Η Μάγισσα του Στρασβούργου

«Είχε ανοίξει το μπαούλο. Όλα τα ξόρκια της Ρεβέκκας φυλαγμένα σε μικρά μπουκαλάκια σφραγισμένα με κερί ήταν εκτεθειμένα στην θέα της Φράου…»

13 Σεπτεμβρίου 2020

«Πήγαινε στου Αρκέττ για μαρούλι πριν νυχτώσει, και μην ξεχάσεις τα μπαχαρικά που δε μας έδωσαν προχθές…», είπε βιαστικά η αδερφή της.

«Έχουμε μπαχαρικά!», φώναξε να την προλάβει η Ρεβέκκα. «Τα είχα δανειστεί για λίγο, είναι στην κάμαρη μας, από τη μεριά μου… Θα σου τα φέρω εγώ όταν γυρίσω απ’ τον Αρκέττ!», είπε κι έφυγε.

Σάββατο 13 Ιουλίου 1518… Πώς πέρασαν έτσι οι μήνες, σκέφτηκε. Ο ουρανός έπαιρνε αργά ένα μουντό γαλάζιο χρώμα πριν ξεθωριάσει κι ούτε σύννεφο δεν τολμούσε να διαταράξει τη γαλήνη του φωτεινού πέπλου που έσβηνε. Κι όμως όσο η ζέστη βασάνιζε τους γεωργούς στα χωράφια, θυμόταν πως σε χρονικό διάστημα συντομότερο από όσο περίμενε, ο ίδιος ουρανός θα φιλοξενούσε και πάλι θύελλες και παγετώνες. Τη μικρή πόλη του Στρασβούργου την επηρέαζαν ιδιαίτερα οι κακοκαιρίες τα τελευταία χρόνια.

Το όμορφο πέτρινο δάπεδο διέσχιζαν γκριζόλευκα περιστέρια με άχαρο περπάτημα. Δε τους έδινε σημασία, παρά απτόητη βάδιζε σαν να μην υπήρχαν, κι εκείνα αναγκαστικά έκαναν στην άκρη πανικόβλητα για να μην ποδοπατηθούν από τη νεαρή Ρεβέκκα. Το ψάθινο καλάθι της επεξεργάζονταν περαστικές φρουτόμυγες καθώς μύριζε σαν φρέσκος λαχανόκηπος, κι εκείνη δε το καταλάβαινε. Τα ρουθούνια της ήταν απασχολημένα με την απόλαυση των ευωδιών στους δρόμους των εμπόρων.

«Τι έχεις σήμερα;». Ακούμπησε απρόσεκτα το καλάθι της πάνω στο ξύλινο τραπέζι του Αρκέττ και πέρασε από πίσω για να επεξεργαστεί το εμπόρευμα.

«Κοίταξε εδώ λεμόνια… Μυρίζουν σαν να έχεις το κεφάλι σου μέσα στο δέντρο…», γέλασε υπερήφανα ο γερο-Αρκέττ και ζούληξε ένα κατακίτρινο λεμόνι.

«Χαίρομαι που φέρνεις και κάτι καλό επιτέλους…». Η ειρωνεία φαινόταν τόσο φυσική και ψυχαγωγική  όταν ερχόταν από εκείνη. Ήταν γιατί δε χρησιμοποιούσε έντονες εκφράσεις για να δείξει πως είναι καλή στα λόγια, και όχι μόνο στα λόγια. Ήταν ικανή να αναποδογυρίσει τα λεμόνια στο κεφάλι του, αν έλεγε κάτι απρεπές. «Αλλά ήρθα για άλλα πράγματα…»

«Τι θες;»

«Καταρχάς ένα μαρούλι γιατί δεν αντέχω την γκρίνια της Φράου, κι έπειτα…». Κοίταξε τριγύρω μήπως κρυφάκουγε ή κοιτούσε κανείς. «Είδα πίσω από το μαγαζί σου έναν τράγο… Είναι δικός σου;»

«Από τα κέρατα μέχρι τις οπλές!». Γέλασε ξανά βάζοντας το καλύτερο μαρούλι που είχε στο καλάθι της.

«Κόψε μου λίγα απ’ τα γένια του. Θα τα πληρώσω αν χρειαστεί» Εκείνος την κοίταξε προβληματισμένος.

«Τι τα θες;»

«Άσε τις ερωτήσεις…»

«Όχι αν δε μου πεις τι θα τα κάνεις!»

«Εντάξει… Αν μπορείς να βρεις άλλον να πληρώσει για τις τρίχες της κατσίκας σου…». Αποκρίθηκε και γύρισε να φύγει.

«Νομίζεις δεν ξέρω τι τα θες όλα αυτά που παίρνεις; Τα βότανα, τα μπαχαρικά… Λες και θες τόσο φασκόμηλο αν δεν εξασκείς…». Στάθηκε λίγο κι ύστερα ψιθύρισε: «…την τέχνη του διαβόλου!». Η Ρεβέκκα γύρισε αργά και τον κοίταξε. «Χάρη σου κάνω που δε σε έχω καταδώσει ακόμα!»

«Η αδερφή μου υπέφερε από μια ασθένεια στα πόδια… Ο γιατρός μας πρότεινε τσάι με φασκόμηλο για να γιατρευτεί, κι όντως πάει καλύτερα!»

«Ψεύτρα… Σειρήνα!»

Η Ρεβέκκα ενοχλημένη γύρισε τα μάτια της αλλού. «Τουλάχιστον έχεις κανένα άλλο επιχείρημα εκτός από το φασκόμηλο; Ίσως χρειαστείς κάτι καλύτερο για να με καταδώσεις…»

«Είσαι γυναίκα, δε χρειάζομαι άλλο επιχείρημα… Όλες σας στην κόλαση θα καείτε!»

Η Ρεβέκκα χαμογέλασε… «Είκοσι».

«Τι;»

«Σου δίνω είκοσι για το μούσι τράγου».

Ο Αρκέττ εξοργίστηκε. «Έξω! Δαίμονα!» Ούρλιαζε και ωρυόταν σε σημείο που το πρόσωπό του ήταν πιο κόκκινο από τις σάπιες ντομάτες που έδινε για καλές στον κόσμο. «Έξω από το μαγαζί μου! Παιδί της Λίλιθ! Έξω!»

Η Ρεβέκκα γελούσε σαν να γαργαλιόταν όσο ο Αρκέττ την έσπρωχνε προς την πόρτα. Ούτε που πρόλαβε να πληρώσει το μαρούλι.

Μπήκε στο σπίτι καλοδιάθετη. «Φράου;», φώναξε αφήνοντας το καλάθι στο τραπέζι της κουζίνας. «Φράου;», είπε ξανά λίγο δυνατότερα. Πήγε στην κάμαρη τους για να δει μήπως κοιμόταν. Από τότε που καλυτέρεψαν τα πόδια της κουραζόταν περισσότερο από όσο έπρεπε. Ήλπιζε να ξεκουράζεται αυτή τη φορά.

Όταν όμως μπήκε στο δωμάτιο, είδε την γλυκιά αδερφή της να στέκεται πάνω από το κρεβάτι της, όπου είχε αφήσει το μπαούλο που ήταν πίσω από το προσκέφαλο. «Είσαι καλά;», είπε γλυκά. Έβλεπε μόνο τα καστανόξανθα μαλλιά της καθώς στεκόταν στην πόρτα, και πλησίασε μήπως χρειαζόταν βοήθεια.

Είχε ανοίξει το μπαούλο. Όλα τα ξόρκια της Ρεβέκκας φυλαγμένα σε μικρά μπουκαλάκια σφραγισμένα με κερί ήταν εκτεθειμένα στην θέα της Φράου. «Ώστε εδώ ήταν τα μπαχαρικά…», μουρμούρισε σοκαρισμένη. «Τι έχεις κάνει; Προσκυνάς το διάβολο;»

«Σε διαβεβαιώνω πως η εξάσκηση δεν έχει καμία σχέση με αυτό… Πιστεύω σε εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά που έχεις στο μυαλό σου, όχι όμως αυτό…», προσπάθησε να το σώσει.

«Ρεβέκκα Τροφέα, είσαι μάγισσα;» Ρώτησε κοιτώντας της.

«Ναι…», αναστέναξε εκείνη κι η Φράου έγινε λευκή σαν τα περιστέρια που παραλίγο να ποδοπατήσει στον δρόμο. «Ίσως η θεραπεία του γιατρού να σε βοήθησε, μα το δικό μου ξόρκι ήταν αυτό που σε έκανε καλά…». Πήγε κοντά και πήρε από το μπαούλο ένα γυάλινο μπουκάλι. Ο φελλός ήταν σφραγισμένος με κερί και μέσα είχε διάφορα βότανα και μπαχαρικά. Της το έδειξε, ελπίζοντας πως θα έδειχνε έστω λίγη κατανόηση.

«Δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις;», άρχισε να χάνει την υπομονή της. «Με τα πράγματα που κάνεις θα καείς στην κόλαση!»

«Ποιος είναι άξιος να κρίνει ποιόν;». Την κοίταξε στα μάτια. «Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά τι θα αντιμετωπίσει ο κάθε θνητός αφού γίνει τροφή για τα σκουλήκια;»

Με γουρλωμένα μάτια η Φράου κοίταξε την αδερφή της. «Αμαρτωλή…» Πήρε το ξόρκι από τη Ρεβέκκα και το άφησε να γίνει θρύψαλα στο πάτωμα. «Δε θα σε παραδώσω… Όχι εγώ…». Κοίταξε έντρομη σπόρους μπαχαρικών να αναδύονται όπως ήταν φυσικό, κι η σκόνη έπνιξε τον συλλογισμό της. «Στο σπίτι μου όμως δε θα μένεις…». Την κοίταξε. «Μάζεψε ό,τι έχεις και φύγε… Δε θέλω να σε ξαναδώ εδώ…».

«Πολύ καλά…», είπε η Ρεβέκκα. «Όταν το μετανιώσεις ειδοποίησέ με…».

«Δε φοβάμαι δαιμόνια σαν κι εσένα!»

«Δεν είμαι δαίμονας… Είμαι γυναίκα… Εσύ είσαι μαριονέτα. Πάντα ήσουν… Πάντα έκανες ό,τι σου έλεγαν οι άλλοι, και τι έγινε; Ούτε καλά έγινες, ούτε ευτυχισμένη χάρη σε εκείνους. Διώξε με! Θα φύγω! Πνίξου στη μιζέρια σου λοιπόν, αν έτσι καταλάβεις πως μόνο εγώ δεν εύχομαι για το κακό σου ανάμεσά τους…».

Η Φράου σήκωσε το χέρι της και ξέροντας πως έλεγε την αλήθεια, την χτύπησε. Τα μάγουλό της κοκκίνισε και το κεφάλι της γύρισε γωνία από την ένταση του χαστουκιού. Με δάκρυα στα μάτια, η Ρεβέκκα την κοίταξε.

«Ό,τι σου έδωσα, θα το πάρω πίσω…». Σε χρόνο μηδέν έφυγε από το σπίτι τους, έτρεξε μέσα από τους πιο έρημους δρόμους μέσα στο δάσος.

Η Φράου κάθισε στην άκρη του στρώματός της, κλαίγοντας με λυγμούς μέσα στις χούφτες της. Σήκωσε το κεφάλι της, πρησμένο και κόκκινο από το κλάμα και πέταξε όλα τα μπουκάλια από το μπαούλο με μανία κάτω. Τα γυαλιά που σκορπούσαν σκόνη και υλικά παντού έμοιαζαν να δημιουργούν μελωδίες. Σαν το γρατζούνισμα μιας άρπας ή το τρεμούλιασμα ενός ντεφιού γεμάτο καμπανάκια.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε πριν χαράξει. Ξημέρωμα Κυριακής. Τα λόγια της Ρεβέκκας ακόμη χόρευαν με την ταραχή στο κεφάλι της. Στριφογυρνούσαν και μπέρδευαν τις σκέψεις της. Ό,τι σου έδωσα θα το πάρω πίσω… Είδε τα μαύρα μάτια της να δακρύζουν οργή· να αναζητούν εκδίκηση πέρα από τον έρημο δρόμο που βάδιζε για να βγει στο δάσος, κι ύστερα στη διπλανή πόλη.

Κάθισε στο κρεβάτι. Χασμουρήθηκε κι ένιωσε τον εαυτό της ανάλαφρο. Αναρωτήθηκε γιατί και κοίταξε τριγύρω… Το χέρι της στριφογυρνούσε στον αέρα γεμάτο χάρη. Ανεξέλεγκτα χάιδευε το βρώμικο οξυγόνο ποτισμένο με μπαχαρικά. Το έπιασε για να σταματήσει… Ο αριστερός καρπός της άρχισε να κινείται επίσης χωρίς την θέλησή της. Προσπάθησε να κινήσει τα πόδια της, να βγει έξω και να ζητήσει βοήθεια, μα αυτά είχαν παραλύσει… Θυμήθηκε πως ήταν να μην μπορεί να κουνηθεί πριν γιατρευτεί και τρομοκρατήθηκε στην ιδέα πως η Ρεβέκκα έκανε πράξη όσα απείλησε πως θα πραγματοποιήσει. Άραγε θα περπατούσε ξανά ποτέ;

Από το πουθενά, και τα πόδια της άρχισαν να χορεύουν. Άκουγε ασταμάτητα από τη μία τη μουσική που έκαναν τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα, κι από την άλλη την κατάρα της Ρεβέκκας. Με τη λίγη βούληση που είχε απομείνει για τον εγκέφαλό της, κατάφερε να βγει έξω για να ζητήσει βοήθεια. Τη στιγμή όμως που πάτησε το πόδι της στον δρόμο της κόπηκε η μιλιά. Μόνο μπορούσε να μουγκρίσει με ανήσυχο βλέμμα για το πόσο υπέφερε.

Ιδρώτας άρχισε να κυλά από το λευκό της πρόσωπο, παγωμένος σαν την καρδιά της μάγισσας. Έστρεψε τα γαλάζια μάτια της στο πλάι κι άκουσε τα μηνίγγια της να δίνουν τον εξαντλητικό ρυθμό στον χορό του θανάτου… Και χόρευε, χόρευε, ώσπου όχλος μαζεύτηκε να τη θαυμάσει. Προσπάθησε να τους προειδοποιήσει, μα δεν άκουγαν τον πανικό στις αδύναμες εκπνοές της και τον τρόμο στα ουρλιαχτά που άκουγε μόνο εκείνη.

Δεν ένιωθε πόνο, ούτε κούραση. Ούτε τα γυμνά της πόδια να γδέρνονται και να ματώνουν. Μόνο μια ελαφριά ναυτία και την αγωνία να μη μπορεί κανείς να ελέγξει το σώμα του. Κι αυτό ήταν που ένιωθε μέχρι τη στιγμή που άφησε την τελευταία της πνοή από υπερκόπωση και πυρετό, σε κάποιον δρόμο του Στρασβούργου.

Όσοι προσπάθησαν να τη σταματήσουν, δελεάστηκαν. Παγιδεύτηκαν στο μακάβριο χορό ώσπου να πέσουν νεκροί σε μια λίμνη ιδρώτα και αίματος. Όσοι φάνηκαν τυχεροί, βρήκαν τη δύναμη να κρατηθούν από κάποιο δέντρο ώσπου η μουσική να σταματήσει. Κι όσοι δεν επιβίωσαν, ακόμη ακούν τη γυάλινη άρπα να θρυμματίζεται στην κάμαρη της εξόριστης Ρεβέκκας. Τα αιώνια όνειρα γι’ αυτούς συνοδεύει το τρέμουλο του ντεφιού όλο καμπανάκια κι ο ρυθμός των μηνιγγιών τους δίνοντας αγωνία στον ρυθμό. Χορεύουν στην αιωνιότητα…

Κι όσο για τη Ρεβέκκα Τροφέα, κανείς δεν άκουσε ξανά γι’ αυτή. Ούτε ιστορικοί, ούτε περίεργοι. Ξέρουν μόνο ότι πήρε τον δρόμο προς το δάσος και ξεθώριασε στο πέρασμα του χρόνου… Άλλοι πιστεύουν πως την βρήκαν και τη σκότωσαν εκεί, μα εγώ ξέρω πως δεν είναι αλήθεια… Άλλωστε, οι νεκροί δε λένε ιστορίες…

 

Main Image Reference

Tags: The Weird Side Daily , αγωνία , αίμα , αίματα , Άνθρωπος , Αρκέττ , άρπα , ασθένεια , βοήθεια , βότανα , βότανο , γαλάζιο , γέλιο , γενιά , Γιατρός , γυαλί , γυαλιά , γυναίκα , δαιμόνιο , δάκρυα , δάση , δάσος , διάβολος , διήγημα , διήγημα φαντασίας , Διηγήματα , δρόμος , δωμάτιο , ειρωνία , εκδίκηση , έμπορος , ένταση , ευωδία , θάνατος , θεραπεία , θνητός , θύελλα , ιστορία , κακό , καλάθι , καλό , κατάρα , κέρας , κέρατα , κέρατο , κερί , κλάμα , κόλαση , κούραση , κρεβάτι , λεμόνι , Λίλιθ , μαγεία , μάγισσα , μάγισσες , μαλλιά , Μαρίνα Κικίδου , Μουσική , μπαχαρικό , μπουκάλι , ναυτία , νεκροί , νεκρός , ξόρκι , Όνειρα , οπλή , Όργή , ουρανός , ουρλιαχτά , ουρλιαχτό , πάτωμα , πλοκή , πνοή , πόδια , πόλη , πόνος , πόρτα , πυρετός , Ρεβέκκα , Στρασβούργο , σύννεφο , τράγος , τσάι , φασκόμηλο , Φράου , φυτά , φυτό , Χορός , χρόνος

Μαρίνα Κικίδου

Δημοσιεύτηκε Σεπτέμβριος 13, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.