Η Θολή Αντανάκλαση, Μέρος Β’

«Η σκιά τον πλησίασε ακόμα περισσότερο και του εκμυστηρεύτηκε διάφορες πληροφορίες για κάθε φωτεινό πρόσωπο που τον πλησίασε. Του είπε για την κάθε ατέλεια τους, για κάποια μυστικά τους ή και ακόμα για πράγματα που το άτομο δεν θα έπρεπε να μάθει…»
Το Β’ Μέρος του αγωνιώδους ψυχολογικού διηγήματος της Άννας Κλουκινιώτη.

Με το που κοίταξε τον καθρέπτη δεν είδε τίποτα. Μπορούσε να διακρίνει τα φωτεινά πλάσματα αλλά δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του, λες και ο ίδιος ήταν φάντασμα. Από την άλλη όμως δεν ήταν πια καθρέπτης μιας προσωπικότητας, αλλά ένας συνηθισμένος καθρέπτης.

Μετά από λίγη ώρα ανακαλύπτει το πρόβλημα αυτού του φαινομένου. Δύο κομμάτια από τον καθρέπτη έλειπαν και μάλιστα σε δύο ασυνήθιστα σημεία. Κοίταξε τα πλασματάκια να δει αν έχουν αυτά τα κομμάτια, όμως κανένα δεν κρατούσε τίποτα. Σκέφτεται πως είναι αδύνατο να λείπουν, θα έπρεπε να είναι όλα μαζί, θα έπρεπε με όλη αυτή τη βοήθεια να είχε τελειώσει τούτος ο καθρέπτης. Αναρωτιόταν τι έκανε λάθος, μήπως πέταξε καταλάθος κάποια κομμάτια που τελικά ήταν σωστά, ή μήπως κάποια από τα πλάσματα τα έκρυψαν για να μην ολοκληρώσει ποτέ το έργο.

Εν τω μεταξύ εισπνέει από τη μύτη δυνατά και μετά εκπνέει από το στόμα, με την εκπνοή να είναι ορατή και κρύα. Αιφνίδια αισθάνθηκε το γύρω περιβάλλον του να γίνεται κρύο και κατά κάποιον τρόπο σκοτεινό. Στον καθρέπτη δεν έβλεπε πια τα φωτεινά πρόσωπα, όμως είδε μια σκοτεινή αλλά οικεία παρουσία εκεί, να γελάει σαν υπερκακός σε παλιές ταινίες δράσης. Του είπε να μην φοβάται επειδή ήταν ένας κοντινός φίλος του από το παρελθόν. Στην αρχή σκεφτόταν να τον αγνοήσει και απλά να συνεχίσει την αναζήτηση των τελευταίων κομματιών, όμως του είχε τραβήξει αρκετά την προσοχή η ταυτότητα αυτής της μυστήριας σκιάς. Κάτι του θύμιζε, όμως δεν ήξερε από που.

Η σκιά τον πλησίασε ακόμα περισσότερο και του εκμυστηρεύτηκε διάφορες πληροφορίες για κάθε φωτεινό πρόσωπο που τον πλησίασε. Του είπε για την κάθε ατέλεια τους, για κάποια μυστικά τους ή και ακόμα για πράγματα που το άτομο δεν θα έπρεπε να μάθει. Όταν τα μυστικά αυτά αποκαλύφθηκαν, δεν μπορούσε να το φανταστεί πως πίσω από αυτά τα φωτεινά πρόσωπα κρυβόντουσαν, αν και μικρoσκοπικές, σκοτεινές σκιές. Ειδικά όταν του τόνισε πως τον κορόιδευαν πισώπλατα και ότι τα κομμάτια που τοποθέτησαν και ένωσαν ήταν φτιαγμένα από ψέματα. Τον κοιτάει στα μάτια και ταυτόχρονα του δείχνει ένα κομμάτι που γυάλιζε κάπως περίεργα. Του λέει πως κουβαλάει ένα κομμάτι του καθρέπτη, το οποίο θα αλλοιώσει τη ψεύτικη αντανάκλαση, γιατί αυτό το κομμάτι αν τοποθετηθεί στη θέση του κενού πάνω από το άλλο , θα δει την αληθινή του αντανάκλαση χωρίς να χρειαστεί το άλλο να συμπληρωθεί ποτέ.

Παίρνει το κομμάτι στα χέρια του και το παρατηρεί με σοβαρό βλέμμα. Από πίσω του ο άλλος του ψιθυρίζει στο αυτί ότι δεν έχει χρόνο για χάσιμο και πως αυτό το απλό βήμα θα ήταν η σωτηρία του. Το άτομο  πλησιάζει κοντά στο καθρέπτη και αργά αργά πάει να το τοποθετήσει στο σημείο που του είπε η σκιά. Κάποια στιγμή όμως δίστασε για κάποιο λόγο, λες και κάτι τον κρατούσε από το να το κάνει. Αυτό το κάτι ήταν η περιέργεια για το σκοπό τούτης της σκιάς. Ύστερα η σκιά αρχίζει να ουρλιάζει πως καθυστερούσε και όλο τον ρώταγε αν ήθελε να σωθεί από την άγνοια και αν ήθελε να γυρίσει στον παλιό του εαυτό.

Εκείνη τη στιγμή γουρλώνουν τα μάτια του και αρχίζει να σκέφτεται πως ήταν κάποτε. Μόνο μερικές λέξεις βρισκόντουσαν στο μυαλό του. Απογοήτευση, άγνοια, φόβος, αμφισβήτηση, εσωστρέφεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης και εμπιστοσύνης στον εαυτό του και στους άλλους γύρω του, ενοχή και άλλα πράγματα που αισθανόταν κάποτε. Γυρνάει και ξανακοιτάει τη σκιά και καταλαβαίνει ποιος ήταν πραγματικά. Ήταν μια από τις σκοτεινές σκιές οι οποίες απλά τον διέταζαν και τον άλλαζαν σε κάτι που δεν ήθελε ποτέ να γίνει. Κρατά το κομμάτι και το σφίγγει στη γροθιά του και αφήνει ένα μικρό γέλιο. Γυρνά από την άλλη και κάνει κάτι που από πάντα ήθελε όταν έμαθε την πραγματική αύρα αυτών των σκιών… Να τις αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο και να παραδεχτεί ποιος είναι πραγματικά.

Άρχιζε να φωνάζει στη σκιά για το πόσο λάθος κάνει για τα πλάσματα που τον βοήθησαν, ότι σιχάθηκε να είναι η μαριονέτα τους και το πειραματόζωο τους για οτιδήποτε του λένε, πως βαρέθηκε να του φέρονται σαν παιδί με όλους τους όρους και τα ανώφελα έργα που του είπαν να κάνει, πως αυτοί δεν ήταν φίλοι του αλλά αισχρές σκιές, αν όντως ίσχυε αυτό για τα πλασματάκια τότε θα προτιμούσε να μείνουν αυτά που θα τον αγαπούσαν όπως και να ναι και όλοι οι άλλοι ας φύγουν. Με κάποιο τρόπο του είπε με μια φωνή πως είναι οι πραγματικοί καθοδηγητές. Οι πραγματικοί καθοδηγητές σε συμβουλεύουν, δεν σε διατάζουν, σε βοηθούν αν υπάρχει πρόβλημα όσο σοβαρό και να είναι και όχι κοιτούν και γελάνε, θα ακούνε τη γνώμη σου και τις ιδέες σου όσο ηλίθιες και να ακούγονται και τέλος σε αποδέχονται όπως και να είσαι και δεν θα σε άλλαζαν σε κάτι που δεν είσαι πραγματικά, όσο πειστικά και να προσπαθούν να στο παρουσιάσουν.

Με τη τελευταία λέξη το άτομο πετά το κομμάτι γυαλί στην σκιά, σε σημείο που θεωρητικά θα υπήρχε η καρδιά, αν είχε. Η σκιά καταλήγει να καίγεται στις φλόγες. Το περιβάλλον έγινε όπως ήταν προτού έρθει αυτή η καταραμένη σκιά, αν όχι πιο όμορφο. Τα φωτεινά πλάσματα γύρισαν και κάθισαν τριγύρω του, ενώ αυτός χαμογελούσε χαρούμενος που τους ξανάβλεπε και αισθανόταν τυχερός που τους συνάντησε. Κάποια στιγμή παρατηρεί ξανά τον καθρέπτη με τις δύο κενές θέσεις. Ανακαλύπτει αυτό πως δεν μπορούσε να βρει τα τελευταία κομμάτια, γιατί τα συγκεκριμένα κομμάτια βρίσκονταν μέσα του. Το ένα που βρισκόταν στο σημείο που βρίσκεται το κεφάλι του είναι το κομμάτι του μυαλού, ενώ το άλλο βρίσκεται εκεί που βρίσκεται το στήθος του είναι το κομμάτι της καρδιάς. Προσπαθεί να βάλει το ένα χέρι του πίσω από τη μάσκα και κάτω από την κουκούλα και το άλλο το έβαλε μέσα στο μανδύα. Χωρίς κανένα πρόβλημα κατάφερε να βγάλει τα κομμάτια και τα τοποθέτησε εκεί που έπρεπε.

Ακούστηκε ένας μικρός ήχος από ένα μικρό καμπανάκι και τα κομμάτια ενώθηκαν επιτέλους. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέπτη και αισθάνθηκε έτοιμος για τη μεγάλη αλλαγή. Άρχιζε να ακουμπά τη μάσκα και είδε πως έβγαινε. Την έβγαλε και όταν έπεσε έγινε στάχτη. Μετά έβγαλε την κουκούλα και ο μανδύας από μόνος του άρχιζε να γλιστράει από τους ώμους του. Με το που έφτασε στο έδαφος κάηκε και χάθηκε. Όταν ξαναείδε μετά από τόσο καιρό τον εαυτό του στον καθρέπτη κατάλαβε πως έγινε αυτό που ήθελε. Έγινε κάτι διαφορετικό, κάτι αληθινό, κάτι συναρπαστικό, κάτι μυστήριο, κάτι αποδεκτό μόνο για αυτούς που θεωρούνται αληθινοί. Δηλαδή έγινε αυτό που ήθελε πάντα. Ο αληθινός του εαυτός.

 

Άννα Κλουκινιώτη

 

Διαβάστε το Μέρος Α εδώ.

Tags: άγνοια , αμφισβήτηση , αντανάκλαση , απογοήτευση , βλέμμα , γέλιο , εαυτός , έλλειψη αυτοπεποίθησης , εσωστρέφεια , ιδέα , καθρέπτης , καρδιά , κομμάτι , κομμάτια , μαριονέτα , μυστικ , πειραματόζωο , πλάσμα , πλάσματα , Πρόσωπα , προσωπικότητα , πρόσωπο , Σκιά , σκιές , σκοτάδι , σωτηρία , ταινία , ταυτότητα , Φάντασμα , φίλος , φλόγα , Φόβος , ψέμα

Φίλοι της σελίδας : Άρθρα & διηγήματα

Δημοσιεύτηκε Απρίλιος 4, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.