Οι νύφες

Μπήκαν στην αίθουσα η μια μετά την άλλη, σε μια σειρά. Όλες απαστράπτουσες, όλες ντυμένες με όμορφα φορέματα και εντυπωσιακά κοσμήματα. Μου φάνηκε ότι η στενόμακρη αίθουσα έγινε πιο φωτεινή. Σαν  να γέμισε με μια κρυστάλλινη ενέργεια που ανάβλυζε από τις ζωηρές κινήσεις τους, τα χαμόγελα και τ’ αρώματά τους που γαργαλούσαν τα ρουθούνια μου.

17 Ιανουαρίου 2026

1

Μπήκαν στην αίθουσα η μια μετά την άλλη, σε μια σειρά. Όλες απαστράπτουσες, όλες ντυμένες με όμορφα φορέματα και εντυπωσιακά κοσμήματα. Μου φάνηκε ότι η στενόμακρη αίθουσα έγινε πιο φωτεινή. Σαν  να γέμισε με μια κρυστάλλινη ενέργεια που ανάβλυζε από τις ζωηρές κινήσεις τους, τα χαμόγελα και τ’ αρώματά τους που γαργαλούσαν τα ρουθούνια μου. Ήταν όλες πανέμορφες, υγιέστατες και ευθυτενείς. Ροδομάγουλες με κατάλευκα δόντια και μακριά, αστραφτερά μαλλιά. Δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τις καχεκτικές γυναίκες της φυλής μας που ήταν στείρες οι περισσότερες, σημαδεμένες από την αρχαία κατάρα της ημέρας του Αφανισμού. Το βλέμμα μου εστιάστηκε σ’ εκείνη που προχωρούσε πρώτη. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν σαν λαμπερά κύματα πάνω στους ώμους και την πλάτη της στηριγμένα από ένα μεταλλικό διάδημα που άστραφτε σαν να ήταν πασπαλισμένο με αστερόσκονη. Ο γυμνός και πάλλευκος λαιμός της στολιζόταν από ένα περιδέραιο που ήταν φτιαγμένο από συναρμολογημένα πλακίδια που καλύπτονταν από γυαλιστερά μικροκυκλώματα. Λάφυρα το δίχως άλλο απ’ τα ερείπια των νεκρών μεγαλουπόλεων. Παρόμοια στολίδια κρέμονταν από τ’ αυτιά της ενώ το φόρεμα που αγκάλιαζε το στητό κορμί της αποκάλυπτε τις καμπύλες του με την κάθε της κίνηση.

Όπως και όλες οι άλλες ήταν μια περήφανη κόρη των πόλεων της πεδιάδας που απλωνόταν σαν πολύχρωμο χαλί κάτω απ’ τις επάλξεις των πέτρινων πύργων μας. Και είχε ανέβει στις αετοφωλιές μας για την ετήσια γιορτή του ζευγαρώματος.

Μέσα μου ανασάλεψε ο πόθος. Πραγματικά ήταν τόσο διαφορετική από τις δικές μας γυναίκες που της γερνούσε πρόωρα ή σκληρή ζωή των βουνών! Η όψη της μου έφερε στο νου ανθισμένα νυχτολούλουδα που άνθιζαν στο φως του φεγγαριού κάτω από τεράστια φεγγάρια. Στο μυαλό μου αναδύθηκαν εικόνες από κρυστάλλινα ρυάκια που πότιζαν μυστικούς κήπους και από ψηλά δέντρα που αναδεύονταν από χλιαρούς ανέμους που είχαν την απαλότητα του μεταξιού.

Αλλά κυρίως, ήταν υγιής. Θα γεννούσε γερά παιδιά. Κάτι που σπάνιζε πολύ στις μέρες μας.

Κούνησα το κεφάλι μου για να διώξω αυτές τις εικόνες. Που στο καλό είχα δει τέτοια πράγματα; Στα ανεμοδαρμένα βουνά όπου φώλιαζαν τα κάστρα μας τα νυχτολούλουδα και οι μεταξένιοι άνεμοι ήταν πράγματα ανύπαρκτα. Ξαφνικά θυμήθηκα: Σ’ ένα κελάρι, ανάμεσα σε πιθάρια αποξηραμένων καρπών. Εκεί, είχα ανακαλύψει κάποτε ένα βιβλίο που ήταν γεμάτο με εικόνες. Ήταν παλιό και ξεφτισμένο. Το απομεινάρι μιας εποχής που είχε χαθεί για πάντα.

Η όμορφη γυναίκα διάβασε τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το ξαναμμένο μου μυαλό και με πλησίασε χαμογελώντας. Η πανώρια μορφή της διέσχισε σαν οπτασία τους στροβίλους των αρωματικών θυμιαμάτων που γέμιζαν την αίθουσα. Έμοιαζε να γλιστράει πάνω στο μωσαϊκό της αίθουσας σαν άυλο σύννεφο. Η χαρούμενη μουσική που έπαιζε ένας τυφλός αυλητής, τη συνόδευε σαν πιστό σκυλί.

Κάθισε δίπλα μου, σ’ ένα ξύλινο κάθισμα που ήταν παρόμοιο με τον δικό μου και με κοίταξε κατάματα. Τα γαλάζια μάτια της έμοιαζαν με δίδυμες λίμνες που παγίδευαν το φως των πυρσών που έκαιγαν στους τοίχους. Αναρωτήθηκα πως να φαινόμουν στα μάτια της: Ένας άξεστος και επιθετικός πολεμιστής που ήταν ντυμένος με αλυσωτό θώρακα και ραμμένες προβιές. Περίπλοκα σχέδια από πορφυρή χένα κάλυπταν τα μπράτσα και το πρόσωπό μου. Τουλάχιστον-παρηγόρησα το εαυτό μου-φαινόμουν, και ήμουν, το ίδιο υγιής με εκείνη. Αυτός δεν ήταν και ο λόγος που με είχαν συμπεριλάβει στην ετήσια αυτή συνάντηση;

Στο μεταξύ και οι υπόλοιπες κοπέλες είχαν καθίσει δίπλα στα ταίρια που είχαν επιλέξει. Κοντόσωμοι σερβιτόροι, ο καθένας τους με κάποιο μικρό ή μεγάλο σημάδι σωματικής παραμόρφωσης, σέρβιραν ποτά και φαγητά, τα καλύτερα που διέθεταν τα υπόγεια κελάρια μας. Οι νεοφερμένες κοπέλες χαμογελούσαν ευγενικά, αν και ήμουν σίγουρος πως τα εδέσματα που κατανάλωναν στα πεδινά παλάτια τους ήταν πολύ πιο νόστιμα από οτιδήποτε θα μπορούσαμε να τους προσφέρουμε εμείς.

«Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω», μου είπε η αρχόντισσα. Λαμάρε. Αυτό ήταν το όνομα της. Μου το είχε πει πέρσι, κατά τη διάρκεια μιας παρόμοιας νύχτας.

«Χαίρομαι και εγώ που σε ξαναβλέπω», της απάντησα ευγενικά. «Ελπίζω η περσινή μας συνάντηση να είχε ευχάριστη έκβαση».

«Όλα πήγαν πολύ καλά», με διαβεβαίωσε εκείνη, «Γέννησα έναν γιό που είναι ζωντανός, αρτιμελής, υγιέστατος και φυσιολογικός».

«Χαίρομαι πολύ που το μαθαίνω. Είμαι σίγουρος ότι κάτω από την καθοδήγησή σου θα γίνει ένας ατρόμητος πολεμιστής».

Το βλέμμα της τρεμόπαιξε για μια πολύ σύντομη στιγμή. Ήταν κάτι πολύ φευγαλέο, αλλά το παρατήρησα γιατί το δικό μου βλέμμα είχε καρφωθεί στο πρόσωπό της.

«Το ελπίζω και εγώ αυτό», μου απάντησε, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πιο αργά από όσο θα έπρεπε.

Έκανα πως δεν κατάλαβα τίποτα. Τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού σφίχτηκαν γύρω από τα δικά της:

«Πάμε;»  Τη ρώτησα δίχως περαιτέρω καθυστέρηση.

Εκείνη ένευσε καταφατικά. Κατάπιε τα απομεινάρια του κρασιού που είχαν απομείνει στο ποτήρι που κρατούσε, γέρνοντας προς τα πίσω το όμορφο κεφάλι της. Ο λαιμός της άστραψε σαν φεγγαροαχτίδα. Σηκώθηκε όρθια. Το χέρι της δεν τραβήχτηκε από το δικό μου. Την ακολούθησα και ανεβήκαμε μαζί τα ξύλινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στον πάνω όροφο της αίθουσας, εκεί όπου βρίσκονταν μια σειρά από στενά δωμάτια.

 

2

Το δωμάτιο ήταν μικρό και φωτισμένο αμυδρά από ένα αρωματικό κερί που έκαιγε φωλιασμένο σ’ έναν δίσκο από ραγισμένο γυαλί. Πολύχρωμα χράμια κάλυπταν τους τοίχους, υφασμένα από τις γυναίκες της φυλής ειδικά για αυτή τη νύχτα. Στο κέντρο του υπήρχε ένα κρεβάτι που σκεπαζόταν από απαλά στρωσίδια και περιβαλλόταν από μεταξωτές μαξιλάρες με ξεθωριασμένα σχέδια. Όλα αυτά τα αντικείμενα, ο γυάλινος δίσκος με τις ακτινωτές ρωγμές, τα στρωσίδια και οι μαξιλάρες ήταν ιερά αντικείμενα. Πράγματα που είχαν διασωθεί από τον παλιό κόσμο και είχαν βρει μια καινούργια χρησιμότητα.  Κάποτε ικανοποιούσαν τα καπρίτσια των πλούσιων ιδιοκτητών τους, τώρα βοηθούσαν στη συνέχιση του είδους.

Δίπλα στο κρεβάτι υπήρχε ένα μικρό τραπεζάκι και πάνω του, σ’ ένα δεύτερο δίσκο, από χαλκό αυτή τη φορά, στέκονταν δυο ποτήρια που ήταν ξέχειλα από ένα διάφανο υγρό. Το ποτό της έξαψης. Ειδικά φτιαγμένο για να διευκολύνει αυτό που έπρεπε να συμβεί.

Η Λαμάρε στάθηκε μπροστά μου και τα έμπειρα δάχτυλά της μάλαξαν με έμπειρες κινήσεις τους ώμους μου.

«Θέλεις να ξεκινήσουμε τώρα;» Με ρώτησε με χαμηλή φωνή. Ένα απαλό χαμόγελο σχηματίστηκε στα σαρκώδη χείλη της αλλά τα μάτια της, βαθιά και ανεξιχνίαστα, παρέμεναν ανέκφραστα. Ένιωσα ένα μικρό κέντρισμα μέσα στο μυαλό μου. Δεν με αγαπούσε-προφανώς. Ίσως να μην της άρεσα καν. Όλα αυτά τα έκανε από υποχρέωση, για να εκτελέσει ένα χρέος. Κατά πάσα πιθανότητα δεν νοιαζόταν καν αν θα ήμουν νεκρός ή ζωντανός την επόμενη χρονιά. Αν δεν με συναντούσε ξανά, θα έβρισκε κάποιον άλλο. Θα τον αποπλανούσε και θα κυοφορούσε το παιδί του το οποίο θα έβγαινε γερό και δυνατό, ικανό να υπερασπιστεί την κοινότητά της ενάντια σε κάθε εχθρό.

Η Λαμάρε πίστεψε ότι η σιωπή μου ήταν μια άηχη κατάφαση. Οπισθοχώρησε με δυο βήματα και εξακολουθώντας να έχει το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μου, άρχισε να γδύνεται: Έλυσε την πόρπη που συγκρατούσε το φόρεμα της στους ώμους της και εκείνο κατρακύλησε πάνω στο κορμί της σαν μεταξωτός καταρράκτης. Τώρα ήταν ολόγυμνη, πανώρια και λευκή σαν πανώρια φλόγα. Στο δέρμα της απλωνόταν ένα περίπλοκο σχέδιο από ασημένιες γραμμές που τυλίγονταν γύρω από τα στήθη, τους μηρούς και το αιδοίο της. Ζωγραφισμένο το δίχως άλλο από έμπειρα χέρια που ήξεραν πως να ζαλίσουν και να καθοδηγήσουν το βλέμμα ενός άνδρα που είχε μείνει για ένα μήνα δίχως γυναίκα. Την πλησίασα αργά και αποφασιστικά, σαρώνοντας με το βλέμμα του τις καμπύλες του ώριμου κορμιού της και ξαφνικά της έδωσα μια βίαιη σπρωξιά. Εκείνη σωριάστηκε πάνω στο κρεβάτι. Ξαφνιάστηκε τόσο πολύ ώστε δεν σκέφτηκε καν να βγάλει κάποια κραυγή. Έπεσα πάνω της, την πλάκωσα με το σώμα μου και τα δάχτυλα μου σφίχτηκαν γύρω από τον παλλόμενο λαιμό της. Εκείνη άρχισε να παλεύει κάτω από το συντριπτικό μου βάρος καθώς το πρόσωπό της κοκκίνιζε όλο και πιο πολύ και γίνονταν μπλαβί. Οι προσπάθειες που έκανε, οι αξιολύπητες γροθιές και οι νυχιές με τις οποίες προσπαθούσε να με πονέσει, γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές και απελπισμένες έως ότου τα μάτια της γύρισαν προς τα πάνω και οι αισθήσεις της άρχισαν να την εγκαταλείπουν.

Το σφίξιμο μου χαλάρωσε, ίσα ίσα για να την αφήσω ν’ ανασάνει και πάλι. Το στήθος της ανεβοκατέβηκε λαίμαργα εισπνέοντας τον αέρα του δωματίου που είχε γίνει βαρύς από την οσμή του ιδρώτα μας και της ορμής του αγώνα της να παραμείνει ζωντανή. Πλησίασα το στόμα μου στο αυτί της και ψιθύρισα:

«Θα σε αφήσω να ζήσεις αλλά μόνο αν μου δώσεις μια υπόσχεση. Είμαστε σύμφωνοι;»

Εκείνη έγνεψε καταφατικά, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα, ο λαιμός της σημαδεμένος από τις άσχημες μελανιές που του είχε αφήσει το θανατερό μου σφίξιμο. Χαλάρωσα τη λαβή μου ακόμα  περισσότερο και εκείνη άρχισε να βήχει σπασμωδικά. Κάλυψα το στόμα της με την παλάμη του χεριού μου για να πνίξω τους προδοτικούς εκείνους ήχους. Εκείνη, παρά τη δυσκολία της ν’ ανασάνει, φάνηκε να ηρεμεί. Μια λάμψη οργής άστραψε μέσα στα υγρά της μάτια:

«Είσαι τρελός;» Σφύριξε σαν φίδι, «Τι νομίζεις ότι κάνεις;»

«Έκανες μια συμφωνία», σφύριξα και εγώ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

«Τι θέλεις επιτέλους;»

«Θέλω να μου υποσχεθείς πως μόλις σ’ ελευθερώσω, δεν θα κάνεις καμία προσπάθεια να φύγεις, ούτε και θα μιλήσεις σε κανέναν για αυτό που συνέβη. Και πως θα μου απαντήσεις με ειλικρίνεια σε ότι σε ρωτήσω».

«Ζητάς να σου υποσχεθώ τρία πράγματα».

Τα δάχτυλα μου ξανασφίχτηκαν γύρω από το λαιμό της προειδοποιητικά

Εκείνη έλαβε το μήνυμα και ένευσε καταφατικά.

«Εντάξει, θα γίνει αυτό που θέλεις» κατάφερε να μουρμουρίσει και την άφησα ελεύθερη. Έπαψα να την πλακώνω με το βάρος μου, κάθισα πάνω στο κρεβάτι και ανοιγόκλεισα επιδεικτικά τα δάχτυλα των χεριών μου. Εκείνη, έντρομη ακόμα και ανασαίνοντας βαριά, κάθιδρη, με τα τελευταία ίχνη της προηγούμενης αυτοπεποίθησής της να κρέμονται πάνω στο δακρυσμένο πρόσωπό της σαν κουρέλια, με κοίταξε με θυμό:

«Ρώτα με ότι θες, λοιπόν, για να τελειώνουμε! Τι είναι αυτό που θέλεις να μάθεις τόσο πολύ ώστε να βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο; Αφού ξέρεις τι συμβαίνει σε όποιον φερθεί άσχημα σε κάποια νύφη της πεδιάδας!»

Ήξερα πολύ καλά. Ήμουν από εκείνους που είχαν βοηθήσει στη σταύρωση του τελευταίου ενόχου, ενός νεαρού που είχε αρνηθεί να ζευγαρώσει με μια νύφη. Ήμουν ένας απ’ αυτούς που είχε καρφώσει τα μεγάλα καρφιά στους καρπούς των χεριών του, έτσι ώστε το βάρος του σώματός του να μην ξεσχίσει τη σάρκα του και να παραταθεί ο αργός του θάνατος πάνω στον σταυρό.

«Δεν με νοιάζει», της απάντησα θυμωμένα. «Υπάρχει κάτι που θέλω να μάθω!»

Η Λαμάρε άρχισε να τρίβει το λαιμό της σε μια μάταια προσπάθεια να σβήσει από πάνω του τα σημάδια των χεριών  μου. Υπολόγισα πως έτσι άγριες που ήταν εκείνες οι μελανιές, θα έκαναν βδομάδες να χαθούν αλλά ευτυχώς το περιδέραιο που φορούσε θα τις έκρυβε αρκετά καλά.

«Σε ακούω», μου είπε εχθρικά.

«Θέλω να μάθω τι γίνονται τα παιδιά που γεννιούνται μετά το αποψινό ζευγάρωμα!»

«Εσένα τι σε νοιάζει;» Η απορία που χαράχτηκε στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό της ήταν πραγματική.

«Με νοιάζει γιατί το παιδί που θα γεννηθεί δεν είναι μόνο δικό σου, είναι και δικό μου!»

«Αφού ξέρεις», μου απάντησε εξακολουθώντας να τρίβει το λαιμό της, «Γίνονται πολεμιστές που υπερασπίζονται τα βασίλεια της πεδιάδας».

«Λες ψέματα!» Κατάφερα να κρατήσω χαμηλωμένη τη φωνή μου με μεγάλη δυσκολία. «Το κατάλαβα πριν, από τα μάτια σου. Αυτά τα παιδιά δεν γίνονται πολεμιστές έτσι δεν είναι; Κάτι άλλο τους κάνετε!»

Εκείνη έμεινε σιωπηλή κοιτάζοντας με. Λίγη από την αγέρωχη στάση της είχε επιστρέψει. Αλλά όχι τόσο ώστε να την κάνει επιθετική:

«Δεν έχεις δικαίωμα να ρωτάς», μου είπε τελικά. «Αυτή είναι η συμφωνία. Εμείς, οι πόλεις της πεδιάδας σας δίνουμε ένα σωρό πράγματα, τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, και εσείς παρακολουθείτε από τους πύργους σας τον ορίζοντα και μας προειδοποιείτε για τυχόν ανεμοθύελλες ενώ μια φορά το χρόνο είκοσι από τους καλύτερους πολεμιστές σας ζευγαρώνουν με είκοσι από τις πιο όμορφες και γερές κοπέλες των πεδιάδων. Αυτό είναι όλο. Αυτή είναι η συμφωνία μας εδώ και διακόσια χρόνια!»

Της έριξα ένα αγριωπό βλέμμα: «Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι παλιές συμφωνίες ανάμεσα στις φυλές μας. Έδωσες μια υπόσχεση!»

Η Λαμάρε έσκυψε το κεφάλι της και μου φάνηκε ότι τα δάκρυα που γέμιζαν τα μάτια της αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά:

«Εντάξει θα σου πω», μου είπε ψιθυρίζοντας αυτή τη φορά. «Θα σου πω αυτά που ξέρω. Εξάλλου, δεν έχω επιλογή, έτσι;» Ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιξε γύρω από τα υγρά χείλη της.

«Όχι, δεν έχεις», τη διαβεβαίωσα. «Καμία επιλογή. Αν με κάνεις να σε σκοτώσω, θα πω στους άλλους ότι δεν άντεξες την ορμή του ζευγαρώματός μας. Και αν με σταυρώσουν και μένα, δεν με νοιάζει».

«Έτσι νομίζω και εγώ», μουρμούρισε και καθώς καθόταν δίπλα μου, πάνω στο κρεβάτι, η σχέση μας φάνηκε να αλλάζει μ’ έναν τρόπο που μου φάνηκε πολύ παράξενος: Δεν είμασταν πια ένας θύτης και ένα θύμα αλλά δυο άνθρωποι που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα.

«Τα παιδιά μας δεν γίνονται πολεμιστές, σωστά το μάντεψες», μου είπε τελικά κοιτάζοντας με λοξά, με τις άκρες των ματιών της. «Δεν προλαβαίνουν να γίνουν».

Κάτι μέσα μου άρχισε να παγώνει:

«Τι θες να πεις;»

Εκείνη φάνηκε να διστάζει. Όχι γιατί με φοβόταν αλλά επειδή αυτό που σκόπευε να μου πει ήταν πολύ σκληρό:

«Τα παιδιά μας, μόλις κλείσουν τα πέντε χρόνια ζωής, έρχονται και τα παίρνουν».

«Τα παίρνουν ποιοι;»

«Οι λαοί της θάλασσας».

«Τι θες να πεις; Μίλα!»

Στράφηκα άθελα μου προς το μέρος της με πνεύμα επιθετικό, σπρωγμένος από κάτι σκοτεινό που δεν μπορούσα να ελέγξω. Αυτή σηκώθηκε όρθια, όχι για να γλυτώσει, αλλά για να βρει τη δύναμη να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να μου πει:

«Έρχονται κάθε πέντε χρόνια. Με σιδερένια πλοία και όπλα που σκοτώνουν από μακριά. Διαλέγουν τα πιο γερά παιδιά και τα φορτώνουν στα καράβια τους. Δεν τα ξαναβλέπουμε ποτέ. Ποτέ δεν έχει γυρίσει κάποιο για να μας πει τι τα κάνουν».

Την κοίταξα κατάπληκτος και τη ρώτησα με μια δόση βαθιάς οργής:

«Και γιατί το ανέχεστε αυτό; Γιατί τους αφήνετε να σας παίρνουν τα παιδιά; Μπορεί να τα σκοτώνουν, μπορεί να τα βασανίζουν, μπορεί να ταΐζουν κάτι με τις σάρκες τους!»

Εκείνη στράφηκε προς το μέρος μου με μια απότομη κίνηση και έσφιξε τις γροθιές της. Τα μάτια της άστραφταν, γεμάτα με δάκρυα που δεν τα γεννούσε ο φόβος αλλά η οργή:

«Και τι θες να κάνουμε;» με ρώτησε με μια φωνή που ακούστηκε κοφτερή σαν τσακμακόπετρα: «Είναι η συμφωνία που έχουμε κάνει μαζί τους. Κάθε πέντε χρόνια τους προσφέρουμε τα καλύτερα παιδιά μας και αυτοί μας αφήνουν ήσυχους. Έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν έχουμε επιλογή!»

Καθώς στεκόταν όρθια, μπροστά μου, έθαψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες των χεριών της και μικροί σπασμοί άρχισαν να διατρέχουν το σώμα της. Κατάλαβα ότι έκλαιγε, βουβά, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να την ακούσει.

Κάτι πρωτόγνωρο που ξύπνησε μέσα μου με έκανε να σηκωθώ όρθιος, να την πλησιάσω και να την αγκαλιάσω σφιχτά. Εκείνη τεντώθηκε στην αρχή, το σώμα της έγινε σκληρό αλλά μετά αφέθηκε στα χέρια μου.

Μέσα από τους πνιχτούς λυγμούς της ξεχώρισα αυτά τα λόγια:

«Έτσι είναι ο κόσμος που ζούμε. Κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν καλά. Τώρα για να ζήσουμε πρέπει να παζαρεύουμε, με ότι έχει ο καθένας. Καμιά φορά, όταν βλέπω τα τεράστια ερείπια που άφησαν πίσω τους, μέσα μου ξυπνάει ένα τεράστιο «γιατί». Προσπαθώ να φανταστώ πως ήταν η ζωή τους. Θα πρέπει να ήταν δυνατοί σαν θεοί. Προσπαθώ να καταλάβω γιατί έκαψαν τον κόσμο τους. Και γιατί μας άφησαν να παλεύουμε μέσα στα απομεινάρια τους. Πρέπει να ήταν πολύ κακοί για να κάνουν κάτι τέτοιο. Πολύ κακοί ή πολύ ηλίθιοι. Δεν ξέρω».

Εκείνη τη στιγμή, καθώς την κρατούσα στην αγκαλιά μου και την άφηνα να ξεσπάσει, κατάλαβα ότι δεν ήμασταν εχθροί, ούτε καν αντίπαλοι. Ήμασταν δυο άνθρωποι που ατένιζαν ένα πηχτό σκοτάδι. Αλλά τουλάχιστον, για λίγο ακόμα, μέχρι να ξημερώσει, θα ήμασταν μαζί.

Tags: brides , children , couple , fantasy , fantasy short story , short-story , διήγημα , Διήγημα Φαντασία , ζευγάρι , νύφες , νύφη , παιδιά , πεδιάδα , πολεμιστής , φαντασία

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε 17 Ιανουαρίου, 2026

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.