Ο Νοτισμένος Κήπος

«Κάπου στις σμαραγδένιες εξοχές της Ιρλανδίας, υπάρχει ένα μυστικό. Κρύβεται στον κήπο ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού. Το ανακάλυψα εντελώς τυχαία, ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, μέσα από τα πέπλα μιας λευκής ομίχλης που στόλιζε τα γυμνά κλαδιά αιωνόβιων δέντρων με κρυστάλλινες δροσοσταλίδες.»

02 Νοεμβρίου 2020

Κάπου στις σμαραγδένιες εξοχές της Ιρλανδίας, υπάρχει ένα μυστικό. Κρύβεται στον κήπο ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού. Το ανακάλυψα εντελώς τυχαία, ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, μέσα από τα πέπλα μιας λευκής ομίχλης που στόλιζε τα γυμνά κλαδιά αιωνόβιων δέντρων με κρυστάλλινες δροσοσταλίδες.

Το κρυφοκοίταξα ανάμεσα από τα στριφτά κάγκελα μιας αυλόπορτας  που τα είχε καλύψει η καστανόχρωμη κρούστα μιας αρχαίας σκουριάς. Αντίκρισα ένα μικρό βασίλειο από σκιερές φτελιές και θρασεμένους θάμνους. Πιο πέρα, ξέθωρη μέσα στην σιωπηλή ομίχλης, ξεχώρισα τη γωνιώδη σιλουέτα ενός παλιού σπιτιού με σφραγισμένα παράθυρα και πέτρινους τοίχους που τους είχε καλύψει ένας πορφυρόχρωμος κισσός.

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να γίνω τολμηρός. Να παραβιάσω τους ανθρώπινους κανόνες. Έσπρωξα λοιπόν την σκουριασμένη καγκελόπορτα. Εκείνη άνοιξε, τρίζοντας, σχεδόν αγκομαχώντας. Πίσω της ανακάλυψα ένα μονοπάτι από γκρίζους κιβόλιθους που ήταν σκεπασμένοι μ’ ένα υφαντό από βελούδινα βρύα και πολύχρωμες λειχήνες. Κατέληγε σε μια στρογγυλή κρήνη όπου ένας παχουλός ερωτιδέας, σφιχταγκαλιασμένος από τις φυλλωσιές του πορφυρόχρωμου κισσού, χαμογελούσε αφηρημένα, χαμένος στους μαρμάρινους διαδρόμους πανάρχαιων ονείρων. Στο κεφάλι του φορούσε ένα κράνος από κουτσουλιές περιστεριών και τα χαρακτηριστικά του είχαν σπιλωθεί από τις κηλίδες αιώνων υγρασίας.

Η πρόσοψη του κλειστού σπιτιού ήταν σιωπηλή και σκυθρωπή, στολισμένη με μυτερά αετώματα και σκιερά πρόστεγα. Έμοιαζε απαραβίαστη, σχεδόν εχθρική. Αλλά από εκείνο το σημείο ξεκινούσε ένα καινούργιο μονοπάτι, στενό και ελικωτό. Έφερνε βόλτα το μεγάλο σπίτι και μου πρόσφερε την υπόσχεση συναρπαστικών ανακαλύψεων καθώς ελισσόταν ανάμεσα στους γκρίζους κορμούς των νοτισμένων δέντρων.

Το ακολούθησα. Με βήματα νευρικά και ανήσυχες ματιές που εστιάζονταν στα κλειστά παράθυρα του σπιτιού, στις ροζιασμένες ρίζες και στα συστρεμμένα κλαδιά των δέντρων που πρόβαλλαν σαν σκιές μέσα απ’ την λευκή ομίχλη.

Στο πίσω μέρος του σπιτιού, δίπλα σ’ ένα ηλιακό ρολόι από οξειδωμένο χαλκό και σκαλισμένο μάρμαρο, απλωνόταν μια μικρή λιμνούλα που την είχαν κατακλύσει πυκνά βούρλα και δισκοειδή νούφαρα στο χρώμα του νεφρίτη.

Αλλά το μονοπάτι συνέχιζε. Ξετυλιγόταν μπροστά μου και με καλούσε να το εξερευνήσω. Τυλιγμένος ακόμα από την υγρή καταχνιά του φθινοπώρου, περπάτησα γύρω από τη λιμνούλα, κάτω από πυκνές φυλλωσιές που με βρέχανε με αραιές ψιχάλες και δίπλα από θάμνους που έμοιαζαν με μουλιασμένα σφουγγάρια.

Τότε αντίκρισα τη γριά βελανιδιά. Ήταν θεόρατη, σαν σκοτεινό σύννεφο που είχε προσγειωθεί στη γη, σιωπηλή και στοχαστική. Κάτω από τον θόλο των πελώριων κλαδιών της κρυβόταν μια μυστική επικράτεια από απαλό χορτάρι και μενεξεδένια κυκλάμινα που άπλωναν τα λαμπερά τους πέταλα ανάμεσα από στρογγυλά βότσαλα και βαθυπράσινες λειχήνες.

Εκείνη τη στιγμή κάτι άστραψε φευγαλέα-ανάμεσα στα χαμηλότερα κλαδιά της αρχαίας βελανιδιάς που σχημάτιζαν μια ανοιχτή διχάλα. Πλησίασα, με προσοχή, για να μην πατήσω κάποιο λουλούδι και καταστρέψω την ομορφιά  εκείνης της μαγικής γωνιάς. Τεντώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και κρυφοκοίταξα το φυτικό εκείνο κοίλωμα:

Ανάμεσα στα χοντρά κλαδιά με την τραχιά φλούδα υπήρχε μια παλιά φωλιά. Ένα δημιούργημα από λεπτά κλωνάρια, πλεγμένα χόρτα και ξεραμένα φύλλα που σχημάτιζαν ένα συμμετρικό κάνιστρο. Ανάμεσα σε τσόφλια ανοιγμένων αυγών, ανακάλυψα ένα αντικείμενο που ήταν αστραφτερό και ολότελα σφαιρικό, σαν διάφανο μαργαριτάρι.

Εκείνο το αντικείμενο μου ήταν γνώριμο. Ήταν ένας γυάλινος βόλος με κυματιστό εσωτερικό, από εκείνους που μάζευα κάποτε ως μικρό παιδί για να παίζω με τους φίλους μου σε πλακόστρωτες αυλές και πεζοδρόμια. Ένα εντελώς αναπάντεχο κομμάτι από την παιδική μου ηλικία που κάπως είχε καταλήξει στον εγκαταλειμμένο κήπο ενός σφραγισμένου αρχοντικού της Ιρλανδίας.

Μια παράξενη θύμηση αναδύθηκε τότε στο μυαλό μου. Ένα ολότελα ξεχασμένο στιγμιότυπο που είχε αποκτήσει τα σέπια χρώματα μιας παλιάς φωτογραφίας:

Μια καλοκαιρινή βραδιά και ένα παλιομοδίτικο σαλόνι. Καθόμουν σε μια πολυθρόνα, μπροστά από μια τηλεόραση, την εποχή που οι συγκεκριμένες συσκευές έμοιαζαν με μικρά ντουλάπια και απεικόνιζαν ένα ασπρόμαυρο σύμπαν που τρεμόπαιζε ανεπαίσθητα και αποτελούταν από δυο μόνο κανάλια.

Έβλεπα μια ταινία όπου κάποιο αγοράκι δεχόταν την επίσκεψη μιας σκανταλιάρικης νεράιδας που του είχε κλέψει ένα παιχνίδι όσο αυτό κοιμόταν. Είχα κάνει τη σκέψη ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί και σε μένα αν ξεχνούσα το παράθυρο του δωματίου μου ανοιχτό. Και αγαπούσα τους βόλους μου τόσο πολύ! Κάθε βράδυ τους τοποθετούσα σ’ ένα πορσελάνινο πιατάκι, δίπλα μου, στο κομοδίνο και τους παρατηρούσα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Ο καθένας τους περίκλειε ένα μικροσκοπικό σύμπαν από γαλάζιους και λευκούς κυματισμούς που παγίδευαν το φως του ήλιου μέσα σε αστερισμούς από μικροσκοπικές φυσαλίδες και απαλά φωτοστέφανα.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, είδα ένα πολύ παράξενο όνειρο. Τάχατες, το παράθυρο μου είχε ανοίξει απ’ έξω, σπρωγμένο από μια ανεξήγητη πνοή αέρα. Μετά μια σκιά αιωρήθηκε πάνω απ’ το κρεβάτι και είχα νιώσει  το φύσημα αόρατων φτερών στο πρόσωπό μου. Είχα φοβηθεί τόσο πολύ που είχα κουκουλωθεί με το σεντόνι μου. Και το επόμενο πρωί, όταν με ξύπνησε το λαμπερό φως του πρωινού, ανακάλυψα ότι οι βόλοι μου έλειπαν, όλοι, ενώ το παράθυρό της κάμαράς μου είχε μείνει μισάνοιχτο.

Τώρα όμως, ένας τέτοιος βόλος βρισκόταν μπροστά μου, φωλιασμένος σ’ εκείνη την παλιά φωλιά.

Άπλωσα το χέρι μου για να τον αγγίξω και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κάποιο κλαδί πάνω από το κεφάλι μου έτριξε διαπεραστικά και προειδοποιητικά.

Οπισθοχώρησα γιατί κατάλαβα. Ο βόλος ήταν απαγορευμένος για μένα. Ανήκε αλλού. Σ’ ένα παρελθόν που είχε απομακρυνθεί για πάντα, μέσα στις παλίρροιες του χρόνου. Και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Είναι ένα ποτάμι που ρέει ασταμάτητα και βιάζεται να ενωθεί με την απεραντοσύνη ενός τιτάνιου ωκεανού. Δεν περιμένει ούτε επιστρέφει τα δώρα του. Έκανα πίσω. Αποχαιρέτησα την γριά βελανιδιά και το μικρό της μυστικό και εγκατέλειψα τον νοτισμένο εκείνο κήπο για πάντα.

Tags: child , fairy , fairy tale , fantasy , garden , house , ivy , lake , marble , oak , oak tree , old house , path , short-story , The Weird Side Daily , tree , αρχοντικό , Βελανιδιά , βόλος , διήγημα , Έρικ Σμυρναίος , Ιρλανδία , κήπο , κήπος , κισσός , λίμνη , μονοπάτι , μυστικό , νεράιδα , ομίχλη , όνειρο , Παιδί , παιδική ηλικία , παράθυρα , σπίτι , υγρασία , φαντασία , φθινόπωρο , φωλιά

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε Νοέμβριος 2, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.