Σηκώθηκε από το χαλί και τίναξε το φόρεμά της. Όμως, καθώς έκανε να προχωρήσει προς την πόρτα του δωματίου της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Το πάτωμα έγειρε. Ξαφνικά, βρέθηκε να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας, μπροστά σε ένα πιάτο με κεράσια που δεν θυμόταν να έχει σερβίρει.
«Κούκλες; Τι σου αρέσουν στις κούκλες;»
«Το γεγονός πως μένουν ακίνητες και εγώ μπορώ να παίζω μαζί τους. Είναι πάντοτε εκεί για εμένα, όποια ώρα θέλω μπορώ να παίξω μαζί τους».
Η κυρία σιώπησε για λίγα λεπτά και μετά αποκρίθηκε..
«Ξέρεις, και εμένα μου αρέσουν οι κούκλες…»
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 1
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.