Τα χαλασμένα παιχνίδια

“Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τα μάτια. Καθόταν σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά διαπίστωσε πως τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο περιτριγυρισμένος από παιχνίδια.”

23 Δεκεμβρίου 2020

Καθόταν στην κουνιστή του πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο και παρακολουθούσε τις χοντρές χιονονιφάδες που έπεφταν από τον ουρανό. Ακουμπούσαν απαλά στο έδαφος, κι έκαναν το λευκό στρώμα ακόμα πιο παχύ. Έσιαξε τα στρόγγυλα γυαλιά που φορούσε και χάιδεψε τη μακριά, λευκή του γενειάδα. Δοκίμασε να κουνηθεί ελαφρά με την πολυθρόνα, εκείνη όμως έμεινε ακίνητη. Το παχύ χαλί ζάρωσε στην προσπάθειά του. Συνοφρυώθηκε, αλλά δεν έδωσε παραπάνω σημασία. Σήμερα ήταν Παραμονή. Έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται σιγά σιγά, αν ήθελε να προλάβει να μοιράσει τα δώρα στην ώρα τους. Έβγαλε έναν πάπυρο από την τσέπη του. Άρχισε να τον ξετυλίγει σιγά σιγά, διαβάζοντας ένα – ένα τα ονόματα της λίστας.

Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε. Άφησε τον πάπυρο στην αγκαλιά του, έσφιξε τα μπράτσα της πολυθρόνας και κράτησε την αναπνοή του. Έπλεξε τα δάχτυλά του κι έτριψε νευρικά τα χέρια. Κοίταξε και πάλι έξω από το παράθυρο. Ήταν σφαλισμένο, αλλά ένα απότομο, κρύο ρεύμα τον τύλιξε. Έφερε τα χέρια στα μπράτσα του. Οι λάμπες που φώτιζαν την αυλή είχαν σβήσει. Το λευκό χιόνι άστραφτε παράταιρα μέσα στο ξαφνικό σκοτάδι. Στένεψε το βλέμμα. Πατημασιές είχαν εμφανιστεί από το πουθενά﮲ πατημασιές, που φαινομενικά δεν ανήκαν σε κανέναν και κατευθύνονταν προς το σπίτι του.

Ένα παιδικό γέλιο αντήχησε. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως και κοίταξε γύρω του. Ο πάπυρος έπεσε στο χαλί με ένα σιγανό θρόισμα. Ένιωσε κάποιον να τον σπρώχνει. Σωριάστηκε μπρούμυτα στο πάτωμα. Βόγκηξε. Ανακάθισε κι έτριψε το πρόσωπο και τη μύτη του. Αιμορραγούσε. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη του και την σκούπισε βιαστικά. Κοίταξε γύρω του. Δεν υπήρχε κανείς. Δοκίμασε να σηκωθεί, αλλά κάτι τον έσπρωξε και πάλι κάτω.

«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε. «Φλιτ!» φώναξε το όνομα του ξωτικού.

Κανείς δεν απάντησε. Δοκίμασε και πάλι να σηκωθεί. Αυτή τη φορά τα κατάφερε. Περπάτησε κοντανασαίνοντας μέχρι το μικρό ξύλινο γραφείο του και έκανε να καθίσει με φόρα στην καρέκλα. Μόνο που… έπεσε απότομα στο πάτωμα. Έτριψε τη μέση του στο σημείο που χτύπησε και στράφηκε προς τα πίσω. Η καρέκλα βρισκόταν λίγο πιο μακριά από όσο νόμιζε. Έβγαλε τα γυαλιά, τα ακούμπησε δίπλα του, κάλυψε το πρόσωπο με τις παλάμες κι έτριψε τα μάτια του. Έμεινε για λίγη ώρα έτσι, όταν ένα ανατριχιαστικό κρακ, τον έκανε να τιναχτεί. Άνοιξε απότομα τα μάτια και στράφηκε προς το μέρος που υπήρχαν τα γυαλιά. Μόνο που στη θέση τους, αντίκρυσε ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια που πατούσαν επάνω τους. Ανασήκωσε αργά αργά το θολό του βλέμμα, και η έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του﮲ μια έκπληξη, που δεν άργησε να δώσει τη θέση της στον τρόμο.

***

Ο Φλιτ, φόρεσε την πράσινη στολή του, ανέβηκε στο σκαμπό και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έβαλε το βελούδινο καπέλο του και προσπάθησε να κρύψει όσο μπορούσε τα μυτερά του αυτιά. Είχε αποφασίσει τι θα ζητούσε φέτος από το αφεντικό του. Θα του ζητούσε να μικρύνει τα αυτιά του, για να μην φαίνονται τόσο μυτερά, και να μπορεί να κυκλοφορεί ανάμεσα στους θνητούς. Το ύψος του δεν τον πείραζε. Άλλωστε στο πρόσωπο έμοιαζε με παιδί, οπότε τι πιο λογικό από το να είναι κοντούλης. Αν έφτιαχνε τα αυτιά του, κανείς δεν θα καταλάβαινε πως ήταν ξωτικό.

Ο χτύπος του ρολογιού, διέκοψε τις σκέψεις του. Είχε φτάσει έντεκα το βράδυ. Έπρεπε να βουρτσίσει τους ταράνδους και να ετοιμάσει το έλκηθρο. Από στιγμή σε στιγμή θα τους έψαχνε ο Άγιος Βασίλης. Ετοιμάστηκε να κάνει ένα θερμαντικό ξόρκι πριν βγει έξω για να αντέξει την παγωνιά, όταν τα φώτα στη μεγάλη σάλα έσβησαν. Έκανε να κατέβει από το σκαμπό, αλλά επειδή ήταν σκοτεινά, σκόνταψε κι έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα.

«Ωχ», βόγκηξε και σηκώθηκε.

Βρήκε την εξώπορτα ψηλαφώντας στο σκοτάδι, την άνοιξε και βγήκε έξω. Το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω στο κατάλευκο χιόνι και το έκανε να λάμπει. Λίγα μέτρα πιο πέρα, είδε το έλκηθρο με τον Άγιο Βασίλη. Εκείνος, είχε στραμμένη την πλάτη του προς το ξωτικό.

«Άγιε!» φώναξε τουρτουρίζοντας κι έτρεξε προς το μέρος του με τα μικρά του ποδαράκια.

Εκείνος δεν σάλεψε. Ο Φλιτ πήδησε πάνω στο έλκηθρο, στάθηκε πίσω του και του χτύπησε την πλάτη. Ο «Άγιος Βασίλης», άρχισε να στρέφεται προς το μέρος του. Τότε ο Φλιτ ούρλιαξε και η κραυγή του, αντήχησε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

***

Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τα μάτια. Καθόταν σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά διαπίστωσε πως τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο περιτριγυρισμένος από παιχνίδια. Μόνο που δεν ήταν συνηθισμένα παιχνίδια. Ήταν όλα εκείνα τα παιχνίδια, που ήταν ελαττωματικά, εκείνα που ήταν χαλασμένα και δεν μοιράστηκαν ποτέ. Και τώρα όλα αυτά τα παιχνίδια, τον είχαν περικυκλώσει και τον κοιτούσαν απειλητικά. Μπροστά – μπροστά, στεκόταν η πορσελάνινη κούκλα με τα κόκκινα λουστρίνια. Εκείνη που έμοιαζε με την Ντόροθι από τον Μάγο του Οζ. Το ένα μάτι της έλειπε κι έτσι την είχε κρατήσει στην αποθήκη. Παραδίπλα, ο μικρός τυμπανιστής, τον πλησίασε με γουρλωμένα μάτια. Ένα τρομακτικό χαμόγελο ήταν μονίμως αποτυπωμένο στο πρόσωπό του﮲ και ήταν τρομακτικό, γιατί τα δόντια του, αντί να γίνουν ολόισια, έγιναν κατά λάθος μυτερά, κι έτσι δεν δόθηκε ποτέ σε κανένα παιδί. Ένα μικρό ρομπότ που το χέρι του στριφογυρνούσε συνεχώς εμφανίστηκε μέσα από τον σωρό, ενώ τον ακολουθούσε ένας λούτρινος Γκούφι με σκισμένη φόδρα, καβάλα σε ένα ποδήλατο με ξεφούσκωτες ρόδες.

«Τι…» τραύλισε ο Άγιος Βασίλης. «Τι θέλετε; Είστε χαλασμένα… γι’ αυτό δεν σας μοίρασα».

Εκείνα τον πλησίασαν ακόμα πιο πολύ.

«Θα… θα σας φτιάξω! Το υπόσχομαι! Θα σας φτιάξω!» έκανε απελπισμένος.

Τα παιχνίδια τον είχαν περικυκλώσει.

Ο μικρός τυμπανιστής άρχισε να χτυπάει το τύμπανό του με δύναμη. Μόνο που ξαφνικά, το χέρι του σηκώθηκε πιο ψηλά κι αντί να πέσει πάνω στο τύμπανο, χτύπησε το κεφάλι του Αγίου. Και η Ντόροθι, σήκωσε το χέρι της και τον πλησίασε στον λαιμό του.

***

Ο Φλιτ ούρλιαζε τη στιγμή που αντίκρυσε την ξύλινη μαριονέτα που έμοιαζε με τον Πινόκιο να στέφεται προς το μέρος του φορώντας τη στολή του Άγιου Βασίλη. Ούρλιαζε όταν αντίκρυσε πως οι τάρανδοι που θα έσερναν το έλκηθρο, ήταν ξεκοιλιασμένοι και οι σάρκες τους κρέμονταν πάνω στον σκελετό τους. Και συνέχισε να ουρλιάζει, όταν η μυτερή ξύλινη μύτη της μαριονέτας, του διαπέρασε τον λαιμό.

Tags: christmas , elf , fantasy , horror , santa claus , short-story , The Weird Side Daily , toys , άγιος βασίλης , γυαλιά , διήγημα , διήγημα φαντασίας , δώρα , Ερωδίτη Παπαποστόλου , καπέλο , καρέκλα , ντόροθι , ξωτικό , παιχνίδια , πάπυρος , παραμονή , Πινόκιο , στολή , τάρανδοι , τρόμος , φαντασία , χιόνι , Χριστούγεννα

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Δημοσιεύτηκε 23 Δεκεμβρίου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.