Εβένινα ροδοπέταλα, εβένινα φτερά

”Μια ιστορία εκδίκησης που αντί για μελάνι θα χρησιμοποιούσε αίμα για να γραφτεί. Αντί για πένα, την μύτη κάθε σφαίρας -προτού να μετατραπεί σε κενό κάλυκα στη γη μαζί με τα κουφάρια τους.
Θα τους έκανα να πληρώσουν…”

10 Οκτωβρίου 2021

Art by Βασίλης Ζήκος

 

«Καημένο παιδί» σχολίασε ο μπάτσος, καθώς κάλυπτε το πτώμα και το παράχωνε μέσα στο νοσοκομειακό. Έβρεχε τόσο διστακτικά ώστε να καταντά εκνευριστικό, μα το τσιγάρο ήταν πάντα εκεί, στα χείλη του, με την πορτοκαλιά κάφτρα λίγο πιο πέρα, να γεμίζει καρκίνο τα πνευμόνια του.

«Τον ήξερες;» θέλησε να μάθει ο συνάδελφός του, υψηλόβαθμος κι αυτός,  διώχνοντας τον καπνό από την μούρη του -εκνευριστικό χούι όχι μόνο για τον καπνίζοντα αλλά και για τους γύρω του.

«Ναι, δούλευε στη δημοτική βιβλιοθήκη. Κινητή εγκυκλοπαίδεια ο κερατάς. Ντρέιβεν. Έρικ. Καλό παιδί, σπουδαγμένο, με το γυμναστήριό του, με τα όλα του… αλλά ερωτεύτηκε μια πουτάνα κι όλα πήραν την κάτω βόλτα».

«Την ήξερες κι εκείνη;» ρώτησε δείχνοντας τον διπλανό σάκο. Δύο πτώματα απόψε και κανένας φονιάς να συνδεθεί μαζί τους. Θα ήταν δύσκολη περίπτωση.

«Ναι, την είχα πηδήξει μια-δυο φορές προτού με πάρει πρέφα η γυναίκα και μου τα κόψει αυτά. Καλό κομμάτι, αλλά δεν άξιζε να χαθεί ούτε εκείνη ούτε αυτός. Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να τα πυροδότησε όλα αυτά».

«Φίλε όσο πιο βαθιά χώνεσαι στα σκατά τόσο πιο μακριά είναι ο ήλιος. Και όσο κι αν παλεύεις να σηκωθείς μετά, αυτά σε τραβούν βαθύτερα μέσα τους. Σα γαμημένη κινούμενη άμμο».

«Αυτό ξαναπές το…» έκανε σκεπτικός ο πρώτος μπάτσος, ρίχνοντας το τσιγάρο του στον υγρό πεζόδρομο και πατώντας το χωρίς να χρειάζεται, από συνήθεια.

«Λες και το θυμάμαι αυτολεξεί» είπε και γέλασε κουρασμένα ο άλλος και κίνησαν προς το περιπολικό. Είχαν αναφορές να συμπληρώσουν. Στο πόστο τους -πίσω από την κίτρινη κορδέλα της σκηνής του εγκλήματος- θα έμεναν οι πιο πιτσιρικάδες. Ας ανδρώνονταν. Αυτές οι μέρες είχαν μείνει στο παρελθόν για τους ίδιους. Μακάρι να φιλούσαν κι αυτοί απλή σκοπιά και να μην κινούσαν όλη την υπόλοιπη υπόθεση.

 

Ένα χρόνο μετά

 

Ξύπνησα απ’ το εκνευριστικό κρώξιμο ενός κορακιού κι ενός επίμονου χτυπήματος σε πέτρα. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα μόνο σκοτάδι. Ένιωθα να ασφυκτιώ και να πνίγομαι από τον μικρό χώρο γύρω μου. Πάλεψα να βγω στην επιφάνεια. Πανικός και αγωνία, ήμουν θαμμένος ζωντανός που να πάρει! Έσπασα το ξύλο, μέσα στην τρέλα μου, και αναδύθηκα χαροπαλεύοντας.

Βγήκα στην επιφάνεια, ρουφώντας άπληστα τον νυχτερινό αέρα που μύριζε υγρασία και νοτισμένη γη. Έβρεχε και το χώμα γύρω μου λάσπωνε. Είδα το μαύρο κοράκι να πετά μακριά μου και τότε όλα με χτύπησαν. Μαζί με τη δυναμική του συμβόλου και του στίχου του Πόε: Ποτέ πια…

Τρία χρόνια πριν ήμουν σπουδαστής βιβλιοθηκονομίας, φυτό. Η ζωή μου διάβασμα, γυμναστήριο, δουλειά. Στον ελεύθερο –μέσα σε πολλά εισαγωγικά- χρόνο μου δούλευα στη βιβλιοθήκη της πόλης και ήμουν χαρούμενος όντας περικυκλωμένος από βιβλία. Μα απόλυτα μόνος. Ποτέ δεν είχα καμία σχέση και πολλοί θα έλεγαν ότι η πρώτη μου δεν ήταν και η ιδανική. Αλλά ερωτευμένος πάντοτε με καταραμένες ηρωίδες αποτυπωμένες στο χαρτί ίσως να μη μου άξιζε κάτι λιγότερο όταν το βρήκα με σάρκα και παλμό.

Την είδα ένα βράδυ, σε ένα στενό, να κλαίει και την πλησίασα. Ένα χρόνο μικρότερή μου. Μαίρη Μπλάκροουζ. Έτσι την ήξεραν όλοι από το τατουάζ μαύρου τριαντάφυλλου που είχε στο λαιμό. Γαλάζια μάτια, μαύρα μαλλιά, ολόλευκο δέρμα… Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Όλοι την ήξεραν, μα εγώ όχι. Δεν είχα ιδέα ότι ήταν πόρνη.

Καταλήξαμε σπίτι μου να μιλάμε και κάναμε έρωτα. Πρώτη μου φορά, τόσο αμήχανος… Μα όλα τόσο υπέροχα. Και μετά αναλύθηκε σε λυγμούς και μου αποκάλυψε τα πάντα. Το έκανε για να μαζέψει λεφτά και να σπουδάσει εγκληματολογία, μα είχε σιχαθεί τον εαυτό της πια, ήθελε να ξεμπλέξει αλλά ένιωθε ότι είχε χωθεί πολύ βαθιά σε αυτό τον κόσμο και δεν υπήρχε διαφυγή… Της είπα ότι όλα στο εξής θα πάνε καλά. Τι άλλο να έλεγα έπειτα από τέτοια εξομολόγηση; Ήμασταν μαζί και αυτό όφειλε να μετράει.

Ο επόμενος χρόνος ήταν ο καλύτερος και ο χειρότερος της ζωής μου. Την περίμενα να επιστρέψει από την ‘’δουλειά’’, αρρωστημένος από τη ζήλια, αλλά όταν ήταν πλάι μου τα ξεχνούσα όλα. Έκοψα γυμναστική και διάβασμα και το μόνο που με ένοιαζε ήταν αυτή. Έγινα μανιώδης καπνιστής, όπως εκείνη, μόνο και μόνο για να παρατείνω τη γεύση του στόματός της στο στόμα μου όσο εκείνη έλειπε.

Την παρακαλούσα να σταματήσει, να φύγουμε μαζί, να τα αφήσουμε όλα και θα δούλευα εγώ και για τους δυο μας, μα καταλήγαμε κάθε βράδυ να κλαίμε αγκαλιά. Και όταν γυρνούσε από την δουλειά και έκανε ένα ντουζ για να κάτσει πλάι μου, ένιωθα ότι ξεπλένεται από πάνω της ο βούρκος, μα και πάλι στην αγκαλιά μου ήταν αγία όσο και πόρνη. Θεά όσο κι ένα τίποτα. Ο συναισθηματικός φόρτος καταντούσε σωματικός πόνος. Υπέφερα μα την λάτρευα.

«Μακάρι να πέθαινες για να μην ανήκεις σε κανέναν άλλο, μόνο στο θάνατο. Μα και πάλι, μετά θα πέθαινα κι εγώ γιατί θα ζήλευα κι εκείνον…» της είπα σε έναν καβγά και μετά ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη.

Γύρισε ένα βράδυ και μου είπε ότι μίλησε στον νταβά της, τα παράτησε και όλα θα πήγαιναν καλά πια. Εκείνος το είχε πάρει χαλαρά μου είπε. Κάναμε έρωτα και επιτέλους την ένιωθα δική μου.

Ευλογία.

Μέχρι που αργότερα το ίδιο βράδυ, η πόρτα έσπασε και ο αλλοτινός ‘’προστάτης’’ της μαζί με δύο φίλους του μπήκαν μέσα στο σπίτι μου. Ντυμένοι στα μαύρα, με γάντια και σκουφιά. Γκρέμισαν τα βιβλία μου, έσπασαν τα βινύλιά μου, μα δεν με ένοιαζαν καν τα αντικείμενα που είχα δεθεί τόσα χρόνια… όσο εκείνη. Την έσυραν από τα μαλλιά κι εγώ παρακαλούσα να μην την πειράξουν. Την γρονθοκόπησαν και τρελάθηκα. Τους επιτέθηκα, μα παρά το μυώδες σώμα μου με έριξαν μεμιάς κατά γης. Κι εκεί πάνω σε σπασμένα κομμάτια δίσκων που αντικαθρέπτιζαν το τρομαγμένο της βλέμμα μύριες φορές, πάνω σε σελίδες βιβλίων που πότιζαν από το αίμα της, είδα ένα όπλο να σηκώνεται. Πρώτα εκείνη. Απόλυτη παράνοια, σάλεψα από το σοκ. Και μετά εμένα.

Έριξα το βλέμμα μου και είδα το όνομα στην διπλανή ταφόπλακα. Μαίρη Μπλάκροουζ έλεγε κι εκεί. Η πόρνη Φρύνη μου, που τα μάτια της έλεγαν ακολούθι μι και όχι τα σανδάλια της, η Νανά μου κι εγώ ένα παιχνίδι στα χέρια της σα να είμαι χαρακτήρας του Ζολά, η Μαργαρίτα του Δουμά, η Κυρία με τις Καμέλιες που άλλαξε μόνο για εμένα και την οδήγησα κι εγώ στο θάνατο. Η καταστροφέας και η ευεργέτης μου.

Όχι!

Ούρλιαξα. Δεν ήταν ηρωίδα κανενός άλλου, δεν ήταν ένα ακόμη πρόσωπο μέσα στη λούπα των αιώνων. Ήταν μοναδική. Και θα έγραφα εγώ την ιστορία της. Μια ιστορία εκδίκησης που αντί για μελάνι θα χρησιμοποιούσε αίμα για να γραφτεί. Αντί για πένα, την μύτη κάθε σφαίρας -προτού να μετατραπεί σε κενό κάλυκα στη γη μαζί με τα κουφάρια τους.

Θα τους έκανα να πληρώσουν…

Σηκώθηκα από τη γη, χάιδεψα το μνήμα της και έκλαψα όπως ποτέ πριν. Εγώ το είχα προκαλέσει. Τα λόγια μου. ‘’Μακάρι να πέθαινες…’’ Τι ηλίθιος, τι μίζερος, τι εγωιστής… Δεν άντεχα άλλο πόνο. Γι’ αυτό είχα επανέλθει στη μάταια τούτη ζήση; Για να κλαίω και πάλι; Όχι! Αυτή θα ήταν η τελευταία φορά, τέρμα τα δάκρυα, τέρμα η θλίψη. Μόνο οργή πια, η μόνη μου λύση.

Έφυγα τρέχοντας για το παλιό μου σπίτι. Ένιωθα κάθε μυ μου να σφίγγεται και να πάλλεται από ζωή, μα ούτε κούραση ούτε λαχάνιασμα. Βρέθηκα έξω από την παλιά εργατική κατοικία. Ανέβηκα τις σκάλες με τον ίδιο ρυθμό και μπήκα στο μέρος που είχαμε ζήσει τόσο υπέροχες και τόσο ολέθριες στιγμές. Η βιβλιοθήκη μου έλειπε, άδειο σπίτι, ξένο, όχι δικό μας πια. Ένας χρόνος που ζήσαμε εκεί σαν να είχε σβηστεί από τη θύμηση των υλικών της κατασκευής του κτιρίου.

Ήξερα όμως κάτι που εκείνοι, οι μπάτσοι αλλά και ο κόσμος, δεν ήξεραν, κάτι κρυμμένο που δε θα έβρισκε ποτέ κανείς. Πήγα στο μπάνιο και άνοιξα ένα λασκαρισμένο πλακάκι πίσω από τη λεκάνη. Από μέσα έβγαλα ένα μικρό δέμα. Τρία πράγματα μέσα. Ένα περίστροφο, αγορασμένο για παν ενδεχόμενο εκείνες τις μέρες της άρρωστης ζήλιας και της καταστροφικής αγωνίας μου. Μία μάσκα θλιμμένου κλόουν που εκείνη μου είχε φτιάξει. Και ένα βιβλίο. Το βιβλίο του Μπωντλέρ, δώρο της κι αυτό, με την αφιέρωση: ‘’Πολλοί προτιμούν τη μοναξιά μα κανείς δεν την αντέχει.’’

Ένα κύμα θλίψης κόχλασε και πήγε να ξεσπάσει, βλέποντας αυτές τις λέξεις με τα υπέροχα γράμματά της, μα το έπνιξα. Έκρυψα τη μάσκα και το βιβλίο και έβαλα πάλι το πλακάκι στη θέση του.

Βγήκα από το διαμέρισμα και χτύπησα την απέναντι πόρτα.

Ο άντρας που άνοιξε, σάστισε, και θα έλεγα ότι έχασε το χρώμα του από το σοκ, μα με τόσο make up και eye liner, η αλλαγή δεν φάνηκε καν.

«Έρικ; Πώς;»

«Μπορεί η αγάπη να ζεσταίνει και να σπάει την καρδιά, μα η οργή την κάνει μάγμα και τώρα η καρδιά μου φλέγεται».

Όταν τον είδα να απορεί, έσκασα στα γέλια και τον αγκάλιασα. Ο μόνος μου φίλος, dj ενός γκοθάδικου και σύγχρονος βυρωνικός άνδρας. Του είπα ότι δε θα κάτσω -κι ας ήθελε εξηγήσεις- και ότι απλά χρειαζόμουν κάποια ρούχα. Μου είπε να πάρω ό,τι γούσταρα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήμουν με το φαγωμένο κουστούμι που με είχαν θάψει. Τα ρούχα του ήταν πολύ κραυγαλέα. Όχι του γούστου μου, αλλά έβαλα άρβυλα, ένα δερμάτινο παντελόνι και μία κολλητή μαύρη μπλούζα. Βρήκα τα βαφτικά του και με έκανα σαν τη μάσκα που μου είχε φτιάξει. Σαν ένας θλιμμένος, μα οργισμένος κλόουν.

Εκείνη μου είχε αφιερώσει τα ‘’άνθη του κακού’’, εγώ θα της αφιέρωνα κάθε σφαίρα. Κάθε βλήμα θα ήταν ένα αιχμηρό αγκάθι που θα δημιουργούσε πορφυρά τριαντάφυλλα σε κάθε σάρκα που θα τρυπούσε!

«Θα πας σε πάρτι;»

Με ρώτησε, όταν με είδε να βάφομαι με σοβαρότητα.

«Στο μεγαλύτερο της ζωής μου».

«Ελπίζω να μην έχεις αργήσει».

Μειδιώντας και χαμογέλασα κι εγώ, για ν’ αποκριθώ:

«Και να έχω αργήσει φίλε μου μην ξεχνάς: οι νεκροί ταξιδεύουν γρήγορα!»

Τέλειωσα με το βάψιμο και έφυγα από το παράθυρο μεμιάς. Κινήθηκα προς τα γκέτο με ορμή. Κάθε μυς σφιγγόταν. Θα το πλήρωναν. Οι αυτόπτες μάρτυρες θα θυμούνταν μόνο έναν λυσσασμένο κλόουν με μαύρα χείλη, μάτια και μακριά μαλλιά.

Ένα κοράκι εκδίκησης.

Ο καπνιστής αστυνομικός -που συναντήσαμε στην αρχή της ιστορίας- έτρωγε ένα χότ ντογκ και περπατούσε αμέριμνος. Ήταν λίγο πιο γερασμένος, βαρύτερος κι ας είχε περάσει μόλις ένας χρόνος. Ήταν το τέλος της βάρδιάς του. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να τον γραπώνει και να τον τραβάει μέσα σε ένα στενό.

«Πού είναι ο Μπιλ Μπλέιντ;» ρώτησε η φωνή και μέσα στο σάστισμα από το έντονο βάψιμο και την κάνη του περίστροφου να τον σημαδεύει ανάμεσα στα μάτια, άργησε να διαπιστώσει ότι τα πόδια του δεν πατούσαν στη γη. Αυτό το ον τον είχε σηκώσει στον αέρα με το ένα χέρι και με το άλλο τον σημάδευε.

«Γουίλοου Στριτ 7» απάντησε τρέμοντας και ένιωσε να πέφτει στη γη με το άνοιγμα της λαβής. Ένα σμήνος από μυριάδες μαύρα πουλιά ξεχύθηκε μέσα στο σοκάκι πίσω από τον ξένο και ο μπάτσος βλέποντας τα κοράκια πάλεψε να ηρεμήσει την ταχυκαρδία του. Ξέρασε τη μια μπουκιά που είχε προλάβει να φάει και έχασε τις αισθήσεις του. Όταν θα συνερχόταν θα ανακάλυπτε ότι το υπηρεσιακό του περίστροφο έλειπε.

«Ε Μπιλ, να πιούμε άλλο ένα και μετά πάω να κατουρήσω» είπε ο μυώδης μπράβος, ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού ενός πολυτελέστατου σπιτιού των προαστίων.

«Και τι μου το λες ρε; Δε μπα να τον κόψεις κιόλας. Χέστηκα. Σήμερα γιορτάζω!» έκανε ο πενηντάρης με τα τατού και το άγριο μαλλί, θολωμένος από το αλκοόλ. Είχε αλλάξει πια, τώρα μόνο εμπόριο όπλων και high class φίλοι. Τέρμα οι πουτάνες, τα χόρτα, οι κόκες και οι εκφοβισμοί. Αυτή η νέα ζωή ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη που είχε μέχρι πριν λίγους μήνες.

«Τι γιορτάζεις;» ρώτησε ο μπράβος και ο Μπιλ, χαμογελώντας, σκέφτηκε ότι πάντα θα είχε κάποιους από τον βούρκο πλάι του. Όσο κι αν ήθελε να το αποφύγει, ήταν πιο γοητευτικός ο υπόκοσμος. Πιο αυθεντικός από τα αστραφτερά σαλόνια και τα υποκριτικά χαμόγελα.

«Τι γιορτάζω; Χα. Την επέτειο του θανάτου της αγαπημένης μου πόρνης» απάντησε και ύψωσαν τα κολονάτα τους.

Τσούγκρισαν τα δυο ποτήρια και με το απειροελάχιστο κλινγκ, την ίδια ακριβώς στιγμή, έσπασαν τα παράθυρα της βίλας του κι ένα σμήνος από κοράκια ξεχύθηκε μέσα στο σπίτι σαν ανεμοστρόβιλος.

Τα τραπέζια τινάχτηκαν στον αέρα, οι πολυθρόνες ξεσκίστηκαν από γαμψά ράμφη και νύχια. Γυαλιά, ξύλα και βαμβάκι να πετούν ολόγυρα και ο ίδιος να παλεύει να βρει καταφύγιο. Ο μπράβος του με ένα πολυβόλο ακολουθούσε το μαύρο σμήνος σωριάζοντας κουφάρια και κάλυκες στη γη.

Ακολούθησε σιγή.

Μόνο το λαχάνιασμά τους.

«Τι στον πούτσο;» έκανε ο μπράβος και η πόρτα άνοιξε, έπεσε κατεστραμμένη από τη θέση της και μπήκαν μέσα άλλοι πέντε τις ομάδας. Όλοι με όπλα στα χέρια να τον κοιτούν γεμάτοι απορία.

«Εφτά εναντίον ενός στην Γουίλοου Στριτ 7. Ωραίος τίτλος για κάτι νουάρ ε;» ακούστηκε μια φωνή από πίσω τους και όλοι στράφηκαν προς την κατεύθυνσή της.

Είδαν έναν μαυροντυμένο μακρυμάλλη να τους κοιτά χαμογελώντας άγρια. Τα χέρια πίσω από την πλάτη του, πλεγμένα πάνω από τη μέση. Εβένινα μάτια με μαύρο πλαίσιο και μαύρες αιχμές σαν δάκρυα, κι από κάτω μαύρα χείλη με ένα χαμόγελο τρελού. Προτού προλάβει να σχολιάσει την αμφίεση του ψυχάκια, ο Μπιλ αναγνώρισε το πρόσωπο πίσω από έντονο make up.

«Μάλλον για γουέστερν κολλάει πιο πολύ» πρόσθεσε ο αλλοτινός Έρικ Ντρέιβεν και ο Μπιλ Μπλέιντ έμεινε σαστισμένος.

«Πώς; Πώς;» ψέλλισε κοιτώντας έναν νεκρό. «Πώς είσαι ζωντανός; Γιατί εσύ;»

«Θεώρησέ με ένα ανθρωπόμορφο memento mori» είπε σοβαρά, με εκείνο το χαμόγελο πάντα στα χείλη. «Με δύο περίστροφα» πρόσθεσε, και φέρνοντας μπροστά τα οπλισμένα χέρια του, σκότωσε μεμιάς δύο από τους εφτά.

Άρχισε ένα πανδαιμόνιο πυροβολισμών, μα ο μαυροντυμένος εκδικητής κινούταν ταχύτατα. Ο Μπιλ σαστισμένος έβλεπε έναν-έναν τους συντρόφους του να πέφτουν στη γη με ανοιχτά στήθη και διερρηγμένα κεφάλια.

Έμειναν μόνοι.

Προτού ξεκινήσει η μάχη, είχε λήξει!

Είδε τον αντίπαλό του να ρίχνει τα όπλα του και να πλησιάζει με θανάσιμο ύφος. Άοπλος. Κανένα χαμόγελο πια. Τον πυροβόλησε και τον είδε να υποδέχεται κάθε σφαίρα, προχωρώντας ακάθεκτος προς το μέρος του. Αλώβητος!

Κλικ κλικ κλικ.

Άδειος γεμιστήρας.

Πέταξε το όπλο του, έπεσε στα γόνατα και ύψωσε τα χέρια σε παράδοση. Αυτός! Ο Μπιλ που όλοι τον έτρεμαν, τώρα έτρεμε ο ίδιος σαν φυλλαράκι στον αέρα, παραμιλώντας: «Φίλε συγνώμη, συγνώμη για όλα. Έχω μετανιώσει, δεν θα το έκανα αλλά να…»

«Δεν έχει δικαιολογίες».

«Εντάξει εντάξει. Είμαστε πάτσι, κοίτα πόσους σκότωσες. Πόσα λεφτά θες; Τι θες; Ό,τι θες θα σου το δώσω!»

«Πάτσι; Χα, ούτε καν» βούτηξε το κεφάλι του Μπιλ με τα χέρια του και το χτύπησε στη γη.

«Μ» είπε στο θύμα του, βλέποντάς το ζαλισμένο και όχι από το αλκοόλ πια.

«Άλφα». Κι άλλο χτύπημα.

Και δεν σταμάτησε μέχρι να συλλαβίσει Μαίρη Μπλάκροουζ και στα χέρια του να κρατά πια μόνο έναν πολτό.

Μυαλά, οστά και αίμα.

Χωρίς εκείνη είμαι ένα τίποτα. Χρησιμοποίησα την δεύτερη μου ευκαιρία, αλλά αντί να νιώθω καλύτερα με αυτό το ξεκαθάρισμα νιώθω περισσότερο την απουσία της. Τρελαίνομαι, υποφέρω, πονάω, οι σφαίρες δεν με πληγώνουν καν, μα η εικόνα της μέσα στο κεφάλι μου είναι μαχαίρι, είναι ρομφαία, κι εγώ δεν αντέχω άλλο. Μακάρι ο ευεργέτης μου από το θάνατο να είναι και ο λυτρωτής μου από αυτή τη παρωδία που ζω. Την παρωδία που λέγεται κενότητα με παλμό. Την παρωδία που λέγεται ζωή, για κάποιον που όφειλε να είναι νεκρός…

Οι αστυνομικοί βρήκαν τα κουφάρια των κορακιών και των εγκληματιών  την επόμενη. Το σαλόνι του σπιτιού ρημαδιό. Μα αυτό που τους έκανε να απορήσουν περισσότερο από όλα, ήταν ο εσταυρωμένος, με το έντονο make up σκοτεινού κλόουν που ήταν καρφωμένος στον τοίχο.

Ο άντρας στο στενό, σκέφτηκε ο μπάτσος μας.

Ο μαυροντυμένος εκδικητής νεκρός, μα χαμογελαστός και γαλήνιος παρά την στάση του. Καρφιά στα χέρια του ήταν τα ράμφη των πουλιών, που του είχαν επιτεθεί με ορμή σαν καμικάζι, για να τον αφήσουν στυλωμένο εκεί, βρίσκοντας και τα ίδια τον θάνατό τους. Πάνω από το κεφάλι του, αντί για ΙΝΒΙ, ήταν ζωγραφισμένο ένα μαύρο τριαντάφυλλο και αψιδωτά γραμμένη επιγραφή ‘’Veni Vidi Vici?’’ με μαύρο επίσης.

Όταν βρήκαν το όπλο του αστυνομικού και εκείνος εξήγησε στη σήμανση τι είχε συμβεί, ακολούθησε τρέξιμο ημερών, μέχρι να επανέλθει στους κλασικούς ρυθμούς του. Όχι ότι ο θάνατος του Μπιλ Μπλέιντ δεν ήταν δώρο για τις αρχές, μα ήθελαν να ήξεραν αν ο καπνιστής μπάτσος μας ήξερε τον δράστη.

Σύντομα όμως, όπως όλα και πάντα, παρήλθε και ξεχάστηκε.

Μα εκείνη η εικόνα δεν έλεγε να σβήσει από το νου του αστυνομικού για χρόνια. Ο εσταυρωμένος, η επιγραφή στα λατινικά, τα τόσα κοράκια… Και περισσότερο απ’ όλα, εντυπωμένο στη μνήμη του έμεινε το σημάδι από το τατού στο λαιμό εκείνης της πόρνης, που για κάποιο λόγο υπήρχε στη σκηνή του εγκλήματος.

Το μαύρο ρόδο.

Ναι, αυτό δεν θα το ξέχναγε ποτέ…

7/5/2015

Tags: blood , clown , crows , dark , death , Goth , gun , murder , murderers , revenge , short-story , The Weird Side Daily , twsd , αίμα , Γιώργος Μπελαούρης , Γκοθ , διήγημα , Δολοφόνοι , δολοφόνος , εκδίκηση , θάνατος , κλόουν , κλόουν δολοφόνος , κοράκια , Μάχη , μπάτσοι , όπλο , Σκοτεινό , σφαίρα , φόνος

Γιώργος Μπελαούρης

Δημοσιεύτηκε 10 Οκτωβρίου, 2021

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.