυτών, υπάρχουν οπουδήποτε στον κόσμο», συνέχισε με ένα ύφος πολύ σοβαρό, που το χαζό χαμόγελο του δεν μπόρεσε να το διασκεδάσει. Όλοι τον κοίταξαν με  αγωνία, θυμό ή έκπληξη κι έμειναν στητοί, για λίγη ώρα, στο σημείο που είχαν από πριν σταματήσει.

«Μαλακίες, όταν έρθει ένας δασολόγος ή βιολόγος να μου το πει αυτό, τότε θα αρχίσω να το συζητάω», πετάχτηκε ο  αρχηγός της ομάδας. Η αλήθεια ήταν ότι όλοι τους ήταν ερασιτέχνες ορειβάτες και πεζοπόροι, με μικρή εμπειρία-λίγη παραπάνω είχε αυτός που είχαν ορίσει, άτυπα, αρχηγό- και δεν είχε κανείς τους ιδέα από βιολογία, δασολογία, βοτανολογία  ή κάτι σχετικό.

Συνέχισαν να προχωράνε, αλλά μια γενική κατήφεια, αγωνία κι ένα μουρμουρητό είχε αρχίσει να επικρατεί. Ο Β ακολουθούσε, από την αρχή της διαδρομής, πάντα ως ο τελευταίος της ανθρώπινης ουράς. Ο αρχηγός είχε μια συννεφιασμένη και σκεφτική όψη σε όλη την διαδρομή τώρα πια. Σταμάτησαν για να ξεκουραστούν, μετά από μισή ώρα. Είχαν συγκεντρωθεί σε ένα κύκλο, είχαν ακουμπήσει τα σακίδια και τον εξοπλισμό τους κάτω κι είχαν σωριαστεί στο έδαφος· άλλοι ξαπλωτοί κι άλλοι καθιστοί. Όλοι τους ένιωθαν μια παράξενη κούραση που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, στον εαυτό τους ή ο ένας στον άλλο. Έμειναν όλοι τους αμίλητοι, σαν να περίμεναν να περάσει μια παροδική κακιά στιγμή, ωσότου ένας από την ομάδα φώναξε, με μια αστεία, αγχωμένη, στριγκιά φωνή: «Ξεκινάμε».

Είχαν κάνει τα πρώτα βήματα, όλοι τους, ο ένας πίσω από τον άλλο, όταν κάποιος φώναξε με αληθινή αγωνία στην φωνή : «Σταθείτε, είμαστε έξι, λείπει ένας». Όλοι πάγωσαν και σταμάτησαν. Γύρισαν και τον κοίταξαν κι άρχισαν να μετριούνται στα γρήγορα, κάποιοι φωναχτά,  χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα τους.

«Είμαστε πράγματι έξι», φώναξε κάποιος άλλος από την ομάδα. Κοίταζαν όλοι τους, ο ένας τον άλλο, με ένα πανικό, που έμοιαζε να αρχίζει να ξεφεύγει εντελώς. Κάποιοι φώναζαν άναρθρα, άλλοι έβριζαν· ο αρχηγός πετάχτηκε, άγαρμπα, και φώναξε, δυνατότερα από όλους, χωρίς όμως να πείσει: «Ηρεμία, κάποιος θα χάθηκε, λίγο πιο κάτω. Θα τον βρούμε, δεν τρέχει τίποτα. Ποιος λείπει;»

Πολύ γρήγορα, βρήκαν ότι έλλειπε ο Ζ, ήταν ο προτελευταίος στην σειρά της ομάδας.   Όλοι σαν μανιακοί, άρχισαν να τον παίρνουν στο κινητό τους και με κλιμακούμενο τρόμο, ανακάλυψαν ότι κανενός το κινητό τηλέφωνο δεν δούλευε.

«Θα γυρίσουμε προς τα πίσω, μέχρι να τον βρούμε», είπε, όσο πιο ήρεμα μπορούσε ο αρχηγός, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση, στις αγχωμένες ερωτήσεις και στα σχόλια, γιατί δεν είχε σήμα κανένα κινητό. Οι πιο πολλοί, πήραν τα πράγματα τους κι έκαναν μεταβολή, με μια ορμή, που έδειχνε περισσότερο την επιθυμία τους να φύγουν από εκεί προς τα πίσω, παρά την διάθεση τους να βρουν το χαμένο μέλος της ομάδας.

Ο Β τους έβλεπε και σκεφτόταν ότι ίσως τώρα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να τους μιλήσει για αυτό που είδε χθες το βράδυ, ίσως δεν του είχε σαλέψει καθόλου, κι ίσως αυτό που είδε το προηγούμενο βράδυ να είχε μεγάλη σχέση με αυτό που γίνονταν τώρα μπροστά του. Αλλά δεν τόλμησε, φοβούμενος ότι ίσως προκαλούσε περισσότερο πανικό, ή ίσως κι οργή· όπως κάποιος που λέει μια χοντράδα, άσχετη, σε μια πολύ δύσκολη στιγμή για όλους, ή ίσως όπως κάποιος που λέει την αλήθεια, που κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί, σκέφτηκε στο τέλος κι ένιωσε ότι αυτή την τελευταία σκέψη, την έκανε στην πιο απόμακρη γωνία του μυαλού του, σχεδόν κρυφά κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Κι αυτό του έφερε μια βαριά, στυφή μελαγχολία, που την ένιωθε τώρα ασήκωτη στην ψυχή του και τον έκανε να ξεχωρίζει στην έκφραση, από τους υπόλοιπους πανικόβλητους συντρόφους του. Αλλά ως τώρα κανείς δεν τον πρόσεχε καν, ούτε του έδινε κάποια σημασία.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και το σκοτάδι έπεφτε με μια παράδοξη ταχύτητα,  και όλοι τους προχωρούσαν βιαστικά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει τα ίδια σημεία του μονοπατιού που είχαν περάσει πριν από λίγο, ούτε να βρει κάποιο από τα σημάδια, που είχαν αφήσει με σχέδιο για να εξασφαλίσουν την ασφαλή επιστροφή τους. Ήταν σαν να άλλαζε συνεχώς το τοπίο, έμοιαζε σαν να ανέπνεε δυνατά και θυμωμένα και  σαν να κινούνταν με μια δική του θέληση, που ήταν απρόβλεπτη. Οι πυξίδες, τα όργανα υψόμετρου και τα δορυφορικά ψηφιακά συστήματα εντοπισμού θέσης, είτε είχαν μείνει, όλα, παγωμένα στην ίδια ένδειξη που είχαν πριν από πολλές ώρες, είτε έδειχναν αντιφατικές και παράλογες ενδείξεις. Ο Β παρέμενε, όπως πάντα, στην τελευταία θέση της σειράς των ανθρώπων, που τους έβλεπε να περπατάνε με βιαστική αγωνία και σπασμωδικό φόβο, κοιτώντας δεξιά κι αριστερά τους, χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Γύρισε να κοιτάξει, ενστικτωδώς, σαν από μια εσωτερική παρόρμηση λίγο πίσω του κι αριστερά. Με γουρλωμένα μάτια, σοκαρισμένος, διαπίστωσε ότι τα πλάσματα που είχε δει χθες το βράδυ, τώρα βρισκόντουσαν καθισμένα εκεί που κοιτούσε,  πάνω στους θάμνους, σκαρφαλωμένα στα δέντρα, και τους έδειχναν όλους περιπαικτικά, με μια αληθινά μοχθηρή  έκφραση στα πρόσωπα τους.

Όχι μόνο έβλεπε, αυτά τα βδελυρά πλάσματα, αλλά παρατηρούσε, ότι και τα ίδια τα δέντρα, που πάνω τους χοροπηδούσαν και κρεμόντουσαν χαιρέκακα, να κινούνται, αργά και τρομακτικά· κινιόντουσαν όχι μόνο τα κλαδιά τους, αφύσικα και προς κάθε κατεύθυνση-ενώ δεν υπήρχε δυνατός αέρας- αλλά έμοιαζαν να μετακινούνται ολόκληρα, τα ίδια τα δέντρα, ωσάν οι ρίζες τους να ήταν πολλά μικρά, άναρχα κι άνισα ανεπτυγμένα, ποδιά αρθρόποδων, με ένα ρυθμό πολύ αργό και σταθερό, που όμως δεν τον έκανε καθόλου λιγότερο, φρικώδη. Ο Β γύρισε απότομα μπροστά του, με μάτια, που σχεδόν είχαν βγει από τις κόγχες τους. Έκανε να φωνάξει, να προειδοποιήσει, να δείξει, αλλά είδε δύο μέλη της ομάδας μπροστά του, πρώτα αυτόν που ήταν ακριβώς ένα μέτρο μπροστά του, κι αμέσως μετά τον επόμενο, να τους αρπάζουν τα κλαδιά ενός πελώριου δέντρου, που έσκυψε με μια εξωπραγματική χειρονομία από πάνω τους, και να τους παραδίδουν στα μισητά ανθρωπάκια που περίμεναν, πάνω στο δέντρο, για να χαθούν μαζί τους, το επόμενο δευτερόλεπτο, στο πηχτό σκοτεινό δάσος, χωρίς να προλάβουν να βγάλουν, ούτε την παραμικρή κραυγή.

Αντίθετα ο Β άκουσε τις άγριες, δυνατές κραυγές τρόμου, των υπόλοιπων μελών της ομάδας του· δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έλεγαν, μπόρεσε όμως να τους δει, να παρατάνε τα σακίδια και τις αποσκευές τους,  για να ελαφρύνουν, τρέχοντας με ορμή και πανικό, όσο πιο μακριά γίνεται, προς την ίδια κατεύθυνση. Ο αρχηγός της ομάδας είχε γυρίσει το πρόσωπο του προς αυτόν και τον κοιτούσε έκπληκτος, με μια απελπισμένη έκφραση, που δεν είχε ξαναδεί, ποτέ στην ζωή του, σε ανθρώπινο πρόσωπο. Του φώναζε κάτι, έξαλλος, αλλά δεν άκουγε τι. Όλα όσα άκουγε του έμοιαζαν σαν μουγκρητά ενός ζώου σε απόγνωση. Έκανε να τον πλησιάσει αλλά την ίδια στιγμή, ένα κλαδί, σαν ρομφαία εκδικητική, σαν δόρυ μίσους, τον άρπαξε, σχεδόν τον κάρφωσε και τον σήκωσε ψηλά, για να τον παραδώσει στο κινούμενο, σκοτεινό δάσος. Ο Β απέμεινε να κοιτάζει, άρχισε να τρέχει, λαχανιασμένος, πίσω από τους άλλους, που είχαν προλάβει να φύγουν, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, άκουγε τώρα μόνο συνέχεια ψιθύρους, όμοιους με αυτούς που είχε ακούσει το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να καταλαβαίνει το νόημα τους, αλλά αυτή την φορά, ήταν πιο άγριοι, με μεγαλύτερο μίσος, οργή και χαιρεκακία στις νότες τους, σαν παλμός θανατηφόρος, χωρίς όμως κάποια συχνότητα ή τάξη.

Περπατούσε τώρα αργά, είχε ήδη νυχτώσει και είχε πέσει πυκνό σκοτάδι στο δάσος. Άκουσε, σε ένα ξέφωτο, ανθρώπινους λυγμούς και αναστεναγμούς. Συνταράχθηκε βαθιά μέσα του, για το τι μπορούσε να υπήρχε εκεί, τώρα. Πλησίασε κι άλλο κι είδε, τις πλάτες δυο μελών της ομάδας του· ήταν ο Α κι ο Γ, και πρέπει να ήταν οι μόνοι που είχαν απομείνει ζωντανοί. Ήταν γύρω από μια φωτιά και δεν έλεγαν τίποτα μεταξύ τους, παρά μόνο έτρεμαν από σπαραγμό και σοκ. Ο καθένας ήταν μόνος του, σε απόσταση τριών μέτρων από τον άλλον. Δεν προσπαθούσαν να δώσουν κουράγιο ή δύναμη ο ένας στον άλλον, έμοιαζαν σαν να αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, σαν να βρέθηκαν τυχαία, από μια καταραμένη συγκυρία εκεί μαζί, κι ο καθένας περίμενε, τώρα, το τελικό μοιραίο χτύπημα, χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι για αυτό.

Πλησίασε κι άλλο, ο Α είχε βάλει το κεφάλι του, μέσα στα πόδια του κι έμοιαζε με ένα ανθρώπινο κουβαράκι, έδειχνε πια να μην ταράζεται από κάποιο παραπονεμένο λυγμό. Τέσσερις μικρούληδες άνθρωποι, πετάχτηκαν από τον βαθύ κι ανεξήγητο σκοτάδι και τον άρπαξαν από τα μέλη του απλώνοντας τον, κάνοντας τον να ξεμαζευτεί και να ανοίξει, σαν χάρτινο λουλούδι, που το είχε φτιάξει ένα παιδί, το είχε βαρεθεί  κι αποφάσισε να το χαλάσει, απλώνοντας το και σκίζοντας το. Ο Β δεν ήταν σίγουρος, για αυτό που είδε, αλλά του φάνηκε ότι το κάθε τριχωτό, μιασματικό κοντό ανθρωπάκι, κράταγε από ένα ξεχωριστό κομμάτι του Β, και μόνο το ότι απομακρύνθηκαν, όλα μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο, με το ίδιο τέμπο και την ίδια ταχύτητα, έδινε την εντύπωση, ότι ο Β, ήταν ακόμα ένας ολάκερος άνθρωπος. Πλησίασε ακόμα περισσότερο τον Γ, νιώθοντας έναν ίλιγγο και τρεκλίζοντας· τώρα πια, έβλεπε μόνο την πλάτη του, σε λιγότερο από μισό μέτρο απόσταση. Ο Γ έμενε σκυφτός, αμίλητος κι ακίνητος. Μπορούσε να διακρίνει, πάνω του, μόνο μια αδιόρατη κίνηση μπρος πίσω, πολύ μικρή, σχεδόν απειροελάχιστη, που ήταν σαν συντονισμένο, πολύ κουρασμένο κι αργό τρέμουλο. Γύρισε και τον κοίταξε, με μάτια σκαμμένα και κόκκινα, που έλαμπαν στην φωτιά σαν μισοσβησμένα καρβουνάκια, μέσα σε δυο μεγαλύτερους μαύρους λάκκους, που ήταν οι κοιλότητες των ματιών του. Ο Β, πρόλαβε μόνο να ακούσει, μια άγρια απορία, από το στόμα του: «Εσύ;» Το μόνο που είδε και κατάλαβε μετά, ήταν η μνήμη του εαυτού του, να προχωράει παραπατώντας στο δάσος και να κατευθύνεται σε ένα κατασκότεινο ξέφωτο, όπου εκεί βρήκε ένα από τα πλάσματα να τον περιμένουν, κρατώντας στα μακριά απαίσια χέρια του το κεφάλι ενός από τους συντρόφους του.

 

Μετά από αρκετές μέρες, η αποστολή διάσωσης, βρήκε τον Β να περιπλανιέται άσκοπα στα περιθώρια  του δάσος, κοντά σε ένα μικρό επαρχιακό δρόμο. Δεν βρήκαν ποτέ κανένα ίχνος από τα άλλα μέλη της ομάδας του, όσο κι αν έψαξαν,  για πολλούς μήνες μετά, στην τεράστια δασική έκταση. Οι αστυνομικοί και οι ανακριτές, τον υποψιάστηκαν-για κάποιο διάστημα στην αρχή- σαν υπεύθυνο του χαμού όλων των υπόλοιπων μελών της ομάδας του, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν κάποια, μικρή έστω, ένδειξη, να αποδείξουν κάτι ή να αποσπάσουν κάποια ομολογία. Ο Β επέμεινε με μανία στην ιστορία του, για τα φρικτά, μιαρά ανθρωπάκια, που είχαν κάνει τους πάντες στην ομάδα του να χαθούν, πλην αυτού και για το δάσος που είχε αποκτήσει δική του διαβολική θέληση και κινούνταν σύμφωνα με αυτήν. Η επιμονή του, δεν συγκίνησε τους πιο σοβαρούς δημοσιογράφους, που ανέφεραν, στα περιθώρια σχολίων και σε ρεπορτάζ, για ένα μοναδικό επιζώντα που υπέστη ψυχωτικό επεισόδιο, λόγω μετατραυματικού συνδρόμου και του ισχυρού σοκ. Μόνο σε κάποιους λάτρεις του υπερφυσικού και των παλαιών λαϊκών θρύλων, τράβηξε η αφήγηση του Β την  προσοχή. Του επέφερε, όμως, μετά από εξετάσεις αρκετών μηνών από ψυχιάτρους, και τον εγκλεισμό του σε μια κλινική.

Μετά από αρκετά χρόνια, κατάφερε να πείσει τους ειδικούς, ότι ήταν πια εντελώς καλά. Όταν βγήκε από την κλινική, την πρώτη μέρα, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να γυρίσει, μόνος του στο δάσος, εκεί που όλη η φρίκη είχε ζωντανέψει, μπρος στα μάτια του. Δεν ξαναβρέθηκε ποτέ, όπως και οι σύντροφοι του. Με την μόνη διαφορά, ότι μετά από χρόνια από την δική του εξαφάνιση, βρέθηκαν τα οστά ενός σκελετού, ενός σκελετού ανθρωποειδούς, ακόμα υπό διερεύνηση, και χωρίς κάποιο τελικό πόρισμα, σύμφωνα με τους ιατροδικαστές και τους ειδικούς. Σύμφωνα πάλι, με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, τα οστά αυτά ανήκαν σε κάποιο πρωτεύων θηλαστικό, άγνωστο ως τώρα στην ιστορία της βιολογικής εξέλιξης στην γη.

Μετά από ακόμα περισσότερα χρόνια, όταν όλα τα είχε σκεπάσει με την γαλακτώδη θολότητα του ο χρόνος, ένας τοπικός ιστοριογράφος και λαογράφος, βρήκε στο εγκαταλειμμένο κι ερειπωμένο σπίτι του Β, ένα μικρό προσωπικό σημειωματάριο, που- όπως φαίνονταν- έγραφε τα περίεργα όνειρα του ή τις αλλόκοτες σκέψεις του στο ξύπνιο του. Το σημειωματάριο δεν μπορούσε να χρονολογηθεί ή να βρεθεί από κάποιο στοιχείο, ποια από τα τμήματα του, είχαν γραφτεί πριν τα τρομερά συμβάντα στο δάσος και ποια μετά. Σε αυτό ο Β έγραφε και τα εξής, σε ένα σημείο: «Τελικά τώρα, θα παραδοθώ στη δύναμή τους, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Το είδα ξεκάθαρα μπροστά μου, πως θα συμβεί. Με πλησίασαν, σε μια ομίχλη ονείρου  και μου είπαν: Έπρεπε να μείνεις εσύ, για να τους πεις να μας ξαναθυμηθούν, δεν έχουν δικαίωμα να μας ξεχνούν, μόνο και μόνο επειδή ζούμε και κινούμαστε στις σκιές και στο βαθύ σκοτάδι του δάσους. Είναι ότι μας εξοργίζει πιο πολύ από όλα, και είναι αυτό, που μας κάνει τόσο κακούς. Τώρα, αυτό που μένει είναι να γίνεις ένας από μας, μέχρι τον επόμενο. Σχεδόν περπάτησα μαζί τους, δίπλα τους και είδα τα πόδια μου να ξεκινάνε πιο ψηλά, πάνω από τη μέση μου και τα χέρια μου να κρέμονται από το κεφάλι μου, κλείνοντας μου για πάντα τα αυτιά, σε οτιδήποτε ανθρώπινο, θα μπορούσα να ακούσω. Σύντομα φοβάμαι ότι θα πάρω αυτόν τον τελευταίο δρόμο», Β.

Tags: creatures , dark , dark forest , darkness , fantasy , forest , Little People , mystery , myth , short people , short-story , The Weird Side Daily , Βαγγέλης Βενιζέλος , δάσος , διήγημα , διήγημα φαντασίας , μέλη , μικροί άνθρωποι , μικρούληδες άνθρωποι , μύθος , μυστήριο , ξωτικά , ομάδα , παράνοια , παράξενα πλάσματα , πλάσματα , σκηνές , σκοτάδι , Σκοτεινό , σκοτεινό δάσος , σκοτεινό διήγημα , σώμα , τρίχωμα , τριχωτά , φαντασία , Φανταστικό , φανταστικό διήγημα , Ψυχιατρείο

Βαγγέλης Βενιζέλος

Δημοσιεύτηκε 21 Νοεμβρίου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.