Του άρεσε να συλλέγει τις ατμόσφαιρες των τόπων. Να νιώθει τη μοναδική τους ενέργεια, κατά προτίμηση σε τόπους που δεν είχαν μολυνθεί πολύ από τον άνθρωπο, ο οποίος με την αδιάκοπη κακοφωνία του προσβάλλει την ιερότητα της σιωπής και καταργεί τη γοητεία των ψιθύρων. Έτσι, λοιπόν, κάθε Κυριακή συνήθιζε να επισκέπτεται περιοχές της Αττικής που βρίσκονταν έξω από τον αστικό ιστό των Αθηνών. Εκεί πέρα απομακρυνόταν από τα πλήθη, περιπλανιόταν στις ερημιές ακολουθώντας το ένστικτό του και άπλωνε τη συνείδησή του στο γύρω χώρο, απολαμβάνοντας την εικαστική αισθητική του κάθε τοπίου, εισπνέοντας τις ευωδιές της γης και των παιδιών της, των αγριολούλουδων της άνοιξης και των θάμνων του καλοκαιριού, την αψιά πνοή της αφρισμένης θάλασσας και την παγερή ανάσα του βουνού κάτω από τα γκρίζα σύννεφα του χειμώνα.
Εκείνη τη φορά ήταν Σεπτέμβρης. Ένας Σεπτέμβρης ασυνήθιστα ζεστός, φορτωμένος με μια υγρασία που έπλεε νωχελικά κάτω από έναν ουρανό από διάσπαρτα σύννεφα που είχαν το χρώμα του θολωμένου τζαμιού. Ο τόπος που είχε ανακαλύψει ήταν ένας προστατευόμενος υδροβιότοπος. Μια λεωφόρος μονής κυκλοφορίας και ένα κακοσυντηρημένο συρματόπλεγμα τον χώριζε από την παραλία που απλωνόταν σε όλο του το μήκος. Παραμελημένες πινακίδες πληροφορούσαν το κοινό για την ύπαρξή του και η είσοδος σε αυτόν ήταν ορθάνοιχτη, καθώς οι συρμάτινες πόρτες της περίφραξης που τον οριοθετούσε, είχαν καταρρεύσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Τον είχε ανακαλύψει για πρώτη φορά τον περασμένο Απρίλιο όταν μια λάθος στροφή του δρόμου τον είχε βγάλει στην ερημική παραλία. Τότε, η απόπειρα του να τον εξερευνήσει είχε καταλήξει σε πλήρη αποτυχία, καθώς τα περισσότερα μονοπάτια του ήταν πλημμυρισμένα από τις βροχές του χειμώνα. Είχε καταφέρει ωστόσο να ατενίσει κάποιες όμορφες εκτάσεις από γαλήνιο νερό που αντανακλούσαν το γαλάζιο του ουρανού και στολίζονταν από διάσπαρτα νησάκια από αγριόχορτα και καλαμιές. Ανάμεσα τους είχε δει να κολυμπούν κύκνοι και αγριόπαπιες, ενώ αστραφτερές λιβελούλες χόρευαν πάνω από τα νερά διαγράφοντας φωτεινά τόξα στον αέρα. Είχε δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό του. Θα ξαναρχόταν σε εκείνο τον κρυμμένο παράδεισο, Θα τον φωτογράφιζε και θα βυθιζόταν στην μοναδική του ατμόσφαιρα. Τώρα τα μονοπάτια ήταν στεγνά. Ξετυλίγονταν οριοθετημένα από καλαμιές που θρόιζαν συνωμοτικά στο απαλό αεράκι που ερχόταν από τη θάλασσα και από πυκνές συστάδες από αλμυρίκια. Ανάμεσά τους, εδώ και εκεί, ξεχώριζαν κάποια μικρά πεύκα, ενώ σε ένα σημείο μια ομάδα από ευκάλυπτους έμοιαζε να προσπαθεί ν’ αγγίξει τον ουρανό. Διάλεξε ένα μονοπάτι που του φάνηκε ότι διέτρεχε την περίμετρο του έλους σαν δαχτυλίδι που στεφανώνει ένα πελώριο δάχτυλο. Καθώς περπατούσε πάνω στο χωμάτινο κορμί του, παρατήρησε για πρώτη φορά κάτι το ασυνήθιστο: Τον Απρίλιο, όταν είχε πρωτοδεί εκείνο το μέρος, ο αέρας πλημμύριζε από το βουητό των εντόμων. Τώρα επικρατούσε μια βαθιά σιωπή. Εκτός από τον ψίθυρο των καλαμιών που έμοιαζαν να σκύβουν από πάνω του με μια δυσάρεστη επιμονή, δεν ακουγόταν το παραμικρό. Συνέχισε να περπατάει, τώρα με την περιέργεια του ξαναμμένη.
Μια στροφή του μονοπατιού, του αποκάλυψε τη λύση του μυστηρίου: Το έλος ήταν σιωπηλό γιατί είχε ξεραθεί. Εκεί όπου απλώνονταν γαλανά νερά, τώρα υπήρχε μια σταχτιά λάσπη που σε κάποια σημεία είχε σπάσει σε πολυγωνικές ψηφίδες. Εδώ και εκεί, πρόβαλλαν απομεινάρια αντικειμένων που κάποιοι είχαν πετάξει εκεί, σόλες παπουτσιών, ο σκουριασμένος σκελετός ενός ποδηλάτου, μεταλλικά δοχεία που μεταμορφώνονταν σε καστανή σκουριά. Πέρα μακριά ωστόσο, εκεί όπου υψώνονταν οι ευκάλυπτοι, το μάτι του έπιασε μια μικρή έκταση νερού. Υπήρχε ακόμη μια μικρή λιμνούλα εκεί πέρα, βρώμικη, λασπερή, αλλά παρόλα αυτά ζωντανή. Αποφάσισε να την πλησιάσει.
Άρχισε να περπατάει πάνω στην ξερή λάσπη που είχε το χρώμα της κρύας στάχτης και τότε παρατήρησε κάτι ακόμα που του φάνηκε περίεργο: Το φως του ήλιου είχε γίνει γκρίζο και αυτό και τραχύ, λες και η μουντάδα της ξεραμένης λάσπης ανέδιδε παράξενες αναθυμιάσεις που βάραιναν την ατμόσφαιρα. Τα παπούτσια του άρχισαν να βουλιάζουν. Υποψιάστηκε ότι κάτω από την ξεραμένη εκείνη κρούστα κρυβόταν κάτι ύπουλο, κάτι που ήθελε να τον καταπιεί. Κυριευμένος τώρα από μια παράξενη ανησυχία, τάχυνε τον βηματισμό του και αντί να πλησιάσει περισσότερο τη λιμνούλα, προτίμησε να αναζητήσει καταφύγιο στις παλιές όχθες του έλους που διαγράφονταν ανηφορικές ακόμη και καλυμμένες από φαιόχρωμη βλάστηση. Μόνο όταν σκαρφάλωσε την ανηφοριά τους και πάτησε σε μια πιο επίπεδη έκταση ένιωσε κάποια ανακούφιση. Ξεβίδωσε το πώμα του θερμός που φώλιαζε στο σακίδιο πλάτης του και ήπιε μερικές γουλιές κρύου και αναζωογονητικού νερού. Και τότε, για πρώτη φορά, αναρωτήθηκε προς τα πού θα περπατούσε από δω και μπρος. Να ξανακατέβει και να ξαναδιασχίσει την ασταθή εκείνη λάσπη, ούτε λόγος. Τι θα γινόταν αν βυθιζόταν ολόκληρος μέσα στα βάθη της; Να περπατήσει γύρω από την περίμετρο του έλους έμοιαζε πολύ δύσκολο καθώς τα αλμυρίκια και τα καλάμια που κάλυπταν τις όχθες του ήταν πολύ πυκνά και έκρυβαν ενδεχόμενες παγίδες, τρύπες του εδάφους ή βαθουλώματα γεμάτα με κοφτερά καλάμια όπου εύκολα θα μπορούσε να πέσει και να σπάσει κανένα πόδι ή να τραυματιστεί ακόμα χειρότερα.
Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως ήταν εντελώς μόνος, μ’ έναν απόλυτο και τελεσίδικο τρόπο. Πέρα από το ασταμάτητο θρόισμα των καλαμιών που τώρα είχε αυξηθεί σε ένταση, μπορούσε να ακούσει τον αχό της θάλασσας και το βουητό των αυτοκινήτων που διέσχιζαν τη λεωφόρο. Ωστόσο, όλα αυτά ήταν αόρατα. Έμοιαζαν να βρίσκονται ακριβώς δίπλα του, και κατά πάσα πιθανότητα ήταν, αλλά παρέμεναν κρυμμένα πίσω απ’ το πυκνό φράγμα της βλάστησης του έλους που έμοιαζε αδιαπέραστη. Εκείνη τη στιγμή, μια ανησυχαστική σκέψη φτερούγισε μέσα στο μυαλό του: Πες ότι κάτι του συνέβαινε, ότι έχανε τις αισθήσεις του, κανείς δεν θα τον ανακάλυπτε εκεί πέρα. Αν και βρισκόταν λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από τον σύγχρονο πολιτισμό, η θέση του ισοδυναμούσε με το να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην καρδιά της πιο πυκνής ζούγκλας.
Με μια κίνηση που ήταν σχεδόν ασυνείδητη, έβγαλε το κινητό από την τσέπη του στρατιωτικού παντελονιού που είχε φορέσει για την περίσταση και κοίταξε την οθόνη του. Δεν είχε σήμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μα τι στο καλό είχε πάθει; Από πού προέρχονταν όλες εκείνες οι άσχημες σκέψεις; Συμπεριφερόταν λες και εκείνη ήταν η πρώτη φορά που έκανε μια μοναχική πεζοπορία στην εξοχή. Κοίταξε γύρω του πιο προσεκτικά. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να βγει απ’ αυτό το έλος που, όπως αποδείχτηκε, δεν είχε τίποτα να του προσφέρει. Κάθισε οκλαδόν, πάνω στο χορτάρι, έκλεισε τα μάτια του και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Προσπάθησε να εφαρμόσει την τεχνική που ασκούσε κάθε φορά που βρισκόταν μόνος κάπου στη φύση, ανενόχλητος από την οχλαγωγία των ανθρώπων: Να φανταστεί ότι η συνείδηση του ήταν κάτι σαν κρυστάλλινη σφαίρα που μεγάλωνε διαρκώς σε διάμετρο και άγγιζε κάθε μορφή ζωής που τον περιτριγύριζε και επικοινωνούσε μαζί της. Όμως αυτή τη φορά συνέβη κάτι περίεργο. Του φάνηκε ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα απόλυτο κενό, σαν να βρισκόταν στο κέντρο μιας κοσμικής μαύρης τρύπας όπου τα πάντα ήταν σκοτεινά σαν τη νύχτα και ακίνητα. Ένιωσε μια απόλυτη έλλειψη παρουσιών, μια ανυπαρξία ζωής. Σηκώθηκε και πάλι όρθιος. Μαυρίλα ή όχι, έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν γινόταν να μείνει εκεί όλη μέρα. Έπρεπε να βγει από το έλος.
Του φάνηκε ότι πίσω του ξεκινούσε ένα άλλο μονοπάτι που ήταν αμυδρό και παρατημένο, αλλά που ίσως να οδηγούσε κάπου. Έκανε μερικά βήματα προς τα εκεί και πολύ γρήγορα βρέθηκε περικυκλωμένος από τα κλωνάρια ξεραμένων δέντρων, από τις αδιαπέραστες μάζες αλμυρικιών που έμοιαζαν με πράσινους βράχους και από σωρούς από νεκρά φύλλα που έκρυβαν το έδαφος. Τα κλαδιά εμπόδιζαν την κάθε κίνησή του. Μπλέκονταν στα ρούχα και στα μαλλιά του, προσπαθούσαν να χωθούν στα παπούτσια του, τραβούσαν το σακίδιό του. Ένα από αυτά τινάχτηκε και τον χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι και τα γυαλιά που φορούσε ήταν το μόνο πράγμα που τον προφύλαξε από έναν πιθανό τραυματισμό του προσώπου ή των ματιών του.

Βρέθηκε περικυκλωμένος από τα κλωνάρια ξεραμένων δέντρων, από τις αδιαπέραστες μάζες αλμυρικιών…
Είχε φτάσει σ’ ένα αδιέξοδο. Δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Αποφάσισε, λοιπόν, να κάνει μεταβολή και να επιστρέψει στο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει να περπατάει αλλά τότε ανακάλυψε πως και πίσω από την πλάτη του, η βλάστηση είχε γίνει το ίδιο πυκνή, τα ξεραμένα κλαδιά το ίδιο πεισματάρικα, τα αλμυρίκια πυκνά και αδιαπέραστα. Και ακόμα χειρότερα, το πρόσωπό του καλύφθηκε από έναν ιστό αράχνης που ήταν φορτωμένος με νεκρά έντομα και απλώθηκε επάνω του σαν σάβανο. Καθάρισε το πρόσωπό του με σπασμωδικές κινήσεις και τότε ψυχανεμίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνο το μέρος δεν τον ήθελε. Τον εχθρευόταν. Σχεδόν τον μισούσε. Ήταν ένας παρείσακτος που είχε εισβάλει μέσα του με το θράσος ενός αμέριμνου επισκέπτη και τώρα υπέμενε τις συνέπειες της πράξης του. Για πρώτη φορά φοβήθηκε. Ένιωσε ευάλωτος και εκτεθειμένος ενάντια σε κάτι κακόβουλο, σε κάτι σκοτεινό που τον κοίταζε λοξά και ειρωνικά κρυμμένο κάπου ακριβώς πιο πέρα απ’ το οπτικό του πεδίο. Το συνεχές βουητό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων στη λεωφόρο και των κυμάτων που έσπαγαν στους βράχους της κοντινής παραλίας ήταν σχεδόν βασανιστικό. Τόσο κοντινό και τόσο απλησίαστο συνάμα! Και τότε θύμωσε. Πραγματικά, βαθιά και ολοκληρωτικά. Δεν θα άφηνε αυτό το πράγμα να τον καταβάλει, η εχθρότητα που απέπνεε ο τόπος αυτός δεν θα τον νικούσε. Άρπαξε ένα από τα ξερά κλαδιά που συστρεφόταν γύρω του, το έσπασε και άρχισε με αυτό να χτυπάει και να σπάει όλα τα υπόλοιπα κλωνάρια που μπλέκονταν γύρω του σφιχτά. Βήμα-βήμα ξανάρχισε να προχωράει προς τα εμπρός, καθώς ο καυτός θυμός που τον είχε κυριεύσει έμοιαζε να τον προστατεύει σαν πανοπλία που έσβηνε το τσούξιμο από τις γρατζουνιές που του προκαλούσαν τα σπασμένα κλαδιά που τρίβονταν πάνω στα χέρια και το πρόσωπό του. Παραμέριζε τα αλμυρίκια με βία και δοκίμαζε το έδαφος με κάθε του βήμα. Και κάποια στιγμή τα κατάφερε. Το ξεραμένο έλος απλώθηκε και πάλι μπροστά του. Είχε βρεθεί σε κάποιο άλλο σημείο του όπου η ξεραμένη λάσπη ήταν λιγότερο παχιά και πιο σταθερή. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας την όχθη, διέσχισε την ξεραμένη έκταση με βήμα αποφασιστικό και μόνο όταν ανακάλυψε και πάλι το μονοπάτι που είχε ακολουθήσει στο ξεκίνημα της αποτυχημένης εκείνης εξερεύνησης, αποφάσισε να κοιτάξει το έλος πάνω από τον ώμο του.
Απλωνόταν μπροστά του σταχτί και σιωπηλό, περικυκλωμένο από μια περίμετρο πυκνών καλαμιών και θάμνων. Έμοιαζε να του ανταποδίδει το βλέμμα, ανέκφραστο και απαθές, σαν έναν πελώριο φρύνο που μόλις είχε ξυπνήσει με τη πρώτη στάλα μιας φθινοπωριάτικης βροχής.
«Σου ξέφυγα,» μουρμούρισε. «Δεν τα κατάφερες».
Το ξεραμένο έλος δεν αντέδρασε. Συνέχισε να απλώνεται μπροστά του γκρίζο και σιωπηλό, ένα πελώριο ζώο που λιαζόταν κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό. Υπομονετικό. Και αδιάφορο.
Εκείνος ανατρίχιασε. Του γύρισε την πλάτη και βγήκε έξω, στην ηλιόλουστη απλωσιά της λεωφόρου και της άδειας παραλίας.
Tags: Creepy , dark , The Weird Side Daily , weird stories , weird story , αληθινές ιστορίες , αληθινή ιστορία , αλλόκοτη ιστορία , αλλόκοτο , Άνθρωπος , διήγημα , διήγημα μυστηρίου , διήγημα φαντασίας , Διηγήματα , διηγήματα φανταστικού , Δυστοπική Λογοτεχνία , Δυστοπικό , δυστοπικό διήγημα , Ελλάδα , Έλληνας συγγραφέας , Έλληνες συγγραφείς , Ελληνική Λογοτεχνία , Έλος , Έρικ Σμυρναίος , Λογοτεχνία του φανταστικού , μητέρα φύση , μυστηριώδες , Σκοτεινό , σκοτεινό διήγημα , στοιχεία φύσης , φύση




Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.