Ο Λαθρέμπορος του Χρόνου – Μέρος ΙI

“Το παγωμένο νερό διαπέρασε το μάλλινο πανωφόρι και βρέχοντας το βαμβακερό πουκάμισο, το κόλλησε στο κορμί του. Στην αιφνίδια ψυχρολουσία, ο Τζάκο τινάχτηκε πίσω, χτυπώντας την πλάτη στην τραχιά επιφάνεια ενός τοίχου”.

 

Το παγωμένο νερό διαπέρασε το μάλλινο πανωφόρι και βρέχοντας το βαμβακερό πουκάμισο, το κόλλησε στο κορμί του. Στην αιφνίδια ψυχρολουσία, ο Τζάκο τινάχτηκε πίσω, χτυπώντας την πλάτη στην τραχιά επιφάνεια ενός τοίχου.  Δύο γεροδεμένοι άνδρες στεκόντουσαν μπροστά του, ο ένας εκ των οποίων κρατούσε τον κουβά που είχε αδειάσει στον Τζάκο. Το φως ενός πυρσού από πίσω τους έμπαινε στο υγρό δωμάτιο κι έκρυβε τα χαρακτηριστικά τους.

«Ποιος είσαι;» μούγκρισε σε βαριά κορντοανική διάλεκτο ο άνδρας με τον κουβά.

«Που βρίσκομαι;» είπε ο Τζάκο απαντώντας σπαστά στη γλώσσα τους.

«Μισθοφορικό καθίκι», είπε ο δεύτερος άνδρας κλοτσώντας τα πόδια του Τζάκο κι έφτυσε στο έδαφος. «Σήκω!»

Γύρισε στο πλάι και με περίσσιο πείσμα, πίεσε τις παλάμες του στο έδαφος για να ορθοστατήσει, μα το σώμα του τον εγκατέλειψε κι έπεσε στην κρύα βρεγμένη πέτρα.

«Πρέπει να δω τον κυβερνήτη Πονθέζ», είπε ανάμεσα στις ανάσες του.

«Ο κυβερνήτης δεν δέχεται σκουπίδια σαν και του λόγου σου», είπε ένας από τους δεσμώτες σηκώνοντας τον από τις μασχάλες. «Ο λοχαγός όμως θέλει να τα πείτε».

Ο Τζάκο ανήμπορος να αντιδράσει, σύρθηκε από τους δύο άνδρες σαν ένα σακί αλεύρι. Με το κεφάλι κρεμασμένο μπροστά, τα μισόκλειστα μάτια του είδαν τη μαύρη πέτρα να γίνεται λουστραρισμένο ξύλο και να ντύνεται με σκούρο πράσινο χαλί, όσο τα πόδια του χτυπούσαν σε σκαλοπάτια. Άκουγε ομιλίες και τριξίματα ξύλου, ενώ η έντονη μυρωδιά του χοντρού χαλιού γέμιζε τα ρουθούνια του.

Τον άφησαν σε μια καρέκλα και τον πότισαν νερό με το ζόρι, μέχρι να μη μπορεί να καταπιεί άλλη γουλιά.

«Το ονείριο», ψέλλισε αδύναμα, «χρειάζομαι ονείριο, σε παρακαλώ», είπε, προσπαθώντας να μιλήσει τη γλώσσα τους. Ο άνδρας τον στήριξε στην καρέκλα, περνώντας το χέρι του Τζάκο γύρω από το αυτί της ξύλινης πλάτης.

«Τι λέει;» είπε μια καινούρια φωνή.

«Τίποτε λοχαγέ, παραμιλάει, λέει πως χρειάζεται όνειρα».

Ένα χέρι σήκωσε το κεφάλι του απ’ τα μαλλιά. Ο Τζάκο κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του κι είδε έναν μελαχρινό μουσάτο άνδρα με πράσινο σακάκι κι επωμίδες λοχαγού να τον περιεργάζεται. «Ποιος είσαι;»

«Ονείριο, δώσε μου ονείριο για να μπορέσω να μιλήσω», απάντησε αδύναμα ο Τζάκο.

«Ηλίθιοι!» είπε ο λοχαγός εκνευρισμένος αφήνοντας το κεφάλι του Τζάκο ελεύθερο. «Μπροντ φέρε τα πράγματά του».

Είχε χάσει τον έλεγχο του χρόνου. Έβλεπε φώτα, μα δεν ήξερε αν ήταν από κεριά ή από ηλιαχτίδες που τρύπωναν στο δωμάτιο μέσω κάποιου παραθύρου. Βρέθηκε ξανά στη σπηλιά, με τη βαλλίστρα στο χέρι. Όχι – στεκόταν με τα πόδια βυθισμένα στην άμμο της παραλίας κι άκουγε τον Μπερνάρ να σιγομουρμουρά.

«Κολυμπάω στο ποτάμι του χρόνου με κίνδυνο του εαυτού μου». Βήματα, κύματα, φωνές, γλαροπούλια, πέντε χιλιάδες γαλέρες, Σάντα Γιόλη, η καστανοκόκκινη σημαία της Φιοβέτζιας μεσίστια – γιατί; Έτσι μάλλον ναι, δεν ξέρω, διέλυσε το σε νερό για να το καταπιεί.

            Ένιωσε το στόμα του να γεμίζει με υγρό κι αναγκάστηκε να καταπιεί μικρές μικρές γουλιές που πόνεσαν το λαρύγγι του. Οι αναπνοές του έγιναν πιο γρήγορες κι οι ρυθμοί της καρδιάς του προσπαθούσαν να τις προσπεράσουν, σαν αγώνα δρόμου. Η μεσίστια σημαία της Φιοβέτζιας, η συμφωνία με τον Δούκα Τόλλι για πέντε χιλιάδες γαλέρες, τα γλαροπούλια απ’ το νησί της Σάντα Γιόλης ξεκουράστηκαν στην κουπαστή της μπριγιαντίνας, η βάρκα τον έφερε στη στεριά. Ο Μπερνάρ περίμενε στην παραλία, το ίδιο και οι μαυροντυμένοι άγνωστοι στην σπηλιά. Ποιος είσαι; – ρώτησε ο λοχαγός κι ο Τζακο τινάχτηκε προς το μέρος του ασθμαίνοντας.

«Θεοί και χίλιοι Μάρτυρες!» είπε ένας από τους άνδρες πίσω του.

Τέσσερα χέρια τον συγκράτησαν και τον έριξαν ξανά στο κάθισμα. Ο λοχαγός κάθισε στην άκρη του γραφείου κι έπαιζε με τα ξύλινα φυλαχτά από το πουγκί του Τζάκο.

«Όταν μου είπαν πως ο μοναδικός επιζών των κατασκόπων πολεμούσε με μια βαλλίστρα, μου φάνηκε περίεργο», του είπε παίζοντας με την ξύλινη τρίαινα της Βάτιας. «Όταν, δε, είδα το πουγκί με τα φυλαχτά, είπα μέσα μου, ένας θεοσεβούμενος κατάσκοπος. Αλλά δεν κυκλοφορούν πολλοί κατάσκοποι με μια λίβρα ονείριου στην τσέπη τους. Για ποιον δουλεύεις μάγε;»

«Όπως είπα στους άνδρες σου, λοχαγέ, πρέπει να δω τον κυβερνήτη Πονθέζ», είπε ο Τζάκο ψάχνοντας το σακάκι του. Φυσικά! Του χαν αδειάσει τις τσέπες κι είχαν πάρει και την επιστολή του δούκα Τόλλι.

«Τι συνέβη στο δάσος; Ποιος σκότωσε τους φίλους σου;»

«Λοχαγέ, δεν έχω πολύ χρόνο. Πήγαινε με σιδηροδέσμιο στον κυβερνήτη. Μόνο σε αυτόν θα μιλήσω».

«Μπροντ, ετοιμάστε την άμαξα», είπε ο λοχαγός κι έκανε νόημα στους άνδρες του να φύγουν. Κούνησε έναν φάκελο στον αέρα και συνέχισε, «Η επιστολή, είναι αληθινή;»

«Πιο αληθινή δε γίνεται».

«Ποιοι ήταν αυτοί στο ορυχείο;»

«Δεν έχω ιδέα. Έπρεπε να συναντήσω τον σύνδεσμο του κυβερνήτη σας», απάντησε ο Τζάκο. «Το απόγευμα τα περίπολα των Νορντρέζων θα βρίσκονται στο Πέταλο και το πλοίο μου κινδυνεύει αν δεν φύγουμε άμεσα».

«Πάμε τότε, λαθρέμπορε».

Αφού του έδωσαν στεγνά ρούχα, ο λοχαγός οδήγησε τον Τζάκο στο ισόγειο του κτηρίου όπου αποδείχτηκε πως στεγαζόταν το φρουραρχείο της Σάντα Γιόλης. Χάρηκε όταν είδε στην έξοδο έναν στρατιώτη με τη βαλλίστρα και τη ζώνη με το πιστόλι, τα μαχαίρια και το σπαθί του. Ένιωσε περισσότερη σιγουριά με όλο τον εξοπλισμό πάνω του.

«Μετά από σένα», είπε ο λοχαγός κάνοντας νόημα στον Τζάκο να μπει σε μια απλή μαύρη άμαξα την οποία έσερναν δύο άλογα. Αφού ο αξιωματικός κάθισε απέναντί του, χτύπησε ρυθμικά στον οδηγό να ξεκινήσει. «Είμαι ο Ιόλο Ζανέτο, λοχαγός της φρουράς του νησιού».

«Τζάκο Μπρεντόν», απάντησε ο Τζάκο, δίχως να κοιτάξει τον άνδρα.

Είχε κολλήσει στο κρύο τζαμάκι της πόρτας και με το δάχτυλο κρατούσε την κουρτίνα στο πλάι για να βλέπει τη διαδρομή. Το φρουραρχείο βρισκόταν στη γωνία του λιμανιού, ανάμεσα στον εμπορικό και το στρατιωτικό ντόκο. Ο Τζάκο είχε βρεθεί πολλές φορές στις ταβέρνες γύρω από αυτές τις προβλήτες, είχε περπατήσει ανάμεσα στους μόλους των πλοίων κι είχε χαθεί στα στενά της Πορτάρας για να κλείσει κάποια συμφωνία με τοπικούς εμπόρους.

Τότε, ακόμα και μέσα στη νύχτα, τα λιμάνια έσφυζαν από ζωή. Μεθυσμένοι ναυτικοί γυρνούσαν από τις ταβέρνες στα καπηλειά κι από τα καπηλειά ξαποσταίναν ξερνώντας πριν επιστρέψουν στα πλοία τους, εργάτες μετέφεραν εμπορεύματα και νεαροί συνεπαρμένοι από τις ιστορίες των ξένων παρακαλούσαν τους θαλασσοδαρμένους υπάρχους για μια θέση μούτσου.

«Τι ώρα είναι, λοχαγέ;» ρώτησε κοιτάζοντας τον Ιόλο.

«Περασμένες έντεκα. Θα προλάβεις».

Δεν ανησυχούσε γι’ αυτό. Ο Τζάκο μπορούσε να δαμάσει το χρόνο στις ανάγκες του. Πιο πολύ τον φόβιζαν όσα δεν γνώριζε. Για καταμεσήμερο, το λιμάνι έμοιαζε με αυτό της Φιοβέτζιας ή του Ατζόρο, πόλεις μαστιγωμένες από την Κατάρα, όπως ονόμαζαν τη νέα αρρώστια-θεριστή. Απουσιάζαν οι διαπεραστικές κραυγές των πλανόδιων, οι καβγάδες των ναυτικών, οι αμαξάδες των εμπόρων. Μόνο το μελαγχολικό τραγούδι των γλάρων ακουγόταν. Μια φρεγάτα και δύο κορβέτες είχαν αντικαταστήσει τα δεκάδες εμπορικά και στις έρημες προβλήτες έβλεπε μόνο στρατιώτες να κόβουν βόλτες ή να συζητάν σε πηγαδάκια.

«Γιατί είναι τόσο άδειο το λιμάνι;»

«Νόμιζα ήξερες την κατάσταση, Τζάκο Μπρεντόν», απάντησε ο λοχαγός.

«Ίσως οι εργοδότες μου ν’ αφήσαν κάτι απ’ έξω».

«Τα περισσότερα εμπορικά επιτάχτηκαν και φορτώθηκαν κανόνια κι όσα γλίτωσαν είναι σε αποστολές για πολεμοφόδια και τρόφιμα», είπε ο Ζανέτο ρίχνοντας μια ματιά απ’ το τζάμι. «Είσαι ο μοναδικός που κατάφερε και πέρασε τον αποκλεισμό».

Δεν κατάλαβε αν έφταιξαν τα τελευταία λόγια του λοχαγού ή ότι οι δρόμοι πέρα από το λιμάνι παρουσίαζαν μια παρόμοια κατάσταση κι οι τρίχες του ορθώθηκαν μ’ ένα στιγμιαίο μούδιασμα του κορμιού του. Παράθυρα κλειστά, μαγαζιά κλειδωμένα, στρατιώτες στους δρόμους και μια τρομακτική ησυχία που έκανε τις οπλές του αλόγου και τους τροχούς της άμαξας να χτυπάν το εσωτερικό του κεφαλιού του με μανία. Η λίθινη πολιτεία της Σάντα Γιόλης είχε βυθιστεί σε μια τρομακτική απραγία.

Τα άλογα σταμάτησαν σε μια μικρή λιθόστρωτη πλατεία κι ο λοχαγός έκανε νόημα στον Τζάκο. Αν δεν ήξερε, θα νόμισε πως βρισκόταν σε κάποιο στενό της Φιοβέτζιας, αφού όλα τα κτήρια γύρω του, χτισμένα το ένα δίπλα στ’ άλλο ήταν λευκά, πορτοκαλί και κόκκινα. Πιατσέτα Σινόρ Θαράνεσκο διάβασε στο μαρμάρινο σιντριβάνι.

Μπαίνοντας στο μέγαρο με το λευκό τούβλο, είδε το επιβλητικό μαρμάρινο άγαλμα του γενειοφόρου Φιοβετζιάνου ιδρυτή της Σάντα Γιόλης, όπου τον ένατο αιώνα αποίκισε το νησί, σε μια προσπάθεια της αιώνιας πόλης των καναλιών να έχει αγκυροβόλια σ’ όλη τη βόρεια θάλασσα. Απ’ αυτή, την πρώτη συνοικία, τού είχε πει ο Λέκρο, ο Κορντοάνος συνεργάτης του, είχε ξεκινήσει κι ο αγώνας της ανεξαρτησίας των νησιών. Μια ανεξαρτησία η οποία τώρα κινδύνευε από τους Νορντρέζους και τον πόθο τους να ελέγχουν το θαλάσσιο πέρασμα προς τις αποικίες.

Τα βήματά στο ασπρόμαυρο μάρμαρο του πατώματος αντηχούσαν στους γυμνούς τοίχους του διαδρόμου. Τα μαύρα και καφέ σημάδια από τα άλλοτε κρεμασμένα πορτρέτα και τους πίνακες της συλλογής του κυβερνήτη φώτιζε το τρεμάμενο φως των εναπομεινάντων κηροπήγιων. Ο λοχαγός τον οδήγησε σε μια λευκή δίφυλλη πόρτα, του έκανε νόημα να περιμένει, χτύπησε και χώθηκε στο εσωτερικό του δωματίου.

Μερικά λεπτά αργότερα, η όποια συνάντηση λύθηκε και μια ντουζίνα άνδρες άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα. Κάποιοι φορούσαν καλοραμμένα σακάκια, άλλοι τα θαλασσιά του ναυτικού, με χρυσές επωμίδες και θηκαρωμένα ξίφη στα χέρια τους κι άλλοι απλά καθημερινά των θαλασσοεμπόρων. Όλοι οι άνδρες στο πέρασμά τους έριξαν κλεφτές ματιές περιέργειας στον Τζάκο, ο οποίος προσπάθησε να μη διασταυρώσουν τα βλέμματά τους. Αφού έφυγε και το τελευταίο ζευγάρι πλοιάρχων, επανεμφανίστηκε ο Ζανέτο και του ‘κανε νόημα.

Μπαίνοντας, ο Τζάκο βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ έναν γκριζομάλλη άνδρα να καπνίζει μια πίπα βυθισμένος σε μια πολυθρόνα στην κορυφή ενός μακρόστενου δρύινου τραπεζιού. «Κυβερνήτη, ο λαθρέμπορος Τζάκο Μπρεντόν», είπε ο λοχαγός κάνοντας τις συστάσεις. Ένας αξιωματικός, συνταγματάρχης, σκυμμένος πάνω από μια αράδα χαρτών γύρισε και κοίταξε τον Τζάκο. «Λαθρέμπορε, ο κυβερνήτης της Σάντα Γιόλης και του Καρντίθε, Ορνές Πονθέζ. Κουβαλούσε αυτή την επιστολή», συμπλήρωσε ο Ιόλο Ζανέτο, δίνοντας το φάκελο στον κυβερνήτη.

«Ο επιβάτης σου πού είναι;» ρώτησε ο Πονθέζ.

«Στο πλοίο μου, ασφαλής, άρχοντα, στο Πέταλο».

«Τα περίπολα των εχθρών θα περάσουν σε λίγες ώρες. Δεν προλαβαίνεις να ξεφορτώσεις και να φύγετε», είπε ο συνταγματάρχης. «Θα σε βυθίσουν».

«Έχω τον τρόπο μου, μην ανησυχείτε», είπε ο Τζάκο. «Η μπριγιαντίνα είναι γεμάτη τρόφιμα, πυρίτιδα και βόλια».

«Λοχαγέ, πάρε μερικούς άνδρες και πήγαινε στο Πέταλο», είπε ο κυβερνήτης σκαλίζοντας την πίπα του. «Μόλις ξεφορτώσουν κι είναι εντάξει, θα στείλεις πίσω τον Κριστόφ. Τότε θα πληρωθείς, λαθρέμπορε.»

«Δεν δουλεύω έτσι», απάντησε ο Τζάκο. «Αν μείνουμε παραπάνω χρόνο, κινδυνεύουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το ναυτικό του Νόρντρο».

«Έτσι θα δουλέψεις μαζί μας, λαθρέμπορε», είπε ο συνταγματάρχης. «Όταν δέχτηκες τη δουλειά, ήξερες τους κινδύνους».

Ο Τζάκο έσφιξε τη γροθιά του, μα προσπάθησε να κρύψει τον σιγοβράζοντα θυμό του. Δεν του άρεσε να αλλάζουν τη συμφωνία και τον τρόπο παράδοσης. Κοίταξε το παλιό αριστοκρατικό ρολόι στον τοίχο, έδειχνε δώδεκα παρά δέκα. Έκλεισε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε. Το ξεφόρτωμα με δύο λέμβους απαιτούσε τέσσερις ώρες σίγουρα, άλλες τρεις ώρες μέχρι να μεταφέρουν τα πρώτα εφόδια στην πόλη. Η χτεσινοβραδινή επιρροή του στη ροή των γεγονότων σχεδόν τον σκότωσε, αλλά χρειαζόταν μόνο μερικά λεπτά και δύο κουβέντες με τους άνδρες του. Έντεκα και δέκα, σκέφτηκε χτυπώντας τα δάχτυλά του ρυθμικά κι όλα σκοτείνιασαν.

«Καπετάνιε εσύ είσαι; Όλα εντάξει;»

Τα αμέτρητα καθρεφτίζοντα λαμπερά αστέρια του ουρανού έκαναν τη σκοτεινή θάλασσα να τελείωνε στα πόδια του, εκεί που έσκαγε το ανίσχυρο κύμα. Ο Μπερνάρ ακουμπούσε στη βάρκα, ακριβώς όπως τον είχε αφήσει μια νύχτα πριν, με τους λιγοστούς άνδρες στο απόλυτο σκοτάδι.

«Ο δούκας Τόλλι μας χρησιμοποίησε. Τακτοποίησα τους δολοφόνους του, αλλά μόλις φύγουμε από δω, πρέπει να γυρίσουμε στο μάστρο τους», απάντησε ο Τζάκο. «Άκουσέ με, κατεβάστε το φορτίο στην παραλία, φέρε το πλοίο πλώρη στ’ ανοιχτά και στις εντεκάμιση το πρωί με πέντε άνδρες, τον επιβάτη κι ένα μέρος του φορτίου να είσαι στην πόλη. Ζήτα τον λοχαγό Ζανέτο, βρίσκεται στο κυβερνείο».

«Τζάκο, όλα εντάξει;» τον ρώτησε ο ύπαρχος με μια ανησυχία να χρωματίζει τη φωνή του.

«Ναι, απλά η δουλειά παίρνει επικίνδυνη τροπή. Δεν έχω πολύ χρόνο. Φρόντισε δώδεκα παρά πέντε πρέπει να ‘σαι στο κυβερνείο».

Χτύπησε τα δάχτυλά του και ξαναβρέθηκε στο γραφείο του σαστισμένου κυβερνήτη. Συνήθως, φρόντιζε να πηγαίνει πίσω στον Μπερνάρ όταν δεν υπήρχε άλλος παρόν, μα αυτή τη φορά αναγκάστηκε να αποκαλυφθεί. Ο λοχαγός κοιτούσε έντρομος προς το μέρος του κι ο καστανομάλλης συνταγματάρχης έφερε το πιστόλι του στο κεφάλι του Τζάκο.

«Τι σκατά;» φώναξε ο κυβερνήτης, «Ποιος σκατά είσαι;»

«Είμαι αυτός που σου ‘φερε ενενήντα τόνους τρόφιμα και πυρίτιδα», είπε ο Τζάκο και γύρισε στον συνταγματάρχη, «Οι δικοί μου βρίσκονται στη δυτική είσοδο με τον επιβάτη και μέρος του εμπορεύματος για επιβεβαίωση. Θέλω την πληρωμή και να έρθετε να παραλάβετε απ’ το Πέταλο».

«Και γιατί να μη κολλήσω τα μυαλά σου στον τοίχο; Θα γλιτώσω δυο χιλιάδες γαλέρες».

«Γιατί αν δεν είμαι σε μια ώρα στο Πέταλο, τα παλικάρια μου θα τα ανατινάξουν και θα χρωστάς πέντε χιλιάδες γαλέρες στο δούκα Τόλλι», απάντησε ο Τζάκο.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα έκανε τους τρεις άνδρες να γυρίσουν. Ο Τζάκο γύρισε στο ρολόι κι είδε δώδεκα παρά έξι. Πάντα ακριβής, σκέφτηκε και χαμογέλασε πλατιά.

«Κυβερνήτα, συγνώμη», είπε ένας από τους στρατιώτες με τα θαλασσιά σακάκια, «λοχαγέ, κάτι άνδρες σας ζητάν στην πιατσέτα», συνέχισε διστακτικά κοιτώντας τον Τζάκο. «Είναι λέει, του εισαγωγέα».

Διαβάστε το ‘Α Μέρος εδώ.

Tags: fantasy , fight , mystery , sea , ship , short-story , The Weird Side Daily , time , Αλέξανδρος Τριανταφύλλου , γαλέρες , διήγημα , Διήγημα Φαντασία , εμπόριο , θάλασσα , Λαθρέμπορος , Μάχη , μυστήριο , πλοίο , φαντασία , χρόνος

Αλέξανδρος Τριανταφύλλου

Δημοσιεύτηκε 5 Σεπτεμβρίου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.