Στάθηκα στο κέντρο του ξέφωτου και κοίταξα τις κορφές των δέντρων που διαγράφονταν γύρω μου σαν γκρίζα αποτυπώματα πίσω απ’ το πέπλο της λευκής ομίχλης. Λικνίζονταν απαλά και ήταν πανύψηλες. Εκείνα τα δέντρα ήταν πανάρχαια. Πολλών εκατοντάδων ετών το δίχως άλλο. Είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από αρρώστιες και καταιγίδες, από κλιματικές αλλαγές και επιθέσεις πεινασμένων εντόμων, ακόμα και από το καταστροφικό χέρι του ανθρώπου που με τις μηχανές του λεηλατούσε τη Γη. Είχαν κάτι το ιερό.
”Ο Μάθιου ανατρίχιασε όμως κατευθείαν αντιλήφθηκε από τι προερχόταν ο ήχος, σκουριά και μόνο σκουριά. Καμία νύφη. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και άναψε τον φακό. Το σαλόνι ήταν τακτοποιημένο λες και έμενε κάποιος εκεί πριν λίγες μέρες και απλά απουσίαζε για διακοπές, όμως μια μυρωδιά σήψης και μούχλας επιτέθηκε στα ρουθούνια του.”
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 4
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.