ΡΑΜΣΗΣ

“Είχε ανοίξει με τα νυχάκια του μια τρύπα στην πλαστική του φυλακή και με κοιτούσε από μέσα της, ένα ζευγάρι ματάκια στο χρώμα του κεχριμπαριού, φοβισμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα…”

03 Νοεμβρίου 2026

1

Προχτές η μέρα είχε πάει πολύ καλά. Ο Ραμσής είχε σκοτώσει κάτι ποντίκια και είχε φέρει ένα-ένα τα πτώματά τους στη φωλιά μας για να τα γδάρω, να τα σουβλίσω και να τα ψήσω πάνω από τη φωτιά που έκαιγε μέσα σε μια μεγάλη κονσέρβα.

Έκτοτε τίποτα. Φαίνεται πως ακόμα και τα ποντίκια είχαν αρχίσει να σπανίζουν. Αυτός όμως-κυρίως αυτός-δεν το έβαζε κάτω. Έφευγε το πρωί, αφού γλιστρούσε έξω από τον σκισμένο υπνόσακο που μοιραζόμασταν για να ζεσταίνει ο ένας τον άλλο, έλειπε όλη μέρα και όταν ο ουρανός σκοτείνιαζε για τα καλά, επέστρεφε και πάλι, μια λιπόσαρκη σκιά με λαμπερά μάτια και σβέλτες κινήσεις που κινούταν αθόρυβα.

Τρύπωνε μέσα στη σπηλιά μας και ακουμπούσε τη λεία του μπροστά μου. Μετά στεκόταν μπροστά μου με τα πίσω πόδια διπλωμένα και τα μπροστινά όρθια. Με κοιτούσε με προσμονή. Ακόμα και τις δυο τελευταίες μέρες που δεν είχε βρει τίποτα φαγώσιμο επαναλάμβανε την ίδια ακριβώς τελετουργία μόνο που μετά πηδούσε στην αγκαλιά μου και με άγγιζε τρυφερά στο μάγουλο με την μουσούδα του, σαν να ήθελε να με παρηγορήσει. Αν και η πείνα δάγκωνε τα σωθικά μου, η κίνησή του αυτή κατάφερνε να με γαληνέψει. Του ανταπέδιδα το φιλί στο κέντρο του μετώπου του και μετά, καθώς αυτός φώλιαζε στην αγκαλιά μου τα βλέμματά μας βυθίζονταν το ένα μέσα στο άλλο.

Ύστερα χάιδευα με τις ώρες τη γούνα του με τα δάχτυλα του για να την καθαρίσω και να την ξανακάνω όμορφη και λαμπερή.

Ξέραμε πως θα τα καταφέρναμε. Γιατί είχαμε ο ένας τον άλλο. Εκείνες τις στιγμές, το θρηνητικό ουρλιαχτό του γκρίζου χειμώνα που είχε αγκαλιάσει τον έξω κόσμο έμοιαζε να σβήνει, και μια ζεστασιά απλώνονταν στο στήθος μου. Θυμάμαι τότε, τη στιγμή που τον είχα κοιτάξει για πρώτη φορά, ένα μικρό γατάκι σε χρώμα κεραμιδί, που κάποια κωλόπαιδα είχαν πετάξει μέσα σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ, αφού είχαν φροντίσει πρώτα να το παραχώσουν σε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Όμως εκείνο αρνιόταν να πεθάνει. Είχε ανοίξει με τα νυχάκια του μια τρύπα στην πλαστική του φυλακή και με κοιτούσε από μέσα της, ένα ζευγάρι ματάκια στο χρώμα του κεχριμπαριού, φοβισμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα.

Θυμάμαι πως άπλωσα τα χέρια μου, απελευθέρωσα το μικρούλι εκείνο πλασματάκι και το έσφιξα στην αγκαλιά μου. Κάτι μέσα μου είχε παγώσει από τη φρίκη, αλλά κάτω από εκείνο το σφίξιμο είχε αναπηδήσει μια φλόγα οργής και αποφασιστικότητας.

Θα το έσωζα, θα το έπαιρνα μαζί μου και θα το κρατούσα ασφαλές από την κτηνωδία των παιδιών του ανθρώπου.

Ζούσα τότε σε κάποιο χωριό, μόνος, σ’ ένα σπιτάκι που περιβαλλόταν από έναν κήπο που με προστάτευε από την περιέργεια των άλλων. Ήμουν μοναχικός αλλά ένιωθα αυτάρκης, εξοπλισμένος με τα βιβλία μου, τις ταινίες μου, τη μουσική μου. Με έτρεφε μια μικρή κληρονομιά και μια εξίσου μικρή σύνταξη από το κράτος. Τα δυο εκείνα έσοδα, σε συνδυασμό με τις ελάχιστες ανάγκες μου, μου αρκούσαν για να νιώθω ασφαλής. Δεν συνέβαινε το ίδιο βέβαια με τις σχέσεις μου με τους άλλους ανθρώπους. Από μικρός δυσκολευόμουν να κοινωνικοποιηθώ. Υπήρχε κάτι στη φτιαξιά μου που με έκανε αταίριαστο, κάτι στον τρόπο που μιλούσα, σε αυτά που έλεγα, που κρατούσε τους άλλους σε απόσταση. Ίσως και να τους φόβιζα λιγάκι. Και όπως έμαθα πολύ καλά, αυτό που οι άνθρωποι φοβούνται το κυνηγούν, μέχρι τελικής εξόντωσης. Από την άλλη βέβαια, όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια που πέρασα στο σχολείο, όλοι εκείνοι οι καθημερινοί χλευασμοί και οι εκφοβισμοί, αλλά και αργότερα, οι πρώτες βιοποριστικές μου απόπειρες, η εχθρικότητα των προϊσταμένων και των συναδέλφων μου, με έμαθαν πολλά. Εξοικειώθηκα με τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων, με την κακία που αναβλύζει μέσα τους αυθόρμητα. Δεν την συγχώρησα ποτέ αλλά έμαθα να την ανέχομαι. Και να πορεύομαι μόνος, εσωτερικά απρόσβλητος, σε μια μόνιμη κατάσταση επιφυλακτικής εγρήγορσης όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε πλήθη. Οι γείτονες μου με απέφευγαν. Παράξενες φήμες κυκλοφορούσαν για το άτομό μου. Πότε-πότε νεαροί και νεαρές, εκτελώντας κάποια ενστικτώδη τελετουργία ενηλικίωσης φαντάζομαι, περνούσαν έξω από το σπίτι μου μαρσάροντας τις μηχανές τους εκφοβιστικά ή βγάζοντας χλευαστικές κραυγές. Κάποιοι, οι πιο τολμηροί, είχαν φτάσει στο σημείο να πετάξουν σκουπίδια στην αυλή μου αλλά αυτό σταμάτησε με τον καιρό, φαντάζομαι επειδή μεγάλωσαν και βρήκαν πιο διασκεδαστικές δραστηριότητες για να περνάνε τον καιρό τους.

2

Ο γάτος που υιοθέτησα τα άλλαξε όλα αυτά. Για πρώτη φορά έπρεπε να φροντίσω ένα πλασματάκι που εξαρτιόταν απόλυτα από μένα. Τον πήγα σ’ έναν κτηνίατρο, αγόρασα τις τροφές και τα φάρμακα που χρειαζόταν και τις πρώτες νύχτες κοιμόμουν μαζί του αγκαλιά για να μη φοβάται το σκοτάδι. Τον ονόμασα Ραμσή γιατί η κεραμιδένια του γούνα μου θύμιζε το φως της Αιγύπτου που είχα θαυμάσει σε κάποια ντοκιμαντέρ. Εκείνος συνήλθε και άρχισε να μεγαλώνει. Ομόρφαινε με την κάθε μέρα που περνούσε, δυνάμωνε, μάθαινε το περιβάλλον του και δεχόταν τις περιποιήσεις μου με την ήρεμη εκείνη συγκαταβατικότητα που χαρίζει στις γάτες την αριστοκρατική τους αύρα.

Με τη σειρά του άνοιξε μπροστά μου μια καινούργια πόρτα ευτυχίας. Ήμασταν συνέχεια μαζί, μου κρατούσε συντροφιά κάθε φορά που καταπιανόμουν με κάποιο μερεμέτι, τρώγαμε μαζί, βλέπαμε τηλεόραση, εγώ ξαπλωμένος στον καναπέ μου και εκείνος θρονιασμένος στο μπράτσο μιας πολυθρόνας και κοιμόμασταν αγκαλιά με τη μουσούδα του να χουρχουρίζει μέσα στ’ αυτί μου.

Τον τάιζα με τις καλύτερες τροφές, του έκανα όλα τα απαραίτητα εμβόλια και όταν άρχισε να ξεπορτίζει, είχα περάσει πολλές νύχτες άγρυπνος, περιμένοντας τον να γυρίσει, κάποιες φορές τυλιγμένος με έναν νικηφόρο αέρα, άλλες, τις περισσότερες, με τραύματα από γατοκαυγάδες εκ των οποίων, ουκ ολίγα, απαιτούσαν ιατρική φροντίδα. Να τον στειρώσω; Ούτε λόγος. Είχα αποφασίσει να του δώσω το δικαίωμα να ζήσει ολοκληρωτικά, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως κάποια μέρα θα τον έχανα. Αλλά ο Ραμσής έμεινε κοντά μου. Δεν έφυγε ποτέ. Ακόμα και όταν ο κόσμος βυθίστηκε στο χάος.

Είχα προβλέψει αυτή την εξέλιξη. Την είχα διαισθανθεί. Ίσως όλες εκείνες οι επιθέσεις που είχα υποστεί στο σχολείο ως ένας εσωστρεφής ακοινώνητος και ασθενικός μαθητής, να είχαν οξύνει τα επιβιωτικά μου ένστικτα. Ίσως να οφειλόταν στο ότι η προοπτική μιας παγκόσμιας καταστροφής πάντα με παρηγορούσε παράξενα, ίσως πάλι κάτι πιο βαθύ και αρχέγονο που φώλιαζε μέσα μου να μου είχε ψιθυρίσει πως ο άνθρωπος ήταν ένα υπερβολικά κακό πλάσμα για να διαφεντεύει για πάντα αυτόν τον κόσμο.

Μου βγήκε σε καλό. Κινήθηκα πριν από κάθε άλλον. Όταν όλοι ξεχύθηκαν στα σούπερ μάρκετ και στα μπακάλικα για να αγοράσουν ό,τι μπορούσαν, εγώ είχα ήδη γεμίσει τις αποθήκες μου με είδη πρώτης ανάγκης. Όχι του σπιτιού μου όπως καταλαβαίνετε, αλλά ενός κρησφύγετου που είχα φτιάξει στα βουνά, ψηλά πάνω από το χωριό μου, σε μια σπηλιά που βρισκόταν κρυμμένη σε κάποια ρεματιά. Ένα πρωινό λοιπόν, πολύ πριν ξημερώσει, φόρτωσα ένα σακίδιο πλάτης με διάφορα πράγματα της τελευταίας στιγμής, πήρα τον Ραμσή παραμάσχαλα, και ξεκίνησα για τα βουνά.

Ήμουν ενημερωμένος. Γνώριζα πόσες μέρες φορές θα έπρεπε να μείνουμε κλεισμένοι στη σπηλιά, πόσο καιρό θα έπαιρνε στη ραδιενέργεια να ξεθυμάνει. Ούτε καν κατάλαβα πότε έπεσαν οι βόμβες. Απλά, ένα πρωινό αντίκρυσα τον ορίζοντα που ξεδιπλωνόταν πάνω από τα οδοντωτά βουνά να γεμίζει με μαύρα σύννεφα που κατά τη διάρκεια της μέρας απλώθηκαν σε όλο τον ουρανό και έκρυψαν τον ήλιο. Το ραδιόφωνο έπαψε να παίζει και η μικρή τηλεόραση που είχα εγκαταστήσει γέμισε παράσιτα.

Και έτσι κατάλαβα ότι ο παλιός κόσμος είχε πεθάνει.

Έβαλα τον Ραμσή στο μαξιλάρι του, έκλεισα ερμητικά την είσοδο της σπηλιάς και τις επόμενες δυο βδομάδες τις περάσαμε μαζί, στο φως μιας ηλεκτρικής λάμπας, τρώγοντας από τα έτοιμα, ξαπλώνοντας μαζί, παίζοντας με τα παιχνίδια που του είχα αγοράσει. Μου έκανε εντύπωση που δεν μου ζήτησε ούτε μια φορά να βγει έξω. Λες και καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Απλά καθόταν πάνω στα ποδιά μου και με κοιτούσε με εκείνο το διάπυρο βλέμμα του ηλιόλουστου κεχριμπαριού που έκρυβε μέσα του μεγατόνους αφοσίωσης-όπως μου έμελλε ν’ ανακαλύψω.

Όταν άνοιξα και πάλι την είσοδο της σπηλιάς, αντίκρισα ένα άλλο σύμπαν. Τα πάντα ήταν γκρίζα. Τα δέντρα που σκιάζανε τη ρεματιά είχαν πεθάνει και τα γυμνά κλαδιά τους σχημάτιζαν ένα νεκρό δίχτυ πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μια γκρίζα στάχτη απλωνόταν παντού σαν μολυσμένο χιόνι. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και αυτός και ο ήλιος είχε μεταμορφωθεί σε μια άμορφη κηλίδα που δεν είχε σαφή όρια και δεν σκόρπιζε καμία ζεστασιά. Το φως του ήταν εντελώς άχρωμο, νεκρό. Έκανε κρύο και μια βαθιά σιωπή απλώνονταν παντού, σαν άυλο σάβανο.  Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η απόλυτη ακινησία που έμοιαζε να έχει καλύψει ολόκληρο τον κόσμο.

Τα πάντα έμοιαζαν πεθαμένα. Απολιθωμένα κάτω από το στρώμα της γκρίζας εκείνης στάχτης.

Ο Ραμσής άρχισε να εξερευνά το περιβάλλον του. Μια πήγαινε εδώ, μια από κει, ρουθούνιζε, κάνα δυο φορές φταρνίστηκε και όταν χόρτασε την περιέργειά του, γύρισε κοντά μου και σκαρφάλωσε στον ώμο μου.

Το δεύτερο μήνα μετά την έξοδό μας, έχοντας ξοδέψει όλες μας τις προμήθειες και ύστερα από τρεις μέρες ασιτίας, αποφασίσαμε να κατέβουμε μέχρι το χωριό. Χρησιμοποιώ τη λέξη «αποφασίσαμε» γιατί είχα αποκτήσει το συνήθειο να μιλάω με τον τετράποδο σύντροφό μου. Ήμουν σίγουρος ότι με καταλάβαινε. Σίγουρα η εξυπνάδα που σπιθοβολούσε μέσα στα χρυσά του μάτια κάτι τέτοιο μαρτυρούσε.

Το χωριό ήταν άδειο. Σιωπηλό σαν τάφος. Γκρίζο και αυτό. Μέσα στο μονοχρωματικό φως εκείνου του πεθαμένου σύμπαντος δεν χρειάστηκα πολύ για να καταλάβω ότι είχε λεηλατηθεί. Τα σπίτια του ήταν διαγουμισμένα, οι πόρτες και τα παράθυρα τους σπασμένα, τα δωμάτια τους απογυμνωμένα ή γεμάτα με κατεστραμμένα έπιπλα. Στην πλατεία του, κρεμασμένο από το σκέλεθρο του αρχαίου πλάτανου που τη σκίαζε τα καλοκαίρια, αιωρούταν ένα πτώμα. Το κάτω μέρος των ποδιών του είχε φαγωθεί. Ολόκληρα κομμάτια έλειπαν και οι δαγκωνιές που σημάδευαν την νεκρή και παγωμένη σάρκα τους είχαν γίνει από ανθρώπινα δόντια.

Η τελευταία αυτή ανακάλυψη στάθηκε αρκετή για να πάρω την απόφασή μου:

«Πάμε πίσω», του είπα, «Δεν είμαστε ασφαλείς εδώ. Μπορεί να μην είμαστε μόνοι».

Εκείνος τέντωσε τ’ αυτάκια του με τις ρόδινες φλεβίτσες που έμοιαζαν με θαλάσσια όστρακα και γουργούρισε καταφατικά. Τον πήρα για μια ακόμα φορά στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να τον σκουπίσω. Από κεραμιδής είχε γίνει γκρίζος και αυτός.

Η ανάβασή μας μέχρι τη σπηλιά, δεν είχε δυσάρεστα απρόοπτα. Σκαρφαλώσαμε την πλαγιά του βουνού μέσα στη σιωπή, μόνοι, ένας άνθρωπος και ένας γάτος που κούρνιαζε στον ώμο του σαν ανήσυχος προστάτης. Η ανατροπή μας περίμενε όταν δρασκελίσαμε το κατώφλι της σπηλιάς. Τη στιγμή που ανακαλύψαμε ότι δεν είμασταν μόνοι.

3

Μπροστά στη φωτιά, πάνω στο στρώμα και στον υπνόσακό μας, καθόταν μια γυναίκα. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να πιστέψω ότι ήταν κάτι τέτοιο γιατί έμοιαζε με ένα σωρό από μαυρισμένα και βρώμικα κουρέλια πάνω από τα οποία εξείχε ένα μακρυμάλλικο κεφάλι. Μέσα από το αποστεωμένο της πρόσωπο που ήταν καλυμμένο με γκρίζες κηλίδες, με κοίταζε ένα ζευγάρι μάτια. Τρομαγμένα, επιφυλακτικά αλλά και διάπυρα, φλογισμένα από τον πυρετό της πείνας. Ένα σκελετωμένο χέρι κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο και ανακάτευε τα κάρβουνα που έκαιγαν μπροστά της.

«Ποια είσαι εσύ»; Τη ρώτησα. Προσπάθησα να κάνω την φωνή μου άγρια και προστακτική. Ο Ραμσής αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα μου και γύμνωσε τα δόντια του συρίζοντας επιθετικά.

Εκείνη στήλωσε τα μάτια της επάνω της και μου είπε:

«Πεινάω».

«Και λοιπόν»;

Η απάντηση μου θα πρέπει να την ξάφνιασε γιατί τα μάτια της, ήδη υπερφυσικά μεγάλα από το άγγιγμα της ασιτίας, μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο.

«Μπορείς να με βοηθήσεις»; Με ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε απαλή και αδύναμη αλλά πίσω από της μάντεψα την ύπαρξη μιας βαθιάς σκληρότητας.

«Πώς να σε βοηθήσω»; Τη ρώτησα για δεύτερη φορά. «Ούτε και εγώ έχω τίποτα να φάω».

Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στον Ραμσή;

«Έχεις αυτή τη γάτα. Θα μας χορτάσει και τους δύο».

«Μπα»;

Η άγνωστη γυναίκα αναθάρρησε. Μάλλον ερμήνευσε την έκπληξή που χρωμάτισε τη φωνή μου ως αβεβαιότητα:

«Αν με ταΐσεις, θα είμαι καλή μαζί σου»

Τα πόδια της, αδύνατα και λεπτά σαν καλάμια, ξεδιπλώθηκαν κάτω από τα κουρέλια που την κάλυπταν και άνοιξαν μπροστά μου σαν τους στήμονες ενός αφυδατωμένου λουλουδιού. Έγλειψε τα χείλη της:

«Θα σου κάνω ότι μου ζητήσεις. Οτιδήποτε». Η φωνή της είχε γίνει βραχνή και σιγανή.

Ο σφυγμός μου άρχισε να γοργοχτυπά. Η ανάσα μου γρηγόρεψε. Μια παράξενη ζεστασιά απλώθηκε στα λαγόνια μου.

Κοίταξα τον Ραμσή. Είχε κουλουριαστεί σαν μια μικρή μπάλα ανάμεσα στα πόδια μου και με κοίταξε με τα χρυσά του μάτια μπερδεμένος. Αβέβαιος. Ευάλωτος. Αλλά και γεμάτος εμπιστοσύνη.

Έμοιαζε τόσο εύκολο.

4

Εκείνη τη νύχτα το γλεντήσαμε για τα καλά. Χορτάσαμε, γελάσαμε, παίξαμε. Αργότερα, καθώς ξάπλωνα πάνω στον υπνόσακο μου ήρεμος, ζεστός και ευχαριστημένος, έστριψα το κεφάλι μου και κοίταξα τις φλόγες της μικρής φωτιάς που τριζοβολούσαν και αναδεύονταν στο κέντρο της σπηλιάς. Από πάνω της, κρεμασμένο από ένα τσιγκέλι, ψήνονταν ακόμα ένα ζουμερό κομμάτι κρέατος. Δίπλα της καθόταν ο Ραμσής που έγλυφε τη γούνα του και καθάριζε τα νύχια του από το γεύμα που μόλις είχαμε απολαύσει. Πιο πέρα, σκορπισμένα εδώ και εκεί, βρίσκονταν κάτι νύχια. Βρώμικα και σπασμένα. Ματωμένα.

Ευχαρίστησα νοερά την άγνωστη γυναίκα που είχε έρθει στη ζωή μας.

Με τη σωστή συντήρηση, θα μας κρατούσε ζωντανούς για βδομάδες.

Εξάλλου, ήταν και πολύ νόστιμη.

 

Main Picture Reference

Tags: dark , fantasy short story , fantasy story , post-apocalyptic , short stories , short story fantasy , The Weird Side Daily , The Weird Side Daily άρθρα , weird , weird stories , αλλόκοτο , αλλόκοτος , Διήγημα τρόμου , διήγημα φαντασίας , διήγημα φανταστικού , Δυστοπική Λογοτεχνία , Δυστοπικό , δυστοπικό διήγημα , Έλληνας συγγραφέας , Έλληνες συγγραφείς , Ελληνική Λογοτεχνία , Έρικ Σμυρναίος , Καταστροφή Περιβάλλοντος , λογοτεχνία μυστηρίου , Λογοτεχνία του φανταστικού , λογοτεχνία Τρόμου , λογοτεχνία φαντασία , λογοτεχνία φαντασίας , Λογοτεχνία Φανταστικού , σκοτεινό διήγημα , φανταστικό διήγημα

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε 3 Νοεμβρίου, 2026

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.