Είχε νυχτώσει. Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα και το φεγγάρι δεν είχε ξεμυτίσει ακόμα πίσω απ’ τα βουνά. Η σιωπή ήταν σχεδόν απόλυτη, ο μοναδικός ήχος που τη ράγιζε ήταν το τρίξιμο των παπουτσιών μου πάνω στο χιόνι που κάλυπτε το έδαφος. Κατά τα άλλα, τα γυμνά δέντρα του δάσους που απλώνονταν γύρω μου ήταν βουβά και το χωριουδάκι που κούρνιαζε στα βάθη της κοιλάδας, κάτω χαμηλά, ανάμεσα στους ώμους των γύρω λόφων, έμοιαζε να κοιμάται. Κανένα φως δεν έβγαινε από τα παράθυρα των σπιτιών του και οι καμινάδες τους έμοιαζαν άδειες, νεκρές σαν σπασμένα κλαδιά καθώς καμία τουλίπα καπνού δεν έβγαινε από τα στόμια τους.
Είχε έρθει ο χειμώνας και η φύση, αυτό τέλος πάντων που είχε απομείνει από αυτή, είχε πέσει σε μια βαθιά νάρκη.
Ξανάρχισα να περπατώ στο στενό μονοπάτι που κατέληγε στο άδυτο της μητέρας. Δυο στροφές ακόμα, ένα σύντομο πέρασμα πάνω από μια γέφυρα που αποτελούταν από ένα σκουριασμένο βαγόνι τραίνου, μια μικρή παράκαμψη γύρω από ένα σωρό από βράχους που η μια τους πλευρά παρέμενε καψαλισμένη, και βρέθηκα μπροστά του:
Ένα μονοκόμματο κατασκεύασμα από μέταλλο που κάποτε αποτελούσε το ρύγχος ενός πελώριου αεροπλάνου, ενός από αυτά τα τεράστια μηχανήματα που μια φορά και έναν καιρό διέσχιζαν τα ουράνια και μετέφεραν τους προγόνους μας στα πέρατα του κόσμου.
Κοντοστάθηκα πάνω στο χιονισμένο μονοπάτι και το ατένισα με δέος. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι άνθρωποι είχαν φτιάξει αυτό το πράγμα, αυτό το τεράστιο αντικείμενο που έμοιαζε με μισοθαμμένο αυγό και υψωνόταν προς τα αστέρια, γεμάτο με κηλίδες σκουριάς αλλά επιβλητικό ακόμα, σαν το μνημείο μιας εποχής που είχε περάσει για πάντα.
Εκείνη τη στιγμή με τύλιξε ένα ρεύμα παγερού ανέμου. Αναρίγησα καθώς το πανωφόρι που φορούσα δεν αρκούσε για να με προστατεύσει από το κρύο του χειμώνα. Ξανάρχισα λοιπόν να περπατάω και πλησίασα το πελώριο απομεινάρι που εδώ και τρεις δεκαετίες αποτελούσε την κατοικία της Μητέρας.
Στο πλάι του είχε χτιστεί μια καλύβα από πελεκημένα ξύλα που υπέθεσα ότι λειτουργούσε ως προθάλαμος. Μια αψιδωτή πόρτα διαγραφόταν στην εξωτερική πλευρά της.
Πλησίασα διστακτικά καθώς ο σφυγμός μου είχε αρχίσει να χοροπηδάει. Η Μητέρα ήταν ένα πρόσωπο ιερό, την περίβαλλε ένας αέρας μαγείας. Ωστόσο, ο αγγελιοφόρος της είχε κατέβει στο χωριό για την ετήσια επιλογή και οι προύχοντες είχαν διαλέξει εμένα. Οπότε έπρεπε να την συναντήσω απόψε.
Στάθηκα μπροστά από την πόρτα και τη χτύπησα μαλακά με το ρόπτρο που κρεμόταν από το κέντρο της. Τρείς φορές, όπως απαιτούσε το έθιμο. Ύστερα από μια πολύ σύντομη αναμονή άκουσα μια σειρά από συρτά βήματα να πλησιάζουν από την πίσω της πλευρά και μετά είδα να ανοίγει το μικρό παραθυράκι που υπήρχε στο πάνω μέρος της. Ένα πρόσωπό με κοίταξε διστακτικά, γερασμένο, σχεδόν αρχαίο και μισοκατεστραμμένο: Ολόκληρη η δεξιά του πλευρά καλυπτόταν από μια μάζα σάρκας που έμοιαζε με επουλωμένο έγκαυμα. Το δέος που με είχε καταλάβει έγινε πιο βαθύ. Ο άνθρωπος αυτός είχε αγγιχτεί από τη βόμβα και είχε επιζήσει, έστω και με αυτό το τρομερό τίμημα.
Δεν μίλησε. Το μοναδικό μάτι του, γιατί το άλλο είχε εξαφανιστεί κάτω από την κρούστα του κατεστραμμένου ιστού, καρφώθηκε επάνω μου ακίνητο και λαμπερό σαν αστέρι.
«Με περιμένει η Μητέρα», του είπα με μια φωνή που ευχόμουν να μην ακουγόταν πολύ τρεμουλιαστή.
Εκείνος έκανε πίσω και μετά η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Υπάκουσα αμίλητος. Δρασκέλισα το κατώφλι της πόρτας και εκείνος την έκλεισε από πίσω μου. Στη συνέχεια άρχισε να περπατάει κατά μήκος ενός μικρού διαδρόμου, μια καμπουριασμένη φιγούρα, ντυμένη με μακριές προβιές που με οδηγούσε προς κάποια εστία φωτός. Τον είδα να κάνει στο πλάι ένα παραπέτασμα από παχιές γούνες και να μου κάνει ένα δεύτερο νόημα να περάσω. Έπειτα έμεινε πίσω και έκλεισε πίσω μου το παραπέτασμα με μια κοφτή κίνηση.
Έμεινα ακίνητος καθώς προσπάθησα να καταλάβω που ακριβώς βρισκόμουν. Στο άδυτο της Μητέρας προφανώς. Το οποίο ήταν εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε περίμενα. Βλέπετε, οι επισκέψεις μας στο άδυτό της συνοδεύονται από έναν πολύ αυστηρό κανόνα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μιλήσει για οτιδήποτε αντικρύσει στην ιερή της κατοικία. Και κανείς δεν έχει παραβιάσει αυτό τον κανόνα. Τόσο δυνατή είναι η μαγεία που την περιβάλλει.
Βρισκόμουν λοιπόν σε έναν κυκλικό χώρο με θολωτή οροφή στο πάνω μέρος της οποίας υπήρχε μια σειρά από ανοίγματα που κάποιος τεχνίτης είχε σφραγίσει με διάφανα φανάρια κατεστραμμένων αυτοκινήτων, εκείνων των μηχανών που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί άνθρωποι αντί για άμαξες και κάρα.
Εδώ και εκεί, πάνω σε ένα πάτωμα που καλυπτόταν από πολύχρωμα χαλιά, υψώνονταν καντηλέρια όπου έκαιγαν μεγάλα κεριά. Το χρυσαφένιο φως τους έδιωχνε τις σκιές και γέμιζε τον χώρο με μια γλυκιά φωταύγεια.
Και τι χώρος ήταν αυτός! Γεμάτος με κρύσταλλα που κρέμονταν από τους κυρτούς τοίχους και το ταβάνι, με στριφτά κέρατα ζώων που είχαν γυαλιστεί τόσο πολύ ώστε να αστράφτουν σαν νεροσυρμές. Αποξηραμένα λουλούδια σε πήλινα δοχεία και μεταλλικά εξαρτήματα από μηχανές που δεν δουλεύαν πια. Όλα αυτά ήταν προσφορές από πιστούς που είχαν ευεργετηθεί από την Μητέρα η οποία με κοίταζε χαμογελώντας καθισμένη σε ένα βαθύ κάθισμα, ένα ακόμα απομεινάρι των παλιών καιρών που κάποτε ίσως φώλιαζε στα σωθικά εκείνου του αρχαίου αεροπλάνου.
Έμεινα ακίνητος, σαν ελάφι που έχει τυφλωθεί από ένα δυνατό φως. Με την άκρη του ματιού μου είδα κάποιον να με πλησιάζει. Ένας δεύτερος υπηρέτης της Μητέρας, ένας ψηλός άνθρωπος που τα μάτια του ήταν ολόλευκα, σαν ξεβρασμένα βότσαλα. Ένα ακόμα θύμα της βόμβας. Κάποιος που είχε τυφλωθεί από την πανίσχυρη λάμψη της.
«Πλησίασε και μη φοβάσαι», μου είπε με μαλακή φωνή.
Υπάκουσα στην προτροπή του και άρχισα να περπατώ πάνω στα παχιά χαλιά. Κράτησα το κεφάλι μου χαμηλωμένο και το βλέμμα μου καρφωμένο στο έδαφος.
«Καλώς ήρθες. Χαίρομαι που σε γνωρίζω», άκουσα να λέει μια δεύτερη φωνή, γυναικεία αυτή τη φορά. Ήταν απαλή και αυτή και κάπως ραγισμένη από τα χρόνια.
«Μπορείς να με κοιτάξεις».
Σήκωσα τα μάτια μου και αντίκρισα τη Μητέρα για πρώτη φορά. Ήταν μια γυναίκα μικρόσωμη με λεπτό σώμα και γερασμένη. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα και σγουρά και το πρόσωπό της καλυπτόταν από ένα δίχτυ λεπτών ρυτίδων. Τα μάτια της ήταν ωστόσο λαμπερά και κεφάτα, σκανταλιάρικα αλλά όχι περιπαικτικά. Υπήρχε μια χαρωπή καλοσύνη μέσα τους, ένα φως που σπάνια έβλεπα στα κουρασμένα μάτια των συγχωριανών μου.
Η Μητέρα φάνηκε να διαβάζει τις σκέψεις που τρέχανε στο μυαλό μου και φάνηκε να διασκεδάζει με αυτές:
«Είμαι ακόμα γόνιμη», μου είπε. «Για κάποιο λόγο δεν έχω χάσει ακόμα την ικανότητα να φέρνω παιδιά στον κόσμο».
Ένιωσα το πρόσωπο μου να καίγεται από ντροπή.
«Συγγνώμη, δεν ήθελα….» άρχισα να ψελλίζω αλλά εκείνη με διέκοψε με μια καλοκάγαθη αδιαφορία.
«Δεν πειράζει, δεν έκανες κάτι κακό. Έλα, κάθισε κοντά μου, σε αυτό εδώ το μαξιλάρι και μίλησε μου. Θέλω να μου πεις όλα όσα ξέρεις για μένα». Ταυτόχρονα έκανε ένα νεύμα στον τυφλό της υπηρέτη ο οποίος εξαφανίστηκε και στη συνέχεια φάνηκε και πάλι, φορτωμένος αυτή τη φορά με έναν μεγάλο δίσκο. Επάνω του αντίκρισα ένα γυάλινο μπουκάλι και δυο διάφανα ποτήρια. Το μπουκάλι ήταν γεμάτο με ένα κόκκινο υγρό. Ο υπηρέτης τοποθέτησε το δίσκο πάνω σε ένα τραπεζάκι που βρισκόταν κοντά μας και αποχώρησε αθόρυβα. Κοίταξα το μπουκάλι με θαυμασμό. Αυτή ήταν μια από τις λίγες φορές που στη ζωή μου που αντίκριζα κάποιο αντικείμενο που ήταν φτιαγμένο από γυαλί, από αυτό το μαγικό υλικό που άφηνε το φως να το διαπερνά και να το γεμίζει με πολύχρωμα ουράνια τόξα.
Η Μητέρα γέμισε τα ποτήρια με το κόκκινο υγρό και μου πρόσφερε το ένα.
«Πιες».
Μια μεθυστική μυρωδιά άγγιξε τα ρουθούνια μου. Εκείνη άδειασε το δικό της ποτήρι, μου έστειλε ένα δεύτερο χαμόγελο και εγώ μιμήθηκα το παράδειγμά της. Ένιωσα το λαιμό μου να καίγεται και μετά μια ζεστασιά απλώθηκε σε ολόκληρο το κορμί μου. Πρόσεξα για πρώτη φορά ότι το χαμόγελό της ήταν πολύ όμορφο καθώς όλα της τα δόντια ήταν λευκά γερά και συμμετρικά. Κάτι από την ομορφιά του παλιού κόσμου ακτινοβολούσε ακόμα από τα χαρακτηριστικά της που αν και γερασμένα, δεν έπαυαν να είναι γλυκά.
«Πες μου τώρα».
Δίστασα:
«Ε να, ξέρω τις ιστορίες που μας λέει ο παππάς του χωριού. Ότι όταν ο παλιός κόσμος πέθανε στις φλόγες και όταν ήρθε ύστερα το σκοτάδι και το κρύο, η κοιλάδα μας, μας προστάτεψε από τα χειρότερα. Είχαμε νερό από το ποτάμι που κυλάει στην καρδιά της, ξύλα για να ζεσταινόμαστε από το δάσος, τροφή από τα ζώα που ζούσαν στους γύρω λόφους. Δεν είμασταν και πολλοί τότε γιατί οι περισσότεροι είχαν πάει στις πόλεις που κάηκαν και έγιναν σύννεφα δηλητηριασμένου καπνού. Κουτσά στραβά, όσοι είχαν μείνει πίσω, κατάφεραν να ζήσουν. Αλλά μετά, όταν τα χειρότερα πέρασαν και ο κόσμος ξαναστάθηκε στα πόδια του, εμφανίστηκε μια νέα κατάρα. Τα παιδιά του χωριού γεννιόνταν νεκρά, άρρωστα ή παραμορφωμένα. Φαίνεται πως τα δηλητήρια του παλιού κόσμου είχαν φτάσει μέχρι την κοιλάδα μας. Μετά ήρθε η απελπισία. Οι προσευχές μας δεν άλλαζαν κάτι και μέρα με τη μέρα καταλαβαίναμε ότι θα πεθαίναμε ένας-ένας χωρίς ποτέ να κάνουμε γερά παιδιά. Αλλά τότε εμφανίστηκες εσύ».
«Ναι», συμπλήρωσε η Μητέρα με την ευγενική φωνή της. «Όταν όλα τελείωσαν ήμουν μικρή και βρισκόμουν μέσα σε ένα αεροπλάνο που έπεσε. Από τα κομμάτια του χτίστηκε αυτό το σπίτι», συμπλήρωσε κάνοντας μια κυκλική κίνηση με τα χέρια της. «Οι μόνοι που επέζησαν ήμουν εγώ και οι δυο πιλότοι. Ο ένας τυφλώθηκε από τη λάμψη μιας βόμβας και ο δεύτερος κάηκε κατά τη διάρκεια της προσγείωσης στο δάσος. Κατάφερε ωστόσο να μας βγάλει με ασφάλεια και μετά, βρήκαμε το χωριό σας. Μας δεχτήκατε φιλόξενα και στην αρχή ζούσαμε μαζί. Μέχρι που παντρεύτηκα με κάποιον και γέννησα το πρώτο μου παιδί. Όλοι ένιωσαν μια τεράστια έκπληξη από αυτό το γεγονός γιατί το παιδί που βγήκε από τα σπλάχνα μου ήταν γερό και δυνατό. Και το ίδιο έγινε με το δεύτερο και το τρίτο μου παιδί. Όλα βγήκαν γερά και υγιή. Τα μοναδικά παιδιά που έβγαιναν έτσι. Υπήρχε φαίνεται κάτι μέσα μου που δεν μολυνόταν από τα δηλητήρια του καινούργιου κόσμου. Οπότε, οι γέροι του χωριού πήραν μια απόφαση. Θα με ζευγάρωναν και με άλλους χωριανούς για να σώσουν τις γενιές τους. Όμως εγώ αντέδρασα. Δεν θα γινόμουν ένα ζώο, σαν αυτά που κρατούσαν στους στάβλους. Οπότε σηκώθηκα όρθια και μίλησα. Τους είπα ότι αν θέλουν να κάνουν παιδιά μαζί μου, θα πρέπει να με σεβαστούν. Αποφάσισα ότι θα ζούσα από δω και μπρος μόνη μου μαζί με τους δυο ανθρώπους που με είχαν σώσει στο δάσος, από τις φλόγες του πεσμένου αεροπλάνου. Τους εξήγησα ότι ήμουν ένα δώρο από τον ουρανό και θα έπρεπε να μου φερθούν ανάλογα. Στην αρχή εκείνοι δεν με πίστεψαν, με έκλεισαν σε ένα υπόγειο αλλά όταν αρνήθηκα να φάω και να πιώ φοβήθηκαν. Και υποτάχτηκαν στο θέλημα μου».
«Νομίζω ήταν μια σοφή απόφαση», πρόσθεσα.
Εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι της και γέλασε δυνατά. Το γέλιο της ήταν όμορφο, δροσερό σαν λαμπερό νερό που πέφτει πάνω σε ηλιόλουστες πέτρες.
«Ναι και εγώ έτσι νομίζω», συμφώνησε μαζί μου γελώντας ακόμα. «Έτσι έγινα η μητέρα όλων σας. «Μια φορά το χρόνο, στη μέση του χειμώνα, κατά τη διάρκεια της πιο μεγάλης νύχτας, δέχομαι έναν από σας, εδώ, στο σπίτι μου. Για κάποιο λόγο δεν πειράζει που κάποιοι είσαστε δικά μου παιδιά. Τα παιδιά που γεννάω εξακολουθούν να βγαίνουν γερά και δυνατά. Είμαι ακόμα η μόνη που μπορεί και κάνει κάτι τέτοιο. Και έτσι, εσείς με λατρεύετε. Μου κάνετε δώρα. Με αγαπάτε. Και εγώ, για όσο θα μπορώ ακόμα, θα συνεχίσω να σας χαρίζω ζωή».
Την κοίταξα με προσοχή. Δεν υπήρχε καμία έπαρση, πίκρα ή θυμηδία στον τόνο της φωνής της. Αντίθετα, ένιωσα ότι μιλούσε με χαρά. Με μια αίσθηση εκπλήρωσης. Φαινόταν πραγματικά ευτυχισμένη από το γεγονός πως με αυτό τον παράξενο τρόπο είχε καταφέρει να νικήσει τις σκιές του θανάτου που μας πολιορκούσαν.
«Για όσο μπορώ ακόμα», επανέλαβε. «Και δεν φοβάμαι. Γιατί κάτι μου λέει πως όταν πια γεράσω πολύ και δεν θα μπορώ πια να γίνω μητέρα, η ίδια η ζωή θα βρει ένα καινούργιο τρόπο να συνεχίσει να υπάρχει. Πάντα τον βρίσκει ξέρεις».
Μου χάιδεψε απαλά το χέρι. Ήταν μια κίνηση τρυφερή και καθησυχαστική. Καθώς μια ευχάριστη ζαλάδα είχε αρχίσει να γεμίζει το μυαλό μου αντιλήφθηκα ότι μύριζε πολύ όμορφα. Έβγαζε μια μυρωδιά λουλουδιών και ανάμεσά τους κάτι άλλο, κάτι πιο αρχαίο, κάτι που έμοιαζε με κάλεσμα από την αυγή του κόσμου.
Πήρα το χέρι της στα δυο δικά μου και φίλησα τα δάχτυλα της απαλά.
«Σε ευχαριστώ», μουρμούρισα απαλά. «Σε ευχαριστώ για αυτό που κάνεις για μας».
«Έλα,» μου απάντησε εκείνη με εξίσου τρυφερή φωνή, «Και να ξέρεις ότι σε αγαπώ. Σας αγαπώ όλους. Και πως θα μπορούσα να μην σας αγαπώ; Αφού είστε όλοι σας παιδιά μου».
Tags: children , fantasy short story , mother , post-apocalyptic , short stories , short-story , διήγημα , μητέρα , παιδιά






Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.