H Νίμουε και ο Δράκος

«Η Νίμουε κράτησε την αναπνοή της. Μέσα απ’ το πυκνό πέπλο της άχρωμης ομίχλης αναδύθηκε μια τεράστια σκιά. Ένα κεφάλι. Μακρόστενο και τερατώδες, μ’ ένα ρύγχος που το κάλυπταν σκληρές φολίδες…»

11 Σεπτεμβρίου 2020

Η γκρίζα ομίχλη ήταν πυκνή και αδιαπέραστη. Τα υγρά της δάχτυλα άγγιζαν το κορμί της δεμένης πριγκίπισσας σαν γλοιώδη πλοκάμια που την έκαναν να ριγήσει. Σταχτιές δροσοσταλίδες κρέμονταν από τα μαύρα μαλλιά της και τα ματοτσίνορά της που πάλευαν να συγκρατήσουν πικρά δάκρυα.

Η Νίμουε προσπάθησε να βολευτεί κάπως πιο άνετα στα σκληρά και κρύα βράχια. Τα σιδερένια περικάρπια που την κρατούσαν καθηλωμένη την έσφιγγαν επώδυνα και τα πόδια της είχαν ήδη παγώσει καθώς βυθίζονταν σε μια λιμνούλα βρόχινου νερού. Ωστόσο δεν ήταν ο πόνος που την έκανε να δακρύσει ούτε και το βασανιστικό ψύχος. Ήταν αυτό που ήξερε πως πλησίαζε.

Ξαφνικά η ομίχλη αναδεύτηκε γύρω της. Ένα πλατάγισμα τεράστιων φτερών έσπασε τη σιωπή και ένα ζεστό ρεύμα αέρα άγγιξε το πρόσωπό της. Η Νίμουε κράτησε την αναπνοή της. Μέσα απ’ το πυκνό πέπλο της άχρωμης ομίχλης αναδύθηκε μια τεράστια σκιά. Ένα κεφάλι. Μακρόστενο και τερατώδες, μ’ ένα ρύγχος που το κάλυπταν σκληρές φολίδες και ένα ζευγάρι μάτια που άστραφταν σαν πολυεδρικά πετράδια μέσα στο γκρίζο μούχρωμα.

Η Νίμουε ανέπνευσε βαθιά. Αποφάσισε να αντιμετωπίσει με θάρρος και αξιοπρέπεια αυτό που θα συνέβαινε, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που τα πελώρια δόντια του πλάσματος θα έκλειναν γύρω της και θα την έκοβαν σε κομμάτια. Εξάλλου σε τι θα ωφελούσε τα κλάματα και οι οδυρμοί; Ο Δράκος είχε έρθει για ν’ απολαύσει το ετήσιο γεύμα του. Ήταν όλα κανονισμένα. Χρόνια τώρα. Απλά, δεν υπήρχαν πλέον άλλες νεαρές παρθένες για να ικανοποιήσουν την ακόρεστη όρεξή του. Έτσι λοιπόν, η Νίμουε είχε προσφερθεί εθελοντικά ως θυσία προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωση των συμπατριωτών της για έναν ακόμα χρόνο.

Το τεράστιο κεφάλι την πλησίασε και έγειρε από πάνω της σαν πελώρια κύμα που σκόπευε να τη συντρίψει. Έχοντας ξεπεράσει πλέον το στάδιο του τρόμου, η Νίμουε το κοίταξε κατάματα, πλημμυρισμένη από ένα είδος μοιρολατρικής παραδοχής. Ευχήθηκε μόνο το τέλος της να ήταν γρήγορο και όσο το δυνατόν, πιο ανώδυνο.

Μόλις όμως η ματιά της διασταυρώθηκε με το βλέμμα του δράκου, συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Κάτι σαν άηχη φωνή ήχησε ανάμεσα στο χώρο που βρισκόταν ανάμεσα από τους κροτάφου της. Ήταν βαθιά και ήρεμη. Και στοχαστική:

«Συμπεριφέρεστε με ασυνήθιστη ψυχραιμία».

Ένιωσε υπερβολικά έκπληκτη για να φοβηθεί.

«Οτιδήποτε άλλο θα ήταν ανώφελο», μουρμούρισε αυθόρμητα, σπρωγμένη από ένα κύμα καταλυτικής έκπληξης.
«Αυτό είναι σωστό», της απάντησε νοερά ο δράκος.

Το τεράστιο και φολιδωτό κεφάλι, χαμήλωσε έτσι ώστε τα μάτια του να βρεθούν στο ίδιο ύψος με το πρόσωπό της. Πρόσεξε τώρα ότι ήταν κερασφόρο και ότι στηριζόταν σ’ έναν χοντρό, εξίσου φολιδωτό λαιμό που χανόταν μέσα στην αργά κινούμενη ομίχλη.

«Μπορείς και μιλάς».
«Κατά κάποιο τρόπο». Το ρύγχος του την πλησίασε ακόμα πιο πολύ.

Η Νίμουε τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω με αποφασιστικότητα που πήγαζε από τα βάθη της απελπισίας:

«Εμπρός λοιπόν! Τελείωνε με αυτό που ήρθες να κάνεις!»
«Και τι θεωρείτε ότι είναι αυτό;»

Η Νίμουε προσπάθησε να βολευτεί πάνω στο βράχο που είχε αρχίσει να την πονάει και πάλι:

«Έχεις έρθει να με κατασπαράξεις έτσι δεν είναι;»

Ο δράκος έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Όχι απαραίτητα».
«Με κοροϊδεύεις;»
«Και γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;»

Για μια στιγμή της φάνηκε ότι είχε τρελαθεί τελείως: Βρισκόταν δεμένη χειροπόδαρα σ’ έναν βράχο, στην κορυφή ενός βουνού, μέσα στην πηχτή ομίχλη, και είχε πιάσει κουβέντα μ’ έναν πελώριο δράκο ο οποίος μιλούσε μέσα στο κεφάλι της.

«Και τι θέλεις να κάνεις ακριβώς;»
«Θα ήθελα να συζητήσουμε λιγάκι».

Η Νίμουε έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να συμμαζέψει τις σκέψεις της.

«Συγγνώμη δηλαδή, εσύ τώρα δεν θα με φας;»
«Όχι βέβαια. Καταρχάς, σε αντίθεση με αυτό που ίσως νομίζετε, οι άνθρωποι δεν είστε καθόλου νόστιμοι ως φαγητό. Είστε κοκαλιάρηδες, ντυμένοι με δύσπεπτα ρούχα και φορτωμένοι με μεταλλικές πανοπλίες που μου φέρνουν δυσπεψία. Ιδιαίτερα όλοι αυτοί οι ιππότες που στέλνει κάθε λίγο και λιγάκι πατέρας σου για να με σκοτώσουν».
«Και πως τρέφεσαι δηλαδή;»

Μια λάμψη που θα μπορούσε να είναι και ξάφνιασμα άστραψε σαν μικρή αστραπή μέσα στα πολυεδρικά μάτια του δράκου:

«Με πρόβατα, βόδια, ελάφια βίσονες και οτιδήποτε άλλο έχει να μου προσφέρει αυτή η περιοχή. Μα σοβαρά τώρα, πιστεύετε  ότι θα μπορούσα να είχα παραμείνει ζωντανός αν τρεφόμουν αποκλειστικά με φιλόδοξους ιππότες και νεαρές γυναίκες;»

Η Νίμουε κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, αποδεχόμενη τη λογική αυτής της απάντησης.

«Όχι, και βέβαια όχι», παραδέχτηκε. «Αν και τα βιβλία που έχω διαβάσει στο κάστρο, κάτι τέτοιο λένε».
«Σου αρέσει να διαβάζεις;»
«Πολύ. Μου αρέσει να μαθαίνω καινούργια πράγματα γενικά».

Εκείνη τη στιγμή, μια δεύτερη απορία αναδύθηκε στο παραζαλισμένο κεφάλι της:

«Μα  τι ζητάς τότε από μένα;»

Τεράστια δάχτυλα που κατέληγαν σε κοφτερά νύχια πρόβαλλαν τότε μέσα από την καταχνιά. Τα πελώρια εκείνα δάχτυλα σφίχτηκαν γύρω από τα δεσμά της Νίμουε και εκείνα έσπασαν σαν να ήταν φτιαγμένα από σπιρτόξυλα. Η νεαρή πριγκίπισσα ανακάθισε και άρχισε να τρίβει τους καρπούς της με ανακούφιση.

«Σε ευχαριστώ», μουρμούρισε. «Είχα αρχίσει να πονάω πολύ!»

Ο Δράκος οπισθοχώρησε λιγάκι και στη Νίμουε φάνηκε ότι το πελώριο κορμί του, που αχνοφαινόταν σαν σκοτεινός λοφίσκος, βολεύτηκε σε μια κουλουριαστή θέση πάνω στα βράχια του βουνού.

«Έχω να σας κάνω μια πρόταση», της είπε ο δράκοντας ηχώντας μέσα στο κεφάλι της σαν καμπαναριό.
«Σε ακούω».
«Μου αρέσει η ψυχραιμία και η ευγένεια με την οποία με αντιμετωπίζετε».
«Ευχαριστώ. Νομίζω ότι οφείλεται στην κουβερνάντα μου. Ήταν μια πολύ διαβασμένη γυναίκα από τα αρχαία βασίλεια του Νότου. Εκείνη μου έμαθε να αγαπώ τα βιβλία και τη γνώση. Επίσης, πάντα μου έλεγε ότι το πιο πολύτιμο απόκτημα ενός ανθρώπου είναι η αξιοπρέπεια του. Με αυτή ως όπλο του μπορεί να αντιμετωπίσει τις χειρότερες δοκιμασίες της ζωής, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο».

«Δίκιο είχε».
«Λοιπόν, τι έχεις να μου προτείνεις;»
«Νιώθω μοναξιά. Σου ζητώ λοιπόν να έρθεις μαζί μου. Εξάλλου, πίσω στο κάστρο του πατέρα σου, στο μόνο που έχεις να προσδοκάς είναι ένας γάμος με κάποιον συμφεροντολόγο πρίγκιπα και μια ζωή γεμάτη ανταγωνισμούς και ραδιουργίες μέσα σε αρχοντικές αυλές και ανάκτορα».

«Και εσύ τι έχεις να μου προσφέρεις;»
«Την ελευθερία. Μαζί θα εξερευνήσουμε μακρινές ηπείρους, θα πετάξουμε πάνω από τα σύννεφα, μέσα σε πύρινα ηλιοβασιλέματα και θ’ αγγίξουμε το φωτεινό ποτάμι του γαλαξία. Θα σου δείξω αρχαίες πολιτείες και απέραντους ωκεανούς, θα αντικρίσουμε μαζί τα ρόδινα φώτα του Βορρά, μακρινά νησιά και απόκρημνους γκρεμούς. Θα μιλήσουμε με αρχαίους σαμάνους και σοφούς που γνωρίζουν τα μυστικά των βοτάνων και των αστεριών. Και θα μαθαίνουμε κάτι καινούργιο κάθε μέρα, για πάντα».

Η Νίμουε δεν του απάντησε αμέσως. Σηκώθηκε όρθια, άπλωσε το δεξί της χέρι και χάιδεψε απαλά το φολιδωτό του ρύγχος.

Tags: creature , dragon , fairytale , fantasy , friendship , girl , mythical creatures , princess , sacrifice , short-story , The Weird Side Daily , διήγημα , Δράκος , Έρικ Σμυρναίος , θυσία , κοπέλα , Λογοτεχνία , μυθικό πλάσμα , Νίμουε , παραμύθι , πλάσμα , πριγκίπισσα , φαντασία , φιλιά

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε Σεπτέμβριος 11, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.