Έξοδος

“Τώρα, η πόλη είναι σιωπηλή. Τα πουλιά της έχουν πεθάνει, τα δέντρα των λιγοστών πάρκων της έχουν ξεραθεί και κανένα αυτοκίνητο ή μηχανάκι δεν κυκλοφορεί στα διάπυρα φαράγγια της. Ο φλογερός αέρας τρεμοπαίζει γύρω από τα κουφάρια των κτιρίων της, ραγίζει τους  σοβάδες τους και μετατρέπει την άσφαλτο των δρόμων σε μια παχύρρευστη μάζα που μοιάζει με ηφαιστειακή λάσπη…”

08 Αυγούστου 2021

Κάποια στιγμή θα συνέβαινε και αυτό.  Όλοι το ξέραμε και μάλιστα εδώ και αρκετά χρόνια αλλά κανείς δεν είχε κάνει κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Ίσως γιατί κατά βάθος, διατηρούσαμε μια μικρή ελπίδα πώς όλα αυτά που έλεγαν οι μετεωρολόγοι στα κανάλια και στα ειδησεογραφικά σάιτς ήταν κινδυνολογίες, πως τελικά ποτέ δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο γιατί ή φύση, ο Θεός, ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, θα μας προστάτευε.

Τώρα βέβαια είναι κάπως αργά. Σήμερα ξημερώνει η μέρα αριθμός εξήντα όπου η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας υπερβαίνει τους πενήντα βαθμούς Κελσίου. Η πόλη έξω από το παράθυρό μου μοιάζει νεκρή. Τα τσιμεντένια κτίρια που αποτελούν το αχανές κορμί της φαίνονται άδεια, τα περισσότερα από τα παράθυρά τους έχουν κατεβασμένα στόρια και στα μπαλκόνια τους διαγράφονται οι σκελετωμένες σιλουέτες νεκρών φυτών. Ίσως και να είναι όντως άδεια καθώς μετά τον πρώτο μήνα του καύσωνα, υπήρξε μια μαζική έξοδος του πληθυσμού προς τα έξω, μακριά από τις θερμικές νησίδες των αστικών κέντρων. Οι εθνικές οδοί που οδηγούσαν έξω από την πόλη είχαν φρακάρει φυσικά, παρά το ότι οι μπάρες των διοδίων ήταν σηκωμένες και ο στρατός είχε επέμβει για να διευκολύνει την κυκλοφορία των αναρίθμητων οχημάτων. Πολύς κόσμος είχε βρει τραγικό θάνατο από τις πρωτοφανείς θερμοκρασίες τις οποίες τα κλιματιστικά συστήματα των αυτοκινήτων τους δεν κατάφερναν ν’ αντιμετωπίσουν. Υποψιάζομαι ότι ακόμα και τώρα θα πρέπει να υπάρχουν πολλά σταματημένα αυτοκίνητα πάνω σε πυρακτωμένους δρόμους που περιέχουν τα αφυδατωμένα πτώματα ξεκληρισμένων οικογενειών.

Τώρα, η πόλη είναι σιωπηλή. Τα πουλιά της έχουν πεθάνει, τα δέντρα των λιγοστών πάρκων της έχουν ξεραθεί και κανένα αυτοκίνητο ή μηχανάκι δεν κυκλοφορεί στα διάπυρα φαράγγια της. Ο φλογερός αέρας τρεμοπαίζει γύρω από τα κουφάρια των κτιρίων της, ραγίζει τους  σοβάδες τους και μετατρέπει την άσφαλτο των δρόμων σε μια παχύρρευστη μάζα που μοιάζει με ηφαιστειακή λάσπη. Ο ουρανός, άδειος και κορεσμένος από τόνους υδρατμών που η τρομερή ζέστη δεν τους επιτρέπει να μεταμορφωθούν σε λυτρωτική βροχή, έχει αποκτήσει χρώμα μολυβί. Ο ήλιος φαίνεται λευκός και πελώριος και διαγράφει την ημερήσια τροχιά του με μια κτηνώδη αδιαφορία.

Είμαι μόνος, εγκλωβισμένος στο μικρό μου διαμέρισμα και κοιτάζω το δρόμο που ξετυλίγεται πέρα απ’ το άδειο μπαλκονάκι μου. Υπάρχουν ακόμα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στις άκρες του, αλλά τα λάστιχά τους έχουν ξεφουσκώσει και η μπογιά τους θυμίζει το κακοφορμισμένο δέρμα ενός λεπρού. Πιο πέρα, αντικρίζω το μουμιοποιημένο πτώμα ενός σκύλου που πέθανε από τη ζέστη. Είναι κουλουριασμένο, σε στάση εμβρυακή και τα πλευρά του διαγράφονται σαν τις καμπυλωτές μπαλένες μιας ανοιχτής ομπρέλας. Το σούπερ μάρκετ στη γωνία έχει λεηλατηθεί, η βιτρίνα του είναι θρυμματισμένη και ένα τροχήλατο καροτσάκι φράζει την διαλυμένη πόρτα του. Ο αέρας είναι κάπως θολός, φορτωμένος με μια κιτρινωπή αχλή και με μια μυρωδιά καμένου. Φαίνεται πως κάποιες από τις φωτιές που ξέσπασαν σε άλλα, πιο πράσινα προάστια, δεν έχουν σβήσει εντελώς.

Πρέπει να αποφασίσω τι να κάνω. Το ψυγείο μου κοντεύει ν’ αδειάσει και είναι θέμα χρόνου το πότε θα διακοπεί η παροχή του ρεύματος και του νερού. Όταν συμβεί αυτό, το δυάρι μου θα μετατραπεί σε καμίνι και μέσα σε λίγες ώρες θα πεθάνω από θερμοπληξία. Εξάλλου, η κατάρρευση έχει ήδη ξεκινήσει. Το ίντερνετ δεν λειτουργεί πια, το κινητό μου δεν έχει σήμα και οι σπασμωδικές εικόνες των τηλεοπτικών σταθμών που περιγράφανε με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση στα λιμάνια, στα αεροδρόμια  και στις οδικές εξόδους της πόλης, έχουν σιωπήσει. Τώρα, το μόνο που δείχνουν είναι ένα τυποποιημένο κείμενο της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας που συνιστά ψυχραιμία και περιέχει οδηγίες για την αντιμετώπιση του καύσωνα. Ακόμα και κάτι στρατιωτικά ελικόπτερα που πετούσαν πάνω από το σπίτι τις πρώτες μέρες της μεγάλης ζέστης, έχουν γίνει άφαντα. Η σιωπή που με τυλίγει είναι τόσο βαθιά που μου φέρνει στο νου τα μυστικά δώματα κάποιας Αιγυπτιακής Πυραμίδας που πυρακτώνεται από τον άγριο ήλιο της ερήμου.

Αγγίζω το τζάμι του παράθυρου. Είναι καυτό. Ούτε και τολμώ να φανταστώ πόσο ζεστός είναι ο αέρας πέρα από τη λεπτή μεμβράνη του. Ωστόσο δεν μπορώ να παραμείνω περισσότερο εδώ μέσα. Πρέπει να φύγω.

Ρίχνω μέσα σ’ ένα σακίδιο πλαστικά μπουκάλια που έχω γεμίσει με κρύο νερό, αποξηραμένες μπάρες δημητριακών παυσίπονα και αντιβιοτικά σε χάπια που φυλάω σ’ ένα μικρό φαρμακείο.  Φοράω ρούχα που είναι ανοιχτόχρωμα και ελαφρά. Φοράω και ένα καπέλο καθώς και γυαλιά ηλίου. Ύστερα, ξεκλειδώνω την εξώπορτα του διαμερίσματος και ρίχνω μια τελευταία ματιά στο στενάχωρο καταφύγιό μου.

Η πόρτα ανοίγει και το ρεύμα του αέρα που ξεχύνεται πάνω στο πρόσωπο μοιάζει να δραπετεύει μέσα απ’ το στόμιο ενός φούρνου. Τα ρουθούνια μου διαποτίζονται από μια αποφορά αποσύνθεσης. Μαντεύω πως σε κάποιο διαμέρισμα υπάρχουν νεκροί. Άνθρωποι που δεν τα κατάφεραν.

Ελάχιστα με απασχολεί αυτό το ενδεχόμενο. Εξάλλου ποτέ δεν είχα πολλές κοινωνικές σχέσεις με τους συγκάτοικούς μου. Στα μάτια μου σχεδόν δεν υπήρχαν. Η αλληλεπίδρασή μου μαζί τους περιοριζόταν σε τυπικούς χαιρετισμούς στην εξώπορτα του κτιρίου και στο ασανσέρ και σε σύντομες επισκέψεις στον όποιο ιδιοκτήτη είχε αναλάβει εκείνη τη χρονιά την είσπραξη των κοινοχρήστων. Για παράδειγμα, η ηλικιωμένη κυρία του τρίτου με το κινητικό πρόβλημα, δεν ήταν παρά μια περιστασιακή πηγή εκνευρισμού.

Δεν τολμάω να χρησιμοποιήσω τον ανελκυστήρα-κατεβαίνω βήμα-βήμα τα σκαλοπάτια του μισοσκότεινου κλιμακοστασίου παλεύοντας ενάντια στην ναυτία που μου προκαλεί η δυσοσμία της σαπίλας και το καυτό άγγιγμα του αέρα. Ίσως θα έπρεπε να έχω φορέσει και μια μάσκα, σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος ότι μου είχε περισσέψει μια από την εποχή του κορονοϊού.

Κοντοστέκομαι καθώς αυτή η σκέψη κλωθογυρίζει στο μυαλό μου. Αποφασίζω τελικά ν’ ανέβω ξανά τα σκαλοπάτια, να ξαναμπώ στο διαμέρισμα και να βρω τη μάσκα. Αλλά η ζέστη είναι υπερβολική. Με το που κάνω το πρώτο βήμα νιώθω μια ζάλη και το σκαλοπάτι κολυμπάει κάτω από το πόδι μου. Με κυριεύει ο εφιάλτης της κλειστοφοβίας. Πρέπει να βγω από αυτό το μισοσκότεινο και βρωμερό μέρος. Νιώθω την οσμή της σαπίλας να κατακάθεται στους πνεύμονές μου να τους καλύπτει με μια παχύρρευστη κρούστα. Κάνω μεταβολή και πλησιάζω τη σιδερόφραχτη τζαμόπορτα της εισόδου. Στο κάτω μέρος της έχει μαζευτεί ένας λοφίσκος από φακέλους αλληλογραφίας που δεν περιμάζεψε ποτέ κανείς. Κάνω να την ανοίξω-το πόμολο είναι καυτό μέσα στην παλάμη μου-και με τρόμο διαπιστώνω ότι έχει κολλήσει.

Αντιλαμβάνομαι ότι είμαι παγιδευμένος. Μέσα στον πολυώροφο τάφο της σιωπηλής πολυκατοικίας. Ανάμεσα στα πτώματα εκείνων για τους οποίους δεν νοιάστηκα ποτέ.

Tags: The Weird Side Daily , αέρας , αεροδρόμιο , Αίγυπτος , αυτοκίνητο , αφυδάτωση , βροχή , γείτονες , δέντρα , δέντρο , διήγημα , Διηγήματα , δρόμος , Έξοδος , Έρικ Σμυρναίος , ζάλη , Ζώα , Ζώο , θάνατος , θεός , θερμοκρασία , θερμοπληξία , Ίντερνετ , ιστορία , ιστορίες , καμίνι , καταφύγιο , καύσωνας , κινητό , κλειστοφοβία , κλιματιστικό , κουφάρι , Κτήριο , λάσπη , λιμάνι , μάσκα , ναυτία , νεκροί , νεκρός , νερό , νησίδες , πάρκο , πόλη , Πουλιά , πτώμα , Πυραμίδα , ρεύμα , σακίδιο , σαπίλα , σήμα , σκύλος , στρατός , σώμα , Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας , φύση , φυτά , φυτό , φωτιά , φωτιές , ψυγείο

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε 8 Αυγούστου, 2021

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.