
ΚΟΥΚΛΟΣΠΙΤΑ
Η μικρή Πόλυ πήρε αγκαλιά την πορσελάνινη κούκλα της, κάθισε στο κρεβάτι και άρχισε να τη χτενίζει με μια χρυσή βούρτσα. Οι ξανθές της μπούκλες έμεναν ανέπαφες, παρόλο που τα δόντια της χτένας περνούσαν ανάμεσά τους.
Έκανε να την αφήσει πάνω στο μαξιλάρι, όταν διαπίστωσε πως, αντί να βρίσκεται στο κρεβάτι όπως θα έπρεπε, τώρα ήταν στην πολυθρόνα. Αναστέναξε νευριασμένη.
Αυτό συνέβαινε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Αντικείμενα μετακινούνταν συνεχώς μέσα στο σπίτι της. Και οι γονείς της; Πού ήταν οι γονείς της; Ήξερε πως υπήρχαν. Πρέπει να υπήρχαν, αφού το ψυγείο ήταν πάντα γεμάτο, αλλά δεν τους έβλεπε ποτέ.
Κοίταξε γύρω της. Οι τοίχοι είχαν την ίδια ροζ απόχρωση σε όλο το σπίτι. Οι κουρτίνες ήταν απαλό μοβ, και τα χαλιά, που παρέμεναν στρωμένα χειμώνα καλοκαίρι, φουξέ.
Σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να ακουμπήσει την κούκλα στην πολυθρόνα, όμως το μαξιλάρι δεν ήταν εκεί. Βρισκόταν πάλι στο κρεβάτι της.
Η Πόλυ άρχισε να τσιρίζει.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ξύπνησε τρομαγμένη. Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια, μέχρι να συνειδητοποιήσει πού ήταν. Καθόταν μέσα στην μπανιέρα˙ μια άδεια μπανιέρα, με κίτρινα πλαστικά παπάκια σκορπισμένα γύρω της. Μα πώς; Πριν λίγη ώρα είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί στο κρεβάτι.
Αυτό είχε ξανασυμβεί. Άλλοτε ετοιμαζόταν να φάει και, πριν προλάβει να βάλει μπουκιά στο στόμα της, βρισκόταν αλλού, σαν να διακτινιζόταν. Άλλες φορές οι πόρτες έκλειναν και δεν άνοιγαν, οι κουρτίνες πότε ήταν τραβηγμένες και πότε όχι και τα φαγητά… τα φαγητά, ενώ δεν τελείωναν ποτέ, ήταν πάντα ίδια.
***
Η Γκάμπι χαμογέλασε ικανοποιημένη καθώς άφησε την Πόλυ μέσα στην μπανιέρα. Της άρεσε να αλλάζει το σκηνικό.
«Τώρα η Πόλυ θα κάνει μπάνιο με τα παπάκια της», ψιθύρισε και έκλεισε το πλαστικό πορτάκι του κουκλόσπιτου.
Σηκώθηκε από το χαλί και τίναξε το φόρεμά της. Όμως, καθώς έκανε να προχωρήσει προς την πόρτα του δωματίου της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Το πάτωμα έγειρε. Ξαφνικά, βρέθηκε να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας, μπροστά σε ένα πιάτο με κεράσια που δεν θυμόταν να έχει σερβίρει.
Μα… πριν ένα δευτερόλεπτο ήμουν αλλού, σκέφτηκε.
Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά τα πόδια της είχαν κολλήσει στην καρέκλα. Το ποτήρι πάνω στο τραπέζι, μετακινήθηκε μόνο του. Το παράθυρο άνοιξε και ξανάκλεισε. Κοίταξε ψηλά και είδε το ταβάνι να λείπει. Στη θέση του υπήρχε ένα τεράστιο πρόσωπο και δύο μεγάλα, γαλανά μάτια που την κοίταζαν με περιέργεια.
***
Η Μπάρμπαρα καθόταν στο πάτωμα ενός μεγαλύτερου δωματίου. Τα γόνατά της ήταν γρατζουνισμένα και γύρω της υπήρχαν διάσπαρτα παιχνίδια. Το κουκλόσπιτο της Γκάμπι ήταν ανοιχτό μπροστά της. Είχε μετακινήσει τη φιγούρα της από το χαλί στην κουζίνα.
«Τώρα θα φας το φρούτο σου, Γκάμπι», είπε και η φωνή της αντήχησε σαν βροντή στους τοίχους του δωματίου-μινιατούρα.
Η Μπάρμπαρα ένιωθε παντοδύναμη. Στον κόσμο που είχε στήσει πάνω στο γραφείο της, όλα υπάκουαν στις δικές της επιθυμίες˙ μέχρι που ένιωσε μια τεράστια παλάμη να την αρπάζει από τη μέση.
Ξαφνικά, το δωμάτιό της ανυψώθηκε. Οι τοίχοι έτριξαν. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αντίκρισε ένα γιγάντιο ράφι γεμάτο με άλλα «δωμάτια» σαν το δικό της.
Μια γυναίκα την κοίταζε με ένα παγωμένο, στοργικό χαμόγελο.
«Ώρα για ύπνο, μικρή μου Μπάρμπι», είπε η Γυναίκα-Γίγαντας και την τοποθέτησε πάνω σε ένα κρεβάτι που μύριζε απορρυπαντικό και πλαστικό.
Και κάπως έτσι, η αλυσίδα συνεχιζόταν: κάθε δωμάτιο ήταν ένα κουτί μέσα σε ένα μεγαλύτερο κουτί. Κάθε «τυχαία» μετακίνηση, δεν ήταν παρά το καπρίτσιο ενός χεριού.
Η Πόλυ στην μπανιέρα της, η Γκάμπι στην κουζίνα της, η Μπάρμπαρα στο κρεβάτι της, όλες περίμεναν το επόμενο «θαύμα» ή την επόμενη «καταστροφή» από κάποιον που τις κοιτούσε από ψηλά.
Και η Γίγαντας που κρατούσε την Μπάρμπαρα; Ίσως κι εκείνη να ένιωθε, κάποιες νύχτες, το ταβάνι του σπιτιού της να ξεκολλάει αθόρυβα, αποκαλύπτοντας ένα ζευγάρι μάτια ακόμα πιο μεγάλα, ακόμα πιο ξένα, που την παρακολουθούσαν να ζει τη δική της, μικροσκοπική ζωή.
Και κάπου πιο έξω, κάπου πιο ψηλά, υπήρχε πάντα ένα ακόμα χέρι˙ και πάνω από αυτό, ένα άλλο˙ και πάνω από εκείνο, ένα ακόμα˙ ένας κόσμος που έπαιζε με έναν άλλον, που έπαιζε με έναν άλλον, που έπαιζε με έναν άλλον.
Και κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς τελείωνε το παιχνίδι και άρχιζε η ζωή.
Τελικά, ίσως κανείς να μην είναι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού του. Ίσως όλοι να είμαστε απλώς «αντικείμενα» σε μια ατελείωτη σειρά από κουκλόσπιτα, στοιβαγμένα στα ράφια ενός σύμπαντος που παίζει μαζί μας, μέχρι να βαρεθεί και να σβήσει το φως.
***
Τη στιγμή που διάβαζες αυτές τις γραμμές, το δικό σου ταβάνι παρέμενε στη θέση του. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζες. Όμως, αν κοίταζες πολύ προσεκτικά τη γωνία του δωματίου σου, ίσως έβλεπες μια σκιά που δεν θα έπρεπε να είναι εκεί. Ίσως ένιωθες μια ανεπαίσθητη δόνηση, σαν κάποιος να μετακίνησε μόλις την καρέκλα σου μερικά χιλιοστά προς τα δεξιά.
Και κάπου, σε ένα δωμάτιο που δεν μπορείς καν να φανταστείς, ένα γιγάντιο παιδί άφησε το κουκλόσπιτό του στο πάτωμα, χασμουρήθηκε και άπλωσε το χέρι του προς τον διακόπτη.
Κλικ.
—————————————————————————————————————————–
* Πόλυ Πόκετ: μινιατούρες κούκλες/σετ που ανοίγουν-κλείνουν· η «Πόλι» ζει σε «τσέπης» μικρόκοσμους.
** Γκάμπι (Gabby’s Dollhouse): ένα κορίτσι που «μπαίνει» σε μαγικό κουκλόσπιτο και ζει περιπέτειες με γατο-χαρακτήρες
*** Μπάρμπαρα Barbie (Mini BarbieLand): υπάρχει η σειρά “Mini BarbieLand” που είναι ακριβώς όπως η Πόλυ Πόκετ (μικροσκοπικές κούκλες και σπίτια)
Tags: dark fantasy , dollhouse , dolls , fantasy , fantasy short story , house , mystery , short-story , διήγημα , διήγημα μυστηρίου , διήγημα φαντασίας , κούκλες , κουκλόσπιτο , μυστήριο , μυστήριο σπίτι , σπίτι , φαντασία , χαρακτήρες



Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.