Ο Λαθρέμπορος του Χρόνου – Μέρος Ι

Διαβάστε το πρώτο μέρος από το φανταστικό διήγημα «Ο Λαθρέμπορος του Χρόνου» από τον συγγραφέα Αλέξανδρο Τριανταφύλλου.

 

Η ώθηση της μικρής λέμβου δεν απαιτούσε ιδιαίτερη προσπάθεια από τους ναυτικούς του, μιας κι η Βάτια κράτησε ήρεμη τη θάλασσα απόψε. Το τρίξιμο των κουπιών στην ξύλινη κουπαστή αποτελούσε τη μόνη παραφωνία σε αυτή την ήσυχη βραδιά, το μόνο που μπορούσε να τους προδώσει.

Όσο ο Τζάκο πλησίαζε τη μικρή παραλία του Πετάλου, είχε δώσει εντολή να σβήσουν όλα τα φανάρια της δικάταρτης μπριγιαντίνας του και να σιωπήσουν όλοι. Περίεργη η διαδικασία; Όχι, ήταν γνωστή σε όλο το πλήρωμα από χρόνια λαθρεμπορίου. Το Πέταλο από μακριά έμοιαζε έρημο, όπως κάθε άλλη φορά που είχε φυτέψει ρούμι και κρασί στη Σάντα Γιόλη. Τότε γιατί ένιωθε περίεργα; Η συγκεκριμένη δουλειά έμοιαζε λάθος από την αρχή.

Πρώτη φορά πλησίασε τον Τζάκο κάποιος δούκας ζητώντας του να εισάγει παράνομα τρόφιμα και πυρίτιδα σε μια πόλη, κι ο δούκας της Φιοβέτζιας δεν ήταν ένας τυχαίος. Υπό άλλες συνθήκες θα είχε αρνηθεί, καθώς είχε μάθει από μικρός να μην εμπιστεύεται τις αρχές, αλλά με την Κατάρα να μαστίζει τις πόλεις, οι έμποροι είχαν εξαφανιστεί. Οι άνδρες είχαν αρχίσει να σκουριάζουν και να παραπονιούνται. Άλλωστε, πέντε χιλιάδες γαλέρες, χρήματα που θα έβγαζε σε έξι μήνες από τους καπνέμπορους ή τους εμπόρους, και δικαίωμα πλεύσης κι αγκυροβολιού στα νερά της Νοράντιας παραήταν αρκετά για να μη δεχτεί.

Το σύρσιμο του ξύλου στην άμμο τον επανέφερε από τις σκέψεις του. Στήριξε το χέρι του στην κουπαστή και πήδηξε στην ακροθαλασσιά.

«Μπερνάρ, τι ώρα έχεις;» ρώτησε τον άνδρα στο πηδάλιο, καθώς έπαιρνε τη βαλλίστρα από τον πάτο της βάρκας για να την κρεμάσει στην πλάτη του.

Ο άνδρας έσκυψε στη βάρκα, άναψε έναν φανό κάτω από τα σέλματα και γύρισε προς το μέρος του. «Έντεκα και πέντε ακριβώς, καπετάνιε».

«Περιμένετε εδώ, σε πέντε λεπτά το πολύ θα είμαι πίσω», είπε χαμηλόφωνα, δίνοντας στον ναυτικό ένα από τα οκτώ ξύλινα φυλαχτά των Θεών από το δερμάτινο πουγκί της ζώνης του.

Περπατώντας με δυσκολία στην άμμο, άφησε πίσω του τη βάρκα και προχώρησε προς τις γνώριμες οξιές. Στην αρχή τα πόδια του βούλιαζαν, μα σύντομα το έδαφος έγινε στερεό. Η λεπτή φέτα της Αργυρής στον πεντακάθαρο έναστρο ουρανό δε φώτιζε αρκετά τον κόσμο, αφήνοντας τη «Μπρέγια» κρυμμένη από τα καχύποπτα βλέμματα των πλοίων γύρω από το σύμπλεγμα, αλλά τώρα το απόλυτο σκοτάδι της νύχτας δυσκόλεψε τον Τζάκο. Η πόλη βρισκόταν στην άκρη μιας δύσκολης διαδρομής έντεκα χιλιομέτρων μέσα απ’ το δάσος.

Τις προηγούμενες φορές οι άνδρες του είχαν δάδες ή φανούς για να βρίσκουν τα σημάδια, μα σε ένα νησί υπό πολιορκία, δε μπορούσε να διακινδυνεύσει την παραμικρή σπίθα φωτός. Έπρεπε να αρκεστεί στην απομνημόνευση των σημειώσεων που διάβαζε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και τον προσανατολισμό του.

Διακόσια βήματα ευθεία, στροφή. Φτάνοντας στο πεντακοσιοστό, ψαχούλεψε μέχρι να βρει τα απομεινάρια του αρχαίου αγαλματίδιου. Έβγαλε το δεύτερο ξύλινο φυλαχτό, μάλλον τον φτερωτό γρύπα, βοηθό του Αμέλου, θεού του καιρού και των ανέμων, και το έκρυψε στη γνωστή εσοχή του μαρμάρου. Για την επόμενη μισή ώρα, τουλάχιστον, ώσπου να ανέβει δηλαδή το φιδογυριστό μονοπάτι των Ανέμων, δε θα χρειαζόταν να κρατάει μέτρημα. Βέβαια, ένα λάθος βήμα και θα κατρακυλούσε μέχρι την παραλία, για να καταλήξει, στην καλύτερη περίπτωση, με σπασμένο πόδι.

Ευτυχώς, είχε χαρτογραφήσει κάθε μονοπάτι, παραλία, νησί και βουνό στις περιοχές δραστηριότητάς του. Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδικασία. Αρχικά, διάβαζε με τον Αρνέ, τον ύπαρχό του, τις διαδρομές πριν πιάσουν στεριά. Ο Τζάκο αποβιβαζόταν μόνος, σιγουρευόταν για τους παραλήπτες και τέλος πραγματοποιούνταν η συναλλαγή εμπορεύματα – πληρωμή.

Με τα νυχτοπούλια για συντροφιά, έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού, τριακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Με τα ακροδάχτυλά του, τράβηξε το μανίκι υποκαμίσου για να σκουπίσει τον κρύο ιδρώτα από το σβέρκο του κι άρχισε να μετρά ξανά βήματα, αυτή τη φορά κάτω από τα φυλλώματα του Γεροδάσους. Δε φοβόταν τους κινδύνους που καραδοκούσαν ανάμεσα στα δέντρα. Άγρια ζώα, στρατιώτες, ληστές, όποια κι αν ήταν η απειλή, φρόντιζε να έχει πάντα μια διέξοδο. Τα φυλαχτά μου.

Μια κουκκίδα φωτός εμφανίστηκε στον ορίζοντα του αβυσσαλέου σκότους. Οι αισθήσεις του δε τον είχαν προδώσει τελικά κι είχε περιπλανηθεί σωστά μέσα στο γνώριμο δάσος που έμοιασε τόσο άγνωστο αυτή τη νύχτα. Καλύπτοντας μερικά μέτρα ακόμα, άρχισε να ξεχωρίζει τρεις σκοτεινές φιγούρες γύρω δίπλα στο άνοιγμα ενός παλιού ορυχείου.

Η μια από αυτές κρατούσε έναν μικρό φανό, ενώ οι άλλες είχαν τα χέρια εξαφανισμένα κάτω από μαύρες μακριές. Κι οι τρεις φορούσαν μεγάλα, πολύ μεγαλύτερα από το κανονικό, τρίκοχα, των οποίων οι άκρες ξεπερνούσαν τους ώμους τους, ενώ είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους με μαντίλια. Στο άκουσμα των βημάτων του σηκώθηκαν κι ίσιωσαν τα κορμιά τους. Σταμάτησε αρκετά μακριά τους, χωρίς να φανερώσει τον εαυτό του στο ισχνό φως των φανών.

«Μία πήγε. Άργησες», είπε ένας από αυτούς, ο πιο ψηλός και γεροδεμένος, βγάζοντας ένα μικρό ρολόι τσέπης.

«Μελανή νύχτα», είπε χαμηλόφωνα ο Τζάκο, πιάνοντας με το χέρι του τη λαβή του μαχαιριού του.

«Τα έφερες; Που είναι;» συνέχισε ο άνδρας, αγνοώντας τα λόγια του.

«Μελανή νύχτα», ξαναείπε ο Τζάκο, δίχως να αλλάξει τον τόνο της φωνής, κι έσυρε το δεξί του πόδι με προσοχή πίσω.

«Μελανή νύχτα κι ούτε θ’ αστράψει απόψε», είπε ο δεύτερος άνδρας στο βάθος.

Ο Τζάκο χαλάρωσε το κορμί του, άφησε το μαχαίρι και προσπέρασε τους τρεις άνδρες μπαίνοντας στο στόμα της σπηλιάς. Έβγαλε το τρίτο φυλαχτό, ένα μικρό ομοίωμα φωτιάς και το τοποθέτησε δίπλα στο ξύλινο κούφωμα.

«Περπατούσα στο σκοτάδι», απάντησε στην προηγούμενη παρατήρηση των ανδρών. «Δεν ήθελα να διακινδυνεύσω φως».

«Λοιπόν», είπε ο πρώτος άνδρας απότομα, «Που είναι;»

«Δεν ήταν αυτή η συμφωνία», απάντησε ο Τζάκο με σταθερή, ήρεμη φωνή καθώς απομακρυνόταν από το σκοτεινό άνοιγμα του ορυχείου. «Πρώτα θα δω τον κυβερνήτη».

Στ’ αυτιά του έφτασε ο χαρακτηριστικός ήχος του κόκορα που σηκώνεται. Ο άνδρας από το βάθος, αυτός που μάλλον ήταν ο αρχηγός, έκανε μερικά βήματα προς το μέρος του Τζάκο για να φανεί το πιστόλι στο φως. «Ο δούκας άλλαξε τη συμφωνία», του είπε κι άφησε ένα σαρδόνιο χαμόγελο στην άκρη των χειλιών του.

«Ο πελάτης μου δεν με ενημέρωσε για κάτι τέτοιο δυστυχώς», είπε ψύχραιμα ο Τζάκο.

«Θα έρθεις φρόνιμα στο πλοίο μαζί μας», απάντησε ο πρώτος άνδρας που μίλησε κι εμφάνισε το χέρι του μ’ ένα μακρύ πιστόλι από την κάπα, «θα πλησιάσουμε το πλοίο σου, θα μας δώσετε το εμπόρευμα και θα πάρετε δύο χιλιάδες δουκάτα. Τίμια συμφωνία, αν σκεφτείς πως θα σας αφήσουμε να φύγετε», είπε ο άγνωστος κάνοντας νόημα με το όπλο του.

Ο Τζάκο πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε μεταβολή κι ένιωσε το πιστόλι στην πλάτη του να τον σπρώχνει. Αν κι από πέντε χιλιάδες γαλέρες, η πληρωμή έπεσε στα δύο χιλιάδες δουκάτα, δεν ήταν σε θέση να κάνει διαπραγματεύσεις. Αν έκρινε σωστά, είχαν στραφεί προς το Βορρά. Στην Άκρη ίσως; Ή στις Δάφνες; Γνώριζε πως η Σάντα Γιόλη, το δεύτερο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος, είχε δεκάδες παραλίες και κρυμμένους κολπίσκους, αλλά το βορειοδυτικό τμήμα του νησιού είχε κυρίως απόκρημνα βράχια και μόνο τέσσερις κόλπους ικανούς να κρύψουν κάποιο πλοίο.

«Απορώ με σας τους λαθρέμπορους, πώς τα βγάζετε πέρα», είπε ο τρίτος άνδρας, αυτός που κρατούσε τον φανό και προχωρούσε μπροστά. «Βγαίνετε στη στεριά, περπατάτε μες τη νύχτα και στο τέλος αν κάποιος είναι αρκετά έξυπνος, θα σας τη φέρει».

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ήταν τρεις εναντίον ενός. Πολύ δύσκολα θα έβρισκε ευκαιρία να ξεφύγει. Αν και παρακινδυνευμένο, αναγκαστικά έπρεπε να αλλάξει το παρελθόν. Πέντε λεπτά είναι αρκετά. Ή τώρα ή ποτέ. Σκέφτηκε το τελευταίο ξύλινο φυλαχτό, αυτό που άφησε στο σκοτάδι του ορυχείου. Χτύπησε τα δάχτυλα του χεριού του τρεις φορές κι όλα γύρω του σκοτείνιασαν. Έφερε τη βαλλίστρα μπροστά, την τοποθέτησε στο έδαφος και με αργές κινήσεις τράβηξε τη χορδή πίσω για να τοποθετήσει ένα βέλος στη σύριγγα.

Φτάνοντας λίγο πριν την έξοδο του ορυχείου άκουσε την ενοχλητική φωνή του άνδρα με τον φανό.

«Πιστεύετε να είναι αυτή η αρρώστια;»

«Δε ξέρω», απάντησε ο ψηλότερος άνδρας. «Ο τύπος ήταν πολύ φοβισμένος. Η Φιοβέτζια είναι αποκλεισμένη».

«Για να πέθανε ο βασιλιάς απ’ αυτό, σίγουρα δεν είναι καλό», είπε αυτός με το φως.

«Βουλώστε το! Δεν είμαστε για καφέ!» είπε χαμηλόφωνα με εκνευρισμένο τόνο ο αρχηγός τους.

«Άργησε πολύ, δεν πιστεύω να έρθει», είπε ο τρίτος άνδρας, αλλάζοντας θέμα.

Κολυμπάω στο ποτάμι του χρόνου, σκέφτηκε στοχεύοντας τον άνδρα με το φανό.

«Θα έρθει, σίγουρα! Ο ίδιος άνθρωπος από τη Φιοβέτζιας που μου ‘δωσε τις πληροφορίες, μετέφερε τις εντολές του Τόλλι στο λαθρέμπορο».

Στο άκουσμα των λέξεων πάγωσε και χαμήλωσε μερικά εκατοστά τη βαλλίστρα. Οι Φιοβετζιάνοι του είχαν στήσει παγίδα! Γιατί; Τώρα δεν είχε σημασία, έπρεπε να ξεφύγει. Έσφιξε τα χείλη, ξανάφερε τη βαλλίστρα ψηλά και πάτησε τη μακριά σκανδάλη, εκτινάσσοντας το μικρό βέλος με δύναμη στην πλάτη του άνδρα. Καθώς αυτός έπεσε στα τέσσερα σφαδάζοντας, το τζαμάκι του φανού έσπασε και το λιγοστό φως κινδύνευε να σβήσει.

Οι δύο μαυροφορεμένοι άνδρες σάστισαν βλέποντας την πληγωμένη πλάτη του συντρόφου τους. Έστρεψαν τα πιστόλια τους στην σπηλιά, μα το σκοτάδι δε τους επέτρεψε να δουν τον αντίπαλό τους.

«Πιάσε το φανάρι!» είπε ο αρχηγός σε έναν μπάσο τόνο ψιθύρου. Ο τρίτος άνδρας έμεινε αγκυλωμένος με το πρόσωπο στραμμένο στο ορυχείο. «Σήκωσ’ το φανάρι ηλίθιε!»

Ο Τζάκο είχε οπλίσει ξανά τη βαλλίστρα και πίεσε τη μακριά μεταλλική σκανδάλη. Ένιωσε ευχαρίστηση, σχεδόν ηδονή, από τον ήχο του βέλους που έσχισε στιγμιαία τον αέρα πριν καρφωθεί στο δεξί μέρος του στήθους του φοβισμένου μαυροφορεμένου άνδρα. Εξουδετερώθηκε κι ο δεύτερος, χωρίς πρόβλημα.

«Βγες απ’ τα σκοτάδια, μπάσταρδε!» φώναξε ο γεροδεμένος άνδρας, ψάχνοντας με το πιστόλι τον εχθρό του στο σκοτάδι.

Πριν πυροβολήσει, ο Τζάκο χτύπησε τα δάχτυλά του τρεις φορές ρυθμικά και βρέθηκε ξανά απέναντι από το ορυχείο, στο σημείο όπου είχε φτάσει οδηγούμενος από τους δεσμώτες του. Έβγαλε το μαχαίρι του κι έτρεξε στον άνδρα που πισωπατώντας προς το δάσος, ακόμα έψαχνε τον αντίπαλό του στα σκοτάδια. Τον πλησίασε από πίσω, τον έπιασε από τον ώμο κι έμπηξε το μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της βάσης του λαιμού του με δύναμη.

Όσο ο αντίπαλος σπαρταρούσε στο έδαφος ψυχορραγώντας, ο Τζάκο έκανε μερικά βήματα στο πλάι κι έπεσε στα γόνατα βαριανασαίνοντας. Το κεφάλι του γύριζε σαν τρελό.

Κολυμπάω στο ποτάμι του χρόνου, δίχως να σκάβω τις κοίτες του παρελθόντος.

Αυτή τη φορά το παράκανε, άλλαξε τελείως τις κοίτες του παρελθόντος. Πριν τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του, έψαξε στη ζώνη του για το δερμάτινο ασκί. Το έλυσε με βιαστικές κινήσεις και σαλιώνοντας το δάχτυλό του, το βούτηξε στο περιεχόμενο. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα και προσπάθησε να καταπιεί το αμμώδες ονείριο πριν να είναι αργά. Γι’ αυτό που έκανε, χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερη δόση. Έφερε το δερμάτινο πουγκί στο στόμα του για να κατεβάσει κι άλλη ουσία.

Κολυμπάω στο ποτάμι του χρόνου, με κίνδυνο του εαυτού μου. Κολυμπάω στο ποτ…

Tags: fantasy , fight , mystery , sea , ship , short-story , The Weird Side Daily , time , Αλέξανδρος Τριανταφύλλου , γαλέρες , διήγημα , Διήγημα Φαντασία , εμπόριο , θάλασσα , Λαθρέμπορος , Μάχη , μυστήριο , πλοίο , φαντασία , χρόνος

Αλέξανδρος Τριανταφύλλου

Δημοσιεύτηκε Αύγουστος 19, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.