1
Οι χρωμιωμένοι βραχίονες του μεταφορικού ρομπότ κατέβασαν τη μονάδα στην αίθουσα παρατήρησης εντελώς αθόρυβα και με αβίαστη ευκολία. Με την ακρίβεια των κινήσεων ενός έλλογου εντόμου, την τοποθέτησαν στο κέντρο του δαπέδου και την συνέδεσαν με τους σωλήνες παροχής ατμοσφαιρικού αέρα, αποστειρωμένου νερού και τροφής. Εξάλλου, δεν θέλαμε να πάθει κάτι το περιεχόμενο της. Μας ήταν πολύτιμο-για πολλούς λόγους.
Οι αρθρωτοί βραχίονες του ρομπότ αναδιπλώθηκαν στο εσωτερικό του και εκείνο αποχώρησε από την αίθουσα αθόρυβα, γλιστρώντας απαλά πάνω σ’ ελαστικούς τροχούς. Οι συρόμενες πόρτες με τα αεροστεγή πλαίσια έκλεισαν πίσω του και εμείς, η ομάδα που είχε αναλάβει την εκτέλεση του εγχειρήματος της περισυλλογής του δείγματος, μαζευτήκαμε γύρω από τη μονάδα.
Κοίταξα το διάφανο εσωτερικό της. Τα λευκά φώτα της οροφής το γέμιζαν μ’ ένα διάχυτο φως που καταργούσε τις σκιές και αποκάλυπτε κάθε λεπτομέρεια του πλάσματος που βρισκόταν στο εσωτερικό της.
Και τι πλάσμα ήταν αυτό! Στα μάτια μου αξιοθαύμαστο αλλά στο βλέμμα κάθε άλλου πολίτη της πόλης αποκρουστικό, ακόμα και τρομακτικό. Κι όμως, γενετικά τουλάχιστον ήταν άνθρωπος ή μάλλον, μια διαφοροποιημένη εκδοχή ανθρώπου. Τώρα καθόταν ανακούρκουδα μέσα στο διάφανο κουτί που αποτελούσε τη μονάδα και μας κοιτούσε με βλέμμα διαπεραστικό και γεμάτο ετοιμότητα. Τα μάτια του έκαιγαν στην κυριολεξία, φορτισμένα μ’ ένα σπινθήρα νοημοσύνης που ήταν κοφτερός σαν λεπίδα. Αναρωτήθηκα τι εντύπωση δίναμε εμείς σε αυτό. Τι σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό του καθώς έβρισκε τον εαυτό του φυλακισμένο μέσα σ’ ένα γυάλινο κουτί με άθραυστα τοιχώματα, πέντε επί πέντε μέτρα και περικυκλωμένο από όντα που ήταν ψηλόλιγνα και χλωμά, με μεγάλα μάτια, διάφανες επιδερμίδες που δεν είχαν νιώσει ποτέ το άγγιγμα του γυμνού ήλιου και ντυμένα με ιατρικές φόρμες βιολογικού πολέμου.
Πάντως δεν έμοιαζε να φοβάται. Και αν φοβόταν το έκρυβε πολύ καλά. Μας κοίταξε έναν-έναν και το βλέμμα του καρφωνόταν επάνω μας με μια επιτακτική περιέργεια, σαν να μας εξέταζε με την ίδια εμβρίθεια που το εξετάζαμε εμείς. Σίγουρα μας μελετούσε αν και τα κριτήρια που χρησιμοποιούσε σίγουρα θα πρέπει να ήταν πολύ διαφορετικά από τα δικά μας.
Η οθόνη του ipad που κρατούσα στα χέρια μου γέμισε με σχέδια και χρώματα. Τα πρώτα δεδομένα που είχαν συγκεντρώσει οι αισθητήρες της αίθουσας είχαν ήδη αναλυθεί από την τεχνητή νοημοσύνη του εργαστηρίου: Φύλο, ύψος, βάρος, καρδιακός σφυγμός, ρυθμός αναπνοής, βαθμός απορρόφησης οξυγόνου.
Τι είδους ανάλυση να έκανε πάνω σε μας το πλάσμα; Να υπολόγιζε νοερά τη μυϊκή μάζα μας, το μέγεθος των δοντιών μας, την ταχύτητα με την οποία κινούμασταν, το ύψος και το βάρος μας;
Θα περνούσε καιρός προτού το μελετήσουμε αρκετά για να μάθουμε τι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Προς το παρόν, το μόνο που γνωρίζουμε ήταν πως ήταν αρσενικό, πως είχε άρτιες εγκεφαλικές λειτουργίες και πως η οξυγόνωση των εγκεφαλικών κυττάρων του βρισκόταν σε πολύ καλό επίπεδο.
Το ipad εμφάνισε επιπρόσθετα στοιχεία: Ήταν νεαρό σε ηλικία, ακόμα και με τα κριτήρια της φυλής του, στην ακμή της ηλικίας του. Είχε γερά κόκαλα, δυνατούς μύες, νευρώδεις, πολύ χαμηλό δείκτη λίπους. Το αίμα που κυκλοφορούσε ορμητικά στις φλέβες του ήταν υγιές. Αλλά πόσες διαφορές παρουσίαζε από το αίμα ενός κατοίκου της πόλης! Ο αριθμός των λευκών και των ερυθρών αιμοσφαιρίων του ήταν ψηλότερος απ’ αυτό που θεωρούσαμε εμείς κανονικό, το ανοσοποιητικό του σύστημα πολύ πιο δραστήριο. Το κυκλοφορικό του σύστημα ήταν πολύ ευέλικτο, ικανό να περιορίζει ή να αυξάνει την κυκλοφορία του αίματος σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι ενός κανονικού ανθρώπου και ν’ αντέχει έτσι σε πολύ μεγαλύτερες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις. Τα νεφρά και το συκώτι του καθώς και όλα τα κύρια εσωτερικά του όργανα μπορούσαν να λειτουργούν αβίαστα ακόμα και σε συνθήκες προχωρημένης αφυδάτωσης και οι κόρες των ματιών του διαστελλόταν και συστελλόταν σε βαθμούς ανήκουστους για μας.
Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω και το κοίταξα με μάτι κριτικό, αξιολογώντας την εμφάνισή του με το αποστασιοποιημένο βλέμμα ενός επιστήμονα.
Εκείνο, λες και διάβαζε τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό μου, σηκώθηκε όρθιο και με κοίταξε και αυτό ανοίγοντας απαλά τα χέρια του, σαν να ήθελε να μου προσφέρει την ευκαιρία να το μελετήσω καλύτερα.
Αποφάσισα να εκμεταλλευτώ αυτή την ευκαιρία:
Αντίκρισα ένα ανθρωπόμορφο ον (έτσι μόνο μπορούσα να το βλέπω) που είχε ύψος ένα μέτρο και εξήντα έξι εκατοστά, σύμφωνα με το ipad. Ήταν λιπόσαρκο αλλά όχι υποσιτισμένο, νευρώδες και δυνατό. Φορούσε ρούχα, ένα παντελόνι και κάτι σαν αμάνικο πουκάμισο που ήταν φτιαγμένα από κάποιου είδους λεπτές ίνες φυτικής προέλευσης που ήταν σφιχτοπλεγμένες κατά τρόπο τόσο επιδέξιο ώστε να σχηματίζουν ένα εύκαμπτο, ανθεκτικό και δροσερό-όπως είχα καταλάβει-σύνολο. Τα σανδάλια που προστάτευαν τα πόδια του ήταν φτιαγμένα από επίσης ανθεκτικές ίνες και φύλλα. Στα γυμνά του χέρια που κατέληγαν σε μεγάλα και δυνατά δάχτυλα που ήταν εξοπλισμένα με κοφτερά νύχια, καθώς και στο πρόσωπό του που είχε λεπτά κόκαλα, απλώνονταν δερματοστιξίες που σχημάτιζαν περίπλοκα σύνολα από ανοιχτόχρωμη χένα. Βραχιόλια από όστρακα και οστά μικρών ζώων στόλιζαν τους καρπούς των χεριών του. Το δέρμα του ήταν πολύ σκούρο και δημιουργούσε την εντύπωση της σκληρότητας. Έμοιαζε με τους ροζιασμένους κορμούς των υπερ-αιωνόβιων δέντρων που προστατεύονται στα πάρκα της πόλης κάτω από τις φροντίδες κηπουρών και γεωπόνων που προσπαθούν να τα κρατήσουν ζωντανά με κάθε τρόπο.
Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και μακριά, το καστανό τους χρώμα ξεθωριασμένο από τον ήλιο και πλεγμένα σε πλεξούδες που έπεφταν στους ώμους του σαν χοντρά σκοινιά. Τα μάτια του ήταν το πιο εκπληκτικό χαρακτηριστικό του: Μεγάλα και οβάλ, μαύρα σαν τη νύχτα αλλά με ίριδες που στραφτάλιζαν χρυσαφένιες μόνο όταν έπεφτε κατευθείαν επάνω τους μια ακτίνα φωτός.
Ένα αμυδρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του και αποκάλυψε φευγαλέα μια σειρά δοντιών που ήταν δυνατά και κοφτερά.
«Τα συμπεράσματά σας»; Με διάκοψε ο επικεφαλής της ομάδας μας, ο Δόκτορας Πιστόριους.
«Μας μελετάει. Με το ίδιο ενδιαφέρον που τον μελετάμε και εμείς».
Τα φρύδια του δόκτορα ανασηκώθηκαν ανεπαίσθητα:
«ΤΟΝ» είπατε; Θεωρείται ότι αυτό το πλάσμα ανήκει στο ανθρώπινο είδος»;
«Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε συγκεντρώσει, ναι. Ο γενετικός του κώδικας είναι ανθρώπινος στον πυρήνα του. Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούμε αποτελούν επιγενετικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος του».
«Εξαρτάται», μου απάντησε εκείνος, «Από το πώς προσδιορίζεται η έννοια άνθρωπος. Αρκεί ένας γονότυπος για κάτι τέτοιο; Ένας υψηλός δείκτης νοημοσύνης»;
Αποφάσισα να επιμείνω αν και γνώριζα πολύ καλά ότι ο Πιστόριους αντιπαθούσε τις λεκτικές αντιπαραθέσεις:
«Από την εμφάνισή του μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έχει ζήσει σε ένα περιβάλλον που διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός λειτουργικού πολιτισμού. Κοιτάξτε τα ρούχα που φοράει, τα κοσμήματα που στολίζουν τα χέρια του, τα σχέδια που έχουν χαραχτεί πάνω στο δέρμα του»!
Ο προϊστάμενος μου δεν φάνηκε να πείθεται από αυτή την επιχειρηματολογία:
«Θα σας υπενθυμίσω ότι εκπρόσωποι του είδους των χιμπαντζήδων, λίγες δεκαετίες προτού εξαφανιστούν ολοκληρωτικά, είχαν αναπτύξει δεξιότητες παρόμοιες με τις οποίες ξεκίνησε κάποτε ο ανθρώπινος πολιτισμός: Την μετάδοση αφηρημένων εννοιών μέσω της νοηματικής γλώσσας, την χρήση και τον έλεγχο της φωτιάς, τη χρήση και τη δημιουργία πέτρινων και ξύλινων εργαλείων. Ωστόσο κανείς δεν υπήρξε τόσο τολμηρός ώστε να τους συμπεριλάβει στο οικογενειακό δέντρο της ανθρωπότητας»!
Αποφάσισα να μην δώσω συνέχεια στη συζήτηση. Του απάντησα με ένα συμφιλιωτικό χαμόγελο και εκείνος καταδέχτηκε επιτέλους να χαμηλώσει τα φρύδια του. Ύστερα, συγκεντρώθηκα και πάλι στα δεδομένα που απλώνονταν πάνω στην οθόνη του ipad.
«Ας προχωρήσουμε στο πρώτο μας πείραμα», δήλωσε με στεντόρεια φωνή ο δόκτορ Πιστόριους:
Κάναμε όλοι ένα βήμα προς τα πίσω από τον γυάλινο κύβο και μετά η αίθουσα παρατήρησης πλημμύρισε από το διάχυτο μουγκρητό μιας πελώριας μηχανής που ξυπνούσε. Μια διαπεραστική κλαγγή διέτρεξε την φιλτραρισμένη ατμόσφαιρα και μια οριζόντια ταινία κοκκινωπού φωτός χαράχτηκε στα ριζά ενός τοίχου.
Τα βαριά και θωρακισμένα παραπετάσματα που προστάτευαν τα παράθυρα της αίθουσας σύρθηκαν αργά προς τα πάνω. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι η κίνησή τους δεν θα ολοκληρωνόταν. Στο κάτω κάτω είχαν μεσολαβήσει πάνω από δέκα δεκαετίες από τότε που οι αρχές της πόλης την είχαν απομονώσει εντελώς από τον έξω κόσμο. Ευτυχώς όμως εκείνα τα κατάφεραν. Η αίθουσα πλημμύρισε σταδιακά από ένα πορτοκαλί φως. Η λαμπρότητα του ήταν τέτοια που το πολωμένο γυαλί των μεγάλων παράθυρων δεν κατάφερε να την εξουδετερώσει εντελώς. Αν και είχα δει πολλές οπτικοακουστικές εγγραφές του έξω κόσμου, δεν κατάφερα να μην ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, εντυπωσιασμένος από το τοπίο που απλώθηκε μπροστά μου.
Το εργαστήριο βρισκόταν σ’ ένα από τα ψηλότερα επίπεδα της πόλης, σ’ έναν από τους πύργους που σχημάτιζαν έναν αρραγή δακτύλιο, πάνω στον οποίο στηριζόταν ο πανίσχυρος και αδιαφανής θόλος που την προστάτευε από τις ακτινοβολίες ενός εχθρικού ήλιου, από τις θερμοκρασίες ενός χαοτικού κλίματος και από τη ρύπανση ενός δηλητηριασμένου πλανήτη. Η θέα που απλώθηκε μπροστά μου ήταν επομένως πολύ γενναιόδωρη: Κάτω από έναν ουρανό που είχε ένα μουντό πορτοκαλί χρώμα, απλωνόταν μια έρημη πεδιάδα. Άνυδρη και σκασμένη, στολισμένη με διάσπαρτους βράχους που πολύχρονοι άνεμοι είχαν μετατρέψει σε στρογγυλεμένους όγκους από ξασπρισμένη πέτρα. Ανάμεσα τους υπήρχαν υπολείμματα από κορμούς πελώριων δέντρων που κάποτε θα πρέπει ν’ άγγιζαν έναν γαλάζιο ουρανό. Τώρα το μόνο που είχε απομείνει ήταν οι βάσεις των κορμών τους και ξεριζωμένες ρίζες που έμοιαζαν με απολιθωμένα πλοκάμια. Κάπου μακριά, κοντά στον θολό ορίζοντα φιδογύριζε η φαρδιά κοίτη ενός ξεραμένου ποταμού.
Κι όμως, στο εχθρικό εκείνο τοπίο που το έλουζε το κίτρινο φως ενός ήλιου που έμοιαζε με ασαφή κηλίδα, υπήρχαν ακόμα ίχνη ζωής: Στρογγυλεμένοι σωροί από ξεραμένους θάμνους που τους παρέσυρε ο άνεμος με αποτέλεσμα να μοιάζουν με κοπάδια ζώων που μετανάστευαν προς το βορρά, κινούνταν μαζί σε σμήνη. Και στις σκιές των μεγάλων βράχων μπορούσα να διακρίνω καχεκτικούς κάκτους.
Αυτός ήταν ο κόσμος του δείγματός μου. Άραγε, είχε άδικο να πιστεύει ο Πιστόριους πως οτιδήποτε επιβίωνε σ’ ένα τόσο αντίξοο περιβάλλον δεν θα μπορούσε να ανήκει στην ανθρώπινη φυλή;
Όταν ολοκληρώθηκε η άνοδος των παραπετασμάτων, μείναμε όλοι σιωπηλοί. Εν μέρει γιατί το άγριο τοπίο μας είχε υποβάλλει με την εχθρική του μεγαλοπρέπεια, εν μέρει γιατί περιμέναμε να δούμε ποιες θα ήταν οι αντιδράσεις του φυλακισμένου πλάσματος.
Εκείνο κατάφερε να μας απογοητεύσει. Δεν αντέδρασε σπασμωδικά, ούτε καν έκανε κάποια προσπάθεια να πλησιάσει μέσα απ’ το κελί του τα παράθυρα. Απλά, τους έριξε μια αργόσυρτη ματιά και οι ίριδές του έλαμψαν χρυσαφένιες στο κοκκινωπό φως. Στη συνέχεια έκατσε σταυροπόδι στο κέντρο της μονάδας και ξανάρχισε να μας παρατηρεί.
«Τα συμπεράσματά σας»; Ρώτησα τον Πιστόριους όταν τα βαριά παραπετάσματα κατέβηκαν και πάλι.
«Είναι νωρίς ακόμα», μου απάντησε εκείνος με σφιγμένα χείλη.
2
Εκείνο το βράδυ δυσκολεύτηκα πολύ να κοιμηθώ. Ακόμα και τα ηρεμιστικά χάπια που κατέβασα δεν φαινόταν να ασκούν κάποια επίδραση πάνω μου. Οι σκέψεις μου στριφογύριζαν συνέχεια και ακολουθούσαν παράξενα μονοπάτια. Τελικά άναψα τα φώτα του εργένικου διαμερίσματός μου, έδωσα εντολή στην τεχνητή νοημοσύνη του να κρατήσει όλα τα εισερχόμενα μηνύματα στη μνήμη της και να μην μ’ ενοχλήσει κανείς και βγήκα στο μπαλκόνι. Ως εργένης μεν αλλά με πολλές ακαδημαϊκές περγαμηνές δε, και ως μέλος μιας ερευνητικής ομάδας υψηλής προτεραιότητας, απολάμβανα ορισμένα προνόμια. Ένα απ’ αυτά ήταν η διαμονή μου σ’ ένα διαμέρισμα δυο δωματίων με μπαλκόνι που έβλεπε στο εσωτερικό του θόλου, στο κεντρικό πάρκο και στα πολυεπίπεδα κτίρια που απλώνονταν σαν ένα λαμπερό δαχτυλίδι στην απέναντι πλευρά του.
Πολλές φορές σκεπτόμουν πως η πόλη λειτουργούσε ως τιτάνιο φυτό που οι ρίζες και ο κορμός του έφταναν βαθιά μέσα στη γη, σε βάθος χιλιομέτρων, απ’ όπου αντλούσε τα τεραβάτ της ενέργειας και τις πρώτες ύλες που την κρατούσαν ζωντανή. Εκεί κάτω δουλεύαν γεωθερμικές μονάδες, αχανή εργοστάσια όπου στρατιές από ρομπότ παρήγαγαν μαζικά προϊόντα μέσα σ΄ ένα πηχτό σκοτάδι, υδροπονικές φάρμες και πολυώροφα θερμοκήπια που λούζονταν στο φως προβολέων ευρέος φάσματος και μας προμήθευαν με τροφή. Εμείς, οι άνθρωποι, καταλαμβάναμε ένα ασήμαντο και εντελώς επιφανειακό ποσοστό της συνολικής χωρητικότητας της πόλης που σαν πελώρια μέδουσα βύθιζε τον κύριο όγκο της μέσα στο έδαφος.
Καθώς ατένιζα τον λαμπερό λαβύρινθο των κτιρίων με τις ανισόπεδες διαβάσεις και τους κρεμαστούς κήπους με τα διακοσμητικά φυτά, σκέφτηκα ότι η πόλη δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους προγόνους της, με τα παλαιότερα αστικά κέντρα που είχαν κάποτε εξαπλωθεί στο πρόσωπό του κόσμου. Δεν ήταν τόσο μια πόλη όσο μια κιβωτός, ένα από τα εκατό τιτάνια κατασκευάσματα που είχε οικοδομήσει η ανθρωπότητα για να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο που η ίδια είχε κάνει ακατοίκητο. Ενεργειακά αυτόνομη, ένα κλειστό κύκλωμα που ανακύκλωνε κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, ένα σύστημα που το κρατούσαν σε λειτουργία εκατοντάδες χιλιάδες ρομπότ και τεχνητές νοημοσύνες, έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα προσεδαφισμένο διαστημόπλοιο γιγαντιαίων διαστάσεων.
Η ύπαρξή της είχε ξεκινήσει πριν από δυόμιση αιώνες όταν τα οικοσυστήματα της γης άρχισαν να καταρρέουν κάτω από τις πιέσεις ενός κλίματος που είχε καταστραφεί από τα αέρια του θερμοκηπίου. Όταν οι πρώτοι λιμοί και οι ξηρασίες σάρωσαν τον κόσμο και τα μεταναστευτικά ρεύματα των εκατομμυρίων απελπισμένων κατέκλυσαν τις ακροπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου, έγινε αντιληπτό ότι ο πολιτισμός του ανθρώπου κινδύνευε με ολοκληρωτική καταστροφή. Και δεν χρειάστηκε και πολύς καιρός για να καταλάβουν όσοι μπορούσαν ακόμα να σκεφτούν λογικά, ότι η απειλή αυτή δεν αφορούσε μόνο τον πολιτισμό μας αλλά και την ίδια την ύπαρξή μας. Ειδικά όταν κατά τη διάρκεια των πολέμων του νερού, η χρήση πυρηνικών όπλων έπαψε να είναι κάτι το απαγορευμένο.
Η κατασκευή των αυτόνομων πόλεων ήταν μια πρόταση που είχε υιοθετηθεί με ενθουσιασμό από τους ηγέτες του λεγόμενου ανεπτυγμένου κόσμου και σύντομα συμφώνησαν και οι ψηφοφόροι τους. Αλλά αυτό που κανείς δεν είχε σκεφτεί ήταν ότι δεν χωρούσαν όλοι σ’ αυτές τις κιβωτούς της υψηλής τεχνολογίας. Μόνο οι πιο έξυπνοι, οι πιο υγιείς και φυσικά οι πιο πλούσιοι.
Σε ιστορικά ντοκιμαντέρ που είχα παρακολουθήσει κάποιες νύχτες σαν κι αυτή, όταν δυσκολευόμουν να κοιμηθώ, είχα δει τα βιντεοσκοπημένα αποσπάσματα τεράστιων διαδηλώσεων, είχα διαβάσει τα συνθήματα στα πανό που κρατούσαν στα χέρια τους οι λιγότεροι τυχεροί, προτού τους επιτεθούν οι αστυνομικές δυνάμεις και πολύ σύντομα ο στρατός. Είχα μελετήσει τα οργισμένα πρόσωπά τους που ήταν κατακόκκινα και ιδρωμένα κάτω από ουρανούς που ήταν ακόμα γαλάζιοι, στο φως ενός ήλιου που ήταν ακόμα ανεκτό.
Αλλά τα πράγματα συνέχιζαν να αλλάζουν. Τεράστιες ποσότητες μεθανίου απελευθερώθηκαν από το υπέδαφος του αρκτικού κύκλου που είχε πλέον ξεπαγώσει, οι παγετώνες του Νότιου πόλου κατέρρεαν, η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε ασταμάτητα.
Οι πόλεις-κιβωτοί σφραγίστηκαν. Και αυτοί που έμειναν απ’ έξω, εγκαταλείφθηκαν. Ξεχάστηκαν. Και σύντομα εξαφανίστηκαν.
Όμως, όχι όλοι.
3
Την επόμενη μέρα ο πρώτος άνθρωπος που με υποδέχτηκε στο εργαστήριο ήταν ο Πιστόριους. Αυστηρός, όπως πάντα, και ακατάδεχτος. Και πολύ αντιπαθητικός. Ωστόσο, επειδή ήταν ιεραρχικά ανώτερος μου, προσπάθησα για μια ακόμα φορά να είμαι ευγενικός μαζί του και υπάκουος. Ένας αφοσιωμένος και χρήσιμος υφιστάμενος.
«Τι συμπεραίνεις από αυτό»; Με ρώτησε χωρίς καμία εισαγωγή μόλις μπήκα στο γραφείο του.
Ο απέναντι τοίχος που μετατράπηκε ακαριαία σε μεγάλη τηλεοπτική οθόνη, μας αποκάλυψε το εσωτερικό της αίθουσας παρατήρησης. Στο κέντρο της υπήρχε η κυβική μονάδα απομόνωσης όπου φιλοξενούνταν-τρόπο τινά-το δείγμα που είχαμε συλλέξει από τον έξω κόσμο.
Στο μυαλό μου ξεδιπλώθηκε σαν ψηφιακή εγγραφή η σκηνή της σύλληψή του:
Ένα πελώριο τετρακόπτερο που πετούσε σαν πελώριο έντομο πάνω από την έρημο, χάνοντας σταδιακά ύψος, οδηγημένο από θερμικούς ανιχνευτές. Κάτω χαμηλά, σ’ ένα τοπίο από κίτρινες αμμοθίνες και σωρούς από κροκάλες που σχημάτιζαν χαοτικά σχέδια έτρεχε ένας άνθρωπος. Ήταν ταχύτατος και έκανε εντυπωσιακά άλματα πάνω από ρεματιές και αποξηραμένες κοίτες ανεμοδαρμένων νεροσυρμών. Πότε-πότε κοίταζε πάνω από τον ώμο του ψηλά, το πελώριο αντικείμενο που τον κυνηγούσε. Σ΄εκείνες τις φευγαλέες στιγμές, η εικόνα του προσώπου του που κατέγραφαν οι κάμερες δεν πρόδιδε ούτε και απελπισία. Στη θέση εκείνων των συναισθημάτων διέκρινα κάτι σαν αλύγιστη αποφασιστικότητα. Και πίσω από αυτή κάτι άλλο. Μια συγκαλυμμένη προσμονή.
Το τετρακόπτερο πλησίασε ακόμα περισσότερο και η κοιλιά του άνοιξε στα δυο. Οι εσωτερικές του κάμερες, εκείνες που κάλυπταν το εσωτερικό του αποθηκευτικού του χώρου, κατέγραψαν την εικόνα δυο ευέλικτων προεκτάσεων που έμοιαζαν με αρθρωτά πλοκάμια. Ξεδιπλώθηκαν έξω απ’ τις υποδοχές τους και τεντώθηκαν προς τα κάτω. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα άκρα τους εμφανίστηκαν και πάλι, τυλιγμένα αυτή τη φορά γύρω από το σώμα της λείας τους που δεν παρουσίασε καμία αντίσταση. Ακίνητο και ήρεμο, σαν ναρκωμένο, υπέμεινε τη μεταφορά του στο γυάλινο κουτί της μονάδας περιορισμού.
Επέστρεψα στο παρόν και κοίταξα τον τοίχο-οθόνη που καταλάμβανε το γραφείο του Πιστόριους.
Στο κέντρο της, το πλάσμα που είχαμε συλλάβει κοιμόταν, υπέθεσα, ξαπλωμένο ανάσκελα μέσα στη διάφανη μονάδα απομόνωσης . Φάνηκε να ξυπνάει. Τεντώθηκε, ανακάθισε, κοίταξε γύρω του με ήρεμες κινήσεις και μετά σηκώθηκε όρθιο. Δίπλα του, το σύστημα παροχής τροφής του είχε προσφέρει μια θρεπτική μερίδα. Ένα κυβικό αντικείμενο απροσδιόριστου χρώματος, εργαστηριακά κατασκευασμένο, που περιείχε όλες τις ποσότητες βιταμινών, ιχνοστοιχείων, πρωτεΐνης, υδατανθράκων λίπους και αμινοξέων που χρειάζεται ένας οργανισμός του δικού του μεγέθους για να παραμείνει ζωντανός και υγιής για εικοσιτέσσερις ώρες.
Το πλάσμα (γιατί μέχρι να αποφανθεί ο Πιστόριους περί του αντιθέτου εξακολουθούσε να είναι ένα πλάσμα που δεν συγκαταλεγόταν στην οικογένεια των ανθρώπων) έπιασε με τα χέρια του τον θρεπτικό κύβο, αρχικά τον μύρισε, μετά τον άγγιξε με τα χείλη του και στη συνέχεια τον κοίταξε με προσοχή, από κάθε πλευρά. Ύστερα τον άφησε σε μια γωνιά της μονάδας με μια αδιάφορη κίνηση. Η αντίδρασή του ως προς την ποσότητα του νερού που του προσφέρθηκε σε έναν δεύτερο κύβο ήταν διαφορετική: Το μύρισε και αυτό, το έγλειψε δοκιμαστικά και μετά ήπιε το περιεχόμενο του μονορούφι.
«Οι αντιδράσεις του υποδεικνύουν έναν υψηλό δείκτη νοημοσύνης» πρότεινα, «οι κινήσεις του δεν προδίδουν καμία νευρικότητα ή ταραχή. Το αντίθετο θα έλεγα: Επιδεικνύει έναν αυτοέλεγχο που θα ζήλευαν και πολλοί από τους κατοίκους της δικής μας πόλης!»
Το βλέμμα που μου έριξε ο Πιστόριους, αν και πλάγιο, δεν ήταν ιδιαίτερα επιδοκιμαστικό:
«Ο αυτοέλεγχος που νομίζεις ότι βλέπεις, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα πολύ απλοϊκών σκέψεων» μου απάντησε.
«Ναι αλλά η ανάλυση της εγκεφαλικής του λειτουργίας δείχνει μια ανεπτυγμένη εγκεφαλική δραστηριότητα».
Ο τόνος του δόκτορα άλλαξε, έγινε πιο συγκαταβατικός.
«Κατανοώ τη λογική σου,» μου είπε «Στο κάτω κάτω, εδώ βλέπουμε έναν απόγονο των ανθρώπων που ξέμειναν στον έξω κόσμο όταν σφραγίστηκαν οι πόλεις. Ωστόσο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που ήταν άγονος, δηλητηριασμένος και σε κατάσταση ολοκληρωτικής καταστροφής. Γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι πέθαναν μέσα σε μια μόλις γενιά. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι οι απόγονοί τους, μέσα σ’ ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον κατάφεραν να διατηρήσουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα νοήμον ον ως άνθρωπο; Καταρχήν τα γονίδια τους πρέπει να έχουν αλλοιωθεί από την έκθεσή τους σε όλους εκείνους τους τοξικούς παράγοντες που δηλητηρίασαν τον κόσμο. Μόνο και μόνο η έκθεσή τους σε ακραίες θερμοκρασίες ζέστης για παράδειγμα, θα ήταν αρκετή να επηρεάσει την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών τους. Και εσύ τώρα μου λες ότι ύστερα από τόσες γενιές πολιτιστικής οπισθοδρόμησης και επιβίωσης σε έναν κόσμο που είναι ουσιαστικά νεκρός, αυτά τα όντα έχουν διατηρήσει ανθρώπινα χαρακτηριστικά;
«Μα τα ρούχα που φοράει, τα κοσμήματα, τα σχέδια που καλύπτουν το σώμα του δεν συνιστούν τις αποδείξεις κάποιας μορφής πολιτισμού»; Αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα.
«Ίσως και όχι. Ίσως είναι αυτοματικές συμπεριφορές, υπολείμματα φυλετικής μνήμης. Με την ίδια λογική που οι αποικίες των μυρμηγκιών, αν υπάρχουν ακόμα, κατασκευάζουν περίπλοκα οικοδομήματα, καλλιεργούν την τροφή τους σε υπόγειους θαλάμους και μοιάζουν να συμπεριφέρονται με λογική, έτσι και αυτός αντιδρά κατά πάσα πιθανότητα ασυναίσθητα, υπακούοντας σε ένστικτα που έχουν ενεργοποιηθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωση του είδους του. Ναι, η εγκεφαλική του λειτουργία μοιάζει περίπλοκη και ανεπτυγμένη αλλά κανείς δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει ότι τα ηλεκτρικά ρεύματα που τη συνθέτουν διαμορφώνουν σκέψεις. Πιο πιθανό είναι να υπακούν στις παρορμήσεις ενός αρπακτικού και να ακολουθούν απλουστευτικά και προδιαγραμμένα μοτίβα: Επίθεση-φυγή, κυνήγι-απόδραση, ζευγάρωμα κτλ…»
Το κοίταξα αμίλητος. Μια καινούργια διαπίστωση σχηματίστηκε μέσα στο δικό μου μυαλό:
Ο Πιστόριους ήταν προκατειλημμένος. Ως γνήσιος κάτοικος της πόλης, που είχε γεννηθεί με αυξημένο δείκτη νοημοσύνης, προϊόν της επιλεκτικής διασταύρωσης γονιδίων με σκοπό την εκδήλωση του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος, θεωρούσε ότι εμείς είμασταν το απαύγασμα της εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Οτιδήποτε άλλο ήταν εκ φύσεως κατώτερο από μας. Στα μάτια του η ανθρωπότητα είχε αναβαθμιστεί. Τίποτε άλλο δεν μπορούσε πια να συγκριθεί μαζί της ή να συμπεριληφθεί στην λαμπρή της οικογένεια.
Προσπάθησα να καταπνίξω τον ακαριαίο μορφασμό της περιφρόνησης που θα πρέπει να χαράχτηκε στο πρόσωπό μου. Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν ταίριαζε σε έναν πραγματικό επιστήμονα. Ο Πιστόριους ήταν αλαζονικός. Και επομένως εθελοτυφλούσε.
Και ευτυχώς, τυλιγμένος μέσα στον πομπώδη αυτοθαυμασμό του, δεν είχε πάρει χαμπάρι τι είδους σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου.
«Θα ήθελα να εκτελέσουμε ένα πείραμα με το υποκείμενο», του πρότεινα με παγερό και αυστηρά επιστημονικό ύφος.
«Τι είδους πείραμα έχεις υπόψη σου»; Με ρώτησε εκείνος σηκώνοντας το δεξί φρύδι του.
4
Ήμουν μόνος στη αίθουσα. Τα λευκά φώτα της έπεφταν σαν προβολείς πάνω στη μονάδα απομόνωσης και στο περιεχόμενο της. Το οποίο, όπως καταλάβαινα όλο και περισσότερο, ήμουν ο μόνος που υποψιαζόταν ότι μπορεί να ήταν άνθρωπος. Οι αισθητήρες δούλευαν πάλι και τροφοδοτούσαν το ipad μου με δεδομένα.
Πλησίασα τον γυάλινο τοίχο της και στάθηκα κοντά του. Το πλάσμα, ο φυλακισμένος όπως ήθελα να τον αποκαλώ νοερά, στράφηκε προς το μέρος μου και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του αλλά ήμουν αποφασισμένος να δημιουργήσω μια δίοδο επικοινωνίας μεταξύ μας. Να αποδείξω επιτέλους ότι είχαμε απαγάγει ένα έλλογο πλάσμα, έναν άνθρωπο.
Τέντωσα το δεξί μου χέρι και άνοιξα την παλάμη του. Στη συνέχεια, την ακούμπησα πάνω στο γυάλινο τοίχωμα της μονάδας. Ο ένοικος της έκανε και αυτός ένα βήμα προς το μέρος μου και μιμήθηκε την κίνησή μου με κάθε λεπτομέρεια.
Ένιωσα πολύ άβολα ξαφνικά καθώς γνώριζα ότι οι κάμερες της αίθουσας κατέγραφαν τα πάντα, από κάθε δυνατή οπτική γωνία και πως εκείνη τη στιγμή δεκάδες συνάδελφοί μου, ανάμεσα τους και ο προϊστάμενος μας ο δόκτωρ Πιστόριους, παρακολουθούσαν τα διαδραματιζόμενα από τις οθόνες υψηλής ανάλυσης του εργαστηρίου.
Η νευρικότητα μου δεν διάρκεσε πολύ καθώς αντικαταστάθηκε από ένα πολύ πιο έντονο συναίσθημα: Εκείνο της απόλυτης κατάπληξης. Διαπίστωσα ξαφνικά ότι δεν μπορούσα να κουνήσω το χέρι που ακουμπούσε στο γυαλί. Είχε μουδιάσει λες και το διαπερνούσε ένα ήπιο ρεύμα ηλεκτρισμού. Η παράξενη εκείνη αίσθηση εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το σώμα μου το οποίο μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε μια φυλακή, κάτι ξένο που με περιέβαλε σαν κουκούλι.
Το βλέμμα του φυλακισμένου καρφώθηκε στο δικό μου, οι χρυσαφένιες ίριδες των πελώριων ματιών του διεστάλησαν και τότε, μια ξένη σκέψη σχηματίστηκε μέσα στο κεφάλι μου:
«Χαίρομαι που μπορούμε να μιλήσουμε».
Έκανα μια σπασμωδική προσπάθεια να κινηθώ. Μάταια. Ένας πρωτόγονος τρόμος αναδύθηκε μέσα μου.
«Ηρέμησε. Δεν θέλω να σου κάνω κακό».
Προσπάθησα να χαλαρώσω. Προσπάθησα να αντιδράσω λιγότερο σαν παγιδευμένο ζώο και περισσότερο σαν επιστήμονας. Σχημάτισα νοερά κάποιες άηχες λέξεις:
«Τι συμβαίνει;»
«Επικοινωνώ μαζί σου τηλεπαθητικά. Ή εν πάση περιπτώσει με έναν τρόπο που οι κοινοί μας πρόγονοι αποκαλούσαν τηλεπάθεια».
«Μα πώς…πώς;»
Ένα αδιόρατο χαμόγελο διαγράφηκε πάνω στα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του φυλακισμένου:
«Είναι μια από τις δυνάμεις που αναπτύξαμε προκειμένου να επιβιώσουμε. Κάτι που υπάρχει σε κατάσταση καταστολής στο ανθρώπινο γονιδίωμα και ενεργοποιήθηκε μαζικά όταν η επιβίωση των προγόνων μας απειλήθηκε».
Εκτυφλωτικές εικόνες σχηματίστηκαν μέσα στο μυαλό μου. Ερειπωμένες πόλεις, σειρές από πολυώροφα κτίρια που ήταν άδεια και σκεπασμένα από ένα στρώμα κίτρινης σκόνης που αγκάλιαζε έναν πνιγηρό ορίζοντα. Η δυσοίωνη ακινησία που απλωνόταν παντού γινόταν ακόμα πιο τρομερή από ένα πορτοκαλί μισόφωτο που ήταν πολύ αδύναμο για να ζωγραφίσει σκιές και που μετέτρεπε την όλη εικόνα σ’ έναν μονοχρωματικό εφιάλτη. Και στους δρόμους πτώματα. Αναρίθμητα ανθρώπινα σώματα, καλυμμένα και αυτά με το ίδιο στρώμα της κίτρινης σκόνης που αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά τους, που μετέτρεπε τα ανοιχτά τους στόματα σε φαγωμένες τρύπες και τα χέρια τους σε κοφτερά γαμψόνυχα.
Το συναίσθημα της φρίκης που απλώθηκε μέσα μου λειτούργησε σαν καταλύτης που έσβησε την απαίσια εκείνη εικόνα.
Την διαδέχτηκε μια άλλη: Πλήθη ανθρώπων να σχηματίζουν μια ατελείωτη πομπή που διέσχιζε κάποιον έρημο δρόμο. Στα δεξιά και στα αριστερά τους ξεδιπλωνόταν ένα νεκρό δάσος, ξεροί κορμοί αραιών δέντρων, σωροί από χαμόκλαδα και ανάμεσα τους πτώματα σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης.
Και ύστερα μια θάλασσα και μια ακτή όπου είχε ξεβραστεί ένας στρατός από σκουριασμένα πλοία, σαν νεκρά θηρία που τα κατάτρωγε το αλμυρό νερό.
«Δικές σου αναμνήσεις;» Αναρωτήθηκα άθελα μου.
«Όχι. Του προπάππου μου. Μου τις μετέδωσε λίγο πριν πεθάνει».
«Μα πώς επιβιώσατε;»
Ένα σύντομο χρονικό διάστημα νοητικής αδράνειας διαδέχτηκε το νοερό ερώτημα μου και ύστερα έλαβα την εξής απάντηση:
«Προσαρμοστήκαμε. Όχι μόνο εμείς αλλά και άλλες μορφές ζωής. Εγκαταλείψαμε μεν τις νεκρές ζώνες του Ισημερινού και τις πλημμυρισμένες πόλεις, αλλά στο μεταξύ τα παιδιά μας συνήθισαν να ζουν με λιγοστή τροφή, με ελάχιστο νερό, μέσα στη ζέστη και στον άνεμο, βομβαρδισμένα από τη ραδιενέργεια. Είναι πολύ εντυπωσιακό το πώς αλλάξαμε μέσα σε λίγες μόνο γενιές. Ανακαλύψαμε ότι η ζωή κρύβει πολλά βέλη στη φαρέτρα της. Κάποια στιγμή, όταν το κλίμα και τα οικοσυστήματα που επιβίωσαν σταθεροποιήθηκαν, μπορέσαμε και εμείς να ανασυνταχτούμε. Ξαναχτίσαμε έναν πολιτισμό. Αυτή τη φορά βέβαια, ήμαστε αποφασισμένοι να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Τώρα πια, τίποτα δεν πετιέται, τίποτα δεν πάει χαμένο, τίποτα δεν σπαταλιέται. Η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από τη λατρεία της ζωής και την ανάπτυξη των πνευματικών μας δυνάμεων».
«Και τότε τι θέλετε από μας; Γιατί το έχω καταλάβει πια, αφέθηκες επίτηδες να συλληφθείς. Βρίσκεσαι εδώ ως απεσταλμένος και όχι ως αιχμάλωτος, έτσι δεν είναι;»
Το απαλό χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά στο γωνιώδες πρόσωπο του συνομιλητή μου. Δεν μπορούσα πλέον να τον βλέπω ως φυλακισμένο ή ως κάποιο πρωτόγονο υποκείμενο μελέτης. Μου είχε ήδη αποδείξει ότι ήταν κάτι πολύ μα πάρα πολύ πιο ισχυρό και εξελιγμένο από αυτό.
«Πραγματικά. Είμαι κάτι σαν ερευνητής αλλά και πρεσβευτής», μου απάντησε.
«Γιατί όμως; Τι θα μπορούσατε εσείς, μια τόσο δυνατή φυλή να θέλετε από εμάς»;
Η παύση που ακολούθησε είχε μια καταδεκτική ποιότητα:
«Θεωρείς ότι εσείς, οι κάτοικοι των πόλεων, είστε εκφυλισμένοι;» Με ρώτησε ξαφνικά.
Το ερώτημά του με αιφνιδίασε. Ωστόσο δεν ήταν άστοχο. Αυτή η σκέψη όλτως περνούσε πότε πότε στο μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα τους συμπολίτες μου να ξοδεύουν τις ζωές τους σε αναρίθμητα εικονικά παιχνίδια, ανταλλαγές συντρόφων και εφήμερες συνευρέσεις.
«Έχεις δίκιο, εν μέρει».
Το σχόλιό του με ενόχλησε, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να πτοείται από το αποδοκιμαστικό συναίσθημα που αναπτύχθηκε μέσα μου:
«Μέσα στα αποστειρωμένα και απόλυτα ασφαλή περιβάλλοντα των πόλεων σας, καταργήσατε την εξέλιξη. Είσαστε απόλυτα υγιείς, ζείτε για πάρα πολλά χρόνια, απολαμβάνετε αναρίθμητες διασκεδάσεις, αλλά μια πνοή από τον έξω κόσμο αρκεί για να σας σκοτώσει. Τα σώματά σας είναι μαλακά και καλοθρεμμένα αλλά επειδή απομονωθήκατε μέσα στις πόλεις σας, ένα και μόνο μικρόβιο μπορεί να σας εξοντώσει. Δεν αντέχετε στην πείνα, στη δίψα, στη ζέστη, και στο κρύο. Μια πληγή, έστω και μικρή, χωρίς ιατρική φροντίδα, είναι θανατηφόρα για σας. Επίσης, οι ψυχικές σας αντοχές έχουν ατροφήσει. Οι αντιξοότητες είναι κάτι το άγνωστο για σας, ακόμα και ο θάνατος έχει εξοριστεί από τις ζωές σας γιατί πεθαίνετε σε αποστειρωμένους θαλάμους με τη λιγότερη δυνατή ταλαιπωρία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δημιουργείτε ψηφιακά αντίγραφα των νεκρών σας για να διατηρήσετε μια ψευδαίσθηση ζωής και να απαλύνετε την θλίψη σας».
«Οπότε ποια είναι η άποψη σου για όλα αυτά;»
Οι σκέψεις μου θα πρέπει να ήταν αρκετά πικρόχολες γιατί η απάντηση που έλαβα ήταν η ακόλουθη:
«Δεν είστε εκφυλισμένοι. Απλά προσαρμοστήκατε και εσείς, σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Αναπτύξατε άλλες αρετές».
«Για παράδειγμα»;
«Για παράδειγμα, για πόσο θα άντεχε ένας άνθρωπος της δικής μου φυλής τη ζωή στις πόλεις σας κάτω από τον ασταμάτητο βομβαρδισμό των πολύχρωμων ερεθισμάτων, στους κλειστούς χώρους και στη πιεστική συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους όλη την ώρα, σε απόσταση αναπνοής; Για πόσο θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς το βάλσαμο των ανοιχτών οριζόντων και της γαλήνης των άδειων τοπίων»;
«Μας έχετε μελετήσει πολύ εξονυχιστικά βλέπω», σχολίασα με τη σειρά μου.
«Εδώ και αρκετό καιρό».
«Γιατί όμως;»
«Γιατί σας χρειαζόμαστε, στον ίδιο βαθμό που εσείς χρειάζεστε εμάς».
«Και τι σας εμποδίζει να πάρετε αυτό που θέλετε με μια απλή νοητική επίθεση; Αφού ξέρετε πολύ καλά πόσο ανυπεράσπιστοι είμαστε μπροστά σε κάτι τέτοιο».
«Η επιθετική συμπεριφορά εκ μέρους μας θα ήταν εντελώς καταστροφική και για σας και για μας. Δεν θέλουμε να καταστρέψουμε αυτό που χρειαζόμαστε».
«Μα τι στην ευχή είναι αυτό που θέλετε επιτέλους»;
«Τις γνώσεις που έχετε διαφυλάξει. Την τεχνολογία. Αλλά κυρίως τις νοοτροπίες που καλλιεργήσατε. Τα μυστικά της επιβίωσης σε κλειστά συστήματα».
«Μα γιατί;»
«Γιατί κάποια στιγμή εσείς θα χρειαστείτε τις δυνάμεις και τα όνειρά μας και εμείς θα χρειαστούμε τη δική σας προσαρμοστικότητα».
Δίστασα για μια στιγμή καθώς προσπαθούσα να κατανοήσω τις προεκτάσεις των ιδεών που εισβάλαν στο μυαλό μου. Βεβαιώθηκα για ένα πράγμα: Στη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση, γιατί περί διαπραγμάτευσης επρόκειτο, το αδύναμο μέρος ήμασταν εμείς, οι κάτοικοι της πόλης. Αναπαυμένοι στο τεχνολογικό μας κουκούλι και στον τρυφηλό μας μικρόκοσμο, άσχετα με το τι έλεγε ο αντιπρόσωπος του έξω κόσμου, είχαμε μείνει πίσω. Είχαμε βολευτεί. Είχαμε καταργήσει την εξέλιξη και κάθε αλλαγή. Και τώρα η ζωή, η πραγματική ζωή που είχε παλέψει εκεί έξω και είχε νικήσει, μας χτυπούσε την πόρτα.
Αναστέναξα βαθιά:
«Είμαστε σύμφωνοι», του είπα. «Πες μου τι μπορώ να κάνω».
Tags: dystopia , post-apocalyptic , Science Fiction , weird stories , αρχαίοι πολιτισμοί , διήγημα , Διηγήματα , διηγήματα φαντασίας , διηγήματα φανταστικού , Δυστοπική Λογοτεχνία , Δυστοπικό , δυστοπικό διήγημα , Επιστημονική Φαντασία , Έρικ Σμυρναίος , Καταστροφή Περιβάλλοντος , Λογοτεχνία του φανταστικού , λογοτεχνία φαντασίας , Μέλλον , περιβάλλον , πόλεμος , ρομπότ






Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.