Διηγήματα-Ιστορίες
“Δεν υπήρχε ούτε καν πρόσωπο, μόνο μια μάσκα με ένα άψυχο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο μέρος που ήταν κάποτε το στόμα του και δυο μαύροι κύκλοι που ήταν κάποτε τα μάτια του. Ακόμα και το σώμα του είχε αλλάξει, είχε χάσει τελείως τη μορφή του, δεν ήταν πια ένα σώμα φτιαγμένο από σάρκα, ήταν απλά ένας μαύρος μανδύας με μια κατάμαυρη κουκούλα που τον κάλυπτε ολόκληρο…”
“Μόλις έπεσε το σκοτάδι, βγήκαν από την κρυψώνα τους. Μπήκαν στο σπίτι από την πόρτα της αυλής, παραβιάζοντάς τη. Άκουσαν βήματα από πάνω. Ήταν η μητέρα της. Έπρεπε να την ακινητοποιήσουν. Με γοργά, αλλά προσεκτικά βήματα, ανέβηκαν τη σκάλα…”
Το Γ’ και τελευταίο μέρος του αγωνιώδους ψυχολογικού διηγήματος του Παναγιώτη Ματσίγκα.
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.