Δάσος Αναμνήσεων

“Ο ήχος του ουρλιαχτού δεν εξασθένισε σαν ένα παραμορφωμένο είδωλό στο σκοτάδι που σταδιακά ξεδιαλύνει αποκαλύπτοντας την πραγματική του μορφή. Αντίθετα, γινόταν πιο δυνατός και τώρα έμοιαζε με ένα σπαραχτικό αλύχτισμα…”

Είναι Παρασκευή, και πρέπει να πας στο δάσος.

Ξύπνησα και ένιωθα αυτή τη φράση να αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου. Άκουγα τη φωνή μου ξέπνοη λες και μόλις είχα κάνει μια κούρσα στο γήπεδο για να προλάβω μια σκοτωμένη μπαλιά∙ μου είχε λείψει το ποδόσφαιρο αλλά σε κάθε πρόσφατο κάλεσμα φίλων απαντούσα «μιαν άλλη φορά». Τράβηξα την κουρτίνα δίπλα από το κρεβάτι και με δυσκολία μπορούσα να διακρίνω την πορτοκαλιά έξω από το παράθυρο μου∙ η ομίχλη είχε πνίξει την πόλη εδώ και μερικές μέρες. Οι διακεκομμένες νότες βροχής στα κεραμίδια μετατράπηκαν σε υδάτινο σφυροκόπημα μέσα σε δευτερόλεπτα.

Τίποτα δε θα ήταν ικανό να μού στερήσει τον καθιερωμένο μου Παρασκευιάτικο περίπατο στο πάρκο. Εκείνη η φωνή που με ξύπνησε δεν μού ήταν άγνωστη, ήταν το δικό μου προσωπικό είδος βιολογικής ειδοποίησης ξυπνητηριού. Τον περίπατο τον έχω καθιερώσει εδώ και έναν μήνα. Δυσκολεύομαι να ανακαλέσω την αφορμή. Ένα πρωί έπεισα τον Γιάννη, τον σαραντάχρονο ημικαταθλιπτικό προϊστάμενο μου στο γραφείο, ότι η Παρασκευή πρέπει να καθιερωθεί ως η «μέρα αποθεραπείας» μου. «Δεν υπάρχει μέρα αποθεραπείας, νομίζεις ότι είσαι στη Σουηδία. Μη σου πω ότι μπορεί να χρειαστεί να δουλεύεις εξαήμερο από τον επόμενο μήνα,» μου αντιγύρισε ξεδιάντροπα κοιτώντας με πάνω από τα στρογγυλά γυαλιά του. Κοίταξα μία μία τις ρυτίδες που χαράκωναν οριζόντια το μέτωπό του. Συνέχισε να πληκτρολογεί με τα τρεμάμενα χέρια του. Από σεβασμό κυρίως στην ηλικία του, δεν απάντησα. Το ίδιο βράδυ βρήκε ένα καλάθι με μια τράπουλα, μάρκες και δύο αντίγραφα από τιμολόγια, μαζί με ένα σημείωμα που έγραφε «Οι επόμενες πληρωμές θα γίνουν στον λογαριασμό σού ή στης εταιρείας;» Και, μάντεψε, η Παρασκευή έγινε και επίσημα η «μέρα αποθεραπείας» μου.

Ήθελα τόσο επίμονα να κερδίσω την άδεια της Παρασκευής, χωρίς όμως να μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή το γιατί. Ίσως χρειάζομαι βιταμίνες, ωμέγα τρία μάλλον. Άκουσα σε μια μεταμεσονύχτια εκπομπή στο ραδιόφωνο ότι το να καταγράφεις πράγματα είναι ένας καλός τρόπος για να εξασκείς τη μνήμη σου και να μην νιώθεις ότι όλο και περισσότερες πληροφορίες ξεφεύγουν από τον σκληρό σου δίσκο. Έτσι αποφάσισα, μαζί με τον περίπατο στο δάσος, αυτή να είναι η δεύτερη καθιερωμένη ασχολία μου για τις Παρασκευές. Έχω παιδευτεί είναι η αλήθεια, όλες μου οι «σελίδες αναμνήσεων» καταλήγουν να χάνονται. Προσπαθώ να σκεφτώ που μπορεί να τις έχω φυλάξει, αλλά μάταια. Ένα είναι σίγουρο, θα φυλάξω τις σημερινές σελίδες κάτω από το μαξιλάρι μου. Τέρμα οι χαμένες σελίδες.

Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε έξι το πρωί και οι Κλας είχαν ευλαβικά ροκάρει την Κάσμπα ξανά ώστε να ξυπνήσω, αν και η φωνή που είχε ψιθυρίσει στο μυαλό μου τους είχε προλάβει. Το καθιερωμένο πρωινό, μια μπανάνα και μια πρωτεϊνούχος μπάρα δημητριακών με ένα υπέρμετρα ενθουσιώδες περιτύλιγμα που ήταν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον σε σχέση με το περιεχόμενο. Πέρασα διαγώνια μερικές πολεμικές ειδήσεις στο λάπτοπ και ξεκίνησα να ντύνομαι. Τα ρούχα του Παρασκευιάτικου περιπάτου ήταν τακτοποιημένα στο τρίτο συρτάρι. Ένα τζόκει για να κρύβει τη μισητή φαλάκρα μου, μαύρο κάργκο με τη μια τσέπη πιο βαριά από την άλλη χωρίς να ψάξω γιατί, κόκκινο φούτερ, μπλε ζακέτα και ένα ζευγάρι μποτάκια που μου είχαν κάνει δώρο από το Μιλάνο∙ ποιος μου τα είχε πάρει είναι δυστυχώς κάτι που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει. Το μαχαίρι για να ανοίγει δρόμο όπου πύκνωνε η βλάστηση ήταν η μόνη πρωινή προσθήκη για το έτοιμο σακίδιό μου. Άνοιξα την εξώπορτα και πήρα μια βαθιά ανάσα.

Το σπίτι μου είναι σε ένα απόμερο σημείο της πόλης, μοιάζει βγαλμένο από τα πιο απαίσια κλισέ ταινίας τρόμου. Είναι στο τέλος ενός δρόμου με ελάχιστα κατοικημένα σπίτια τριγύρω, οι τρίχες σου δεν διστάζουν να ανασηκωθούν κάθε φορά που ακούγεται κάποιος παράξενος θόρυβος τη νύχτα. Ο βασικός όμως λόγος που το κάνει τόσο απόμερο είναι το δάσος που απλώνεται πίσω του, ένα αχανές δάσος που το χωρίζει από τον «πολιτισμένο» κόσμο. Αυτό ακριβώς το δάσος φιλοξενεί τις Παρασκευιάτικες βόλτες μου. Γεμάτο με έλατα και βελανιδιές, το υπέροχο πράσινό του πρέπει να είναι φαντασμαγορικό για όσα μάτια το κοιτούν από ψηλά.

Ο περίπατός μου ξεκινούσε και εγώ αναρωτιόμουν τι μου επιφύλασσε το δάσος για τη σημερινή μέρα. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που αγαπώ τόσο αυτούς τους περιπάτους. Το αστικό τμήμα του κόσμου είναι γεμάτο άκαμπτο τσιμέντο, όλα όσα συμβαίνουν εκεί συνήθως είναι τόσο βαρετά προφανή. Ένα δάσος μπορεί να σε πνίξει μέσα του ενώ οι πράσινες φλέβες του αναρριχώνται γύρω σου. Ποτέ δεν είσαι αρκετά προετοιμασμένος στο άκουσμα της ξαφνικής μελωδίας ενός δεντροτσοπανάκου ή για τη θέα ενός ελαφιού που θα σε κοιτάξει με εκείνο το γυάλινο βλέμμα που μπορεί να μοιάζει ταυτόχρονα φοβισμένο και ικετευτικό. Οι αισθήσεις σου μοιάζουν να οξύνονται όσο βυθίζεσαι στο δάσος.

Μέχρι να φτάσω στο δάσος ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει. Προτού εισέλθω από το άνοιγμα των δέντρων, γύρισα και έριξα μια ματιά προς το σπίτι. Στο φως της μέρας δεν έμοιαζε καθόλου τρομακτικό, αλλά μάλλον κοινότυπο. Βύθισα τις μπότες μου στη λάσπη και παρόλο που έβγαζαν ένα ήχο σαν παράπονο κάθε φορά που προσγειώνονταν στο έδαφος, εγώ δεν είχα κανένα λόγο να παραπονεθώ γιατί δε θα μπορούσα να έχω ζητήσει πιο ιδανικά παπούτσια. Όταν ο θόλος της κόμης των δέντρων πύκνωσε, το χώμα έγινε πιο στερεό.  Μόλις το προστατευτικό βασίλειο των βρεγμένων φύλλων κυκλώσει το κορμί, το σώμα υποκύπτει σε μια απόλυτη γαλήνη. Έμεινα για λίγο ακίνητος απολαμβάνοντας αυτό το θαύμα της φύσης. Ο παφλασμός του τρεχούμενου νερού ενός ρυακιού βούρτσισε τα αυτά μου ενώ μερικές λιλά πεταλούδες έλαμψαν σαν πυροτέχνημα μπροστά στα μάτια μου∙ η φύση με κάνει εκνευριστικά ποιητικό.

Έπρεπε να διαλέξω το μονοπάτι που θα ακολουθούσα σήμερα. Υπάρχουν τρία διαφορετικά μονοπάτια μέσα στο δάσος που συναντώνται μόλις σε δύο σημεία: αυτό από το οποίο ξεκίνησα και εκείνο που οδηγεί στα λιβάδια με τις παπαρούνες. Κάθε φορά προβληματίζομαι για το ποιο να επιλέξω και κάθε φορά επιλέγω να ακολουθήσω το μεσαίο. Υποθέτω ότι ο συντηρητισμός μου δε μου επιτρέπει να παρεκκλίνω στο αριστερό ή το δεξιό. Μισώ το χιούμορ μου. Τώρα που το σκέφτομαι, είναι παράξενο που δεν επιλέγω ποτέ κάποιο από τα άλλα δύο μονοπάτια. Θα μπορούσαν να είναι ακόμα πιο συναρπαστικά από αυτό που ακολουθώ κάθε Παρασκευή εδώ και έναν μήνα. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι μια αγάπη για την συνήθεια ή κάποια ένδειξη ιδεοψυχαναγκασμού. Η ενστικτώδης έλξη μου για το μεσαίο μονοπάτι δεν θα άλλαζε το σημερινό πρωί.

Ένας στοίχος από αυστηρές κουκουβάγιες με παρατηρούσε ενώ δρασκέλιζα πάνω από τις κάποιες μεγάλες πέτρες στο χώμα. Οι λιγοστές αχτίδες του ήλιου σύντομα θα τις έστελναν για ξεκούραση. Σκοντάφτοντας με το πόδι μου σε ένα σπασμένο κλαδί, θυμήθηκα την πρώτη φορά που επισκέφτηκα το δάσος. Ήταν η αγάπη μου για την Βίκυ που με είχε πείσει να πακετάρω το σακίδιο μου και να τρέξουμε μαζί κάτω από το θολωτό άνοιγμα ανάμεσα στα έλατα για ένα υπέροχο πικνίκ. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι δεν είχα ποτέ μου περπατήσει στο δάσος ενώ είχα μετακομίσει σε αυτό το σπίτι ήδη τέσσερις μήνες πριν. Εκείνη λάτρευε τη βοτανική, δεν είχε άλλωστε ξεκινήσει τυχαία διδακτορικό στην Ιταλία με θέμα τις αποκρίσεις ορισμένων φυτών στο θερμικό στρες. Είχε σκοντάψει πάνω στο ίδιο ακριβώς κλαδί εκείνη τη μέρα∙ ήταν απίθανο ότι κανείς δεν είχε θελήσει να το απομακρύνει από το μονοπάτι.

Διέσχισα τις λιμνούλες που σχηματίζονταν κάθε φορά που είχε προηγηθεί πολλή βροχή. Το νοτισμένο χώμα ανέδιδε τη μυρωδιά που ο εγκέφαλός μου είχε ταυτίσει με τη λέξη υγρασία. Μικρά βατραχάκια πηδούσαν αδέξια μεταξύ των τριών λιμνών που έμοιαζαν να σχηματίζουν ένα ανεστραμμένο τρίγωνο. Η Βίκυ, παρότι είχε μελετήσει πολλά παρόμοια στις σπουδές της, χοροπήδησε σαν τρελή όταν τα είδε να σηκώνουν τα ποδαράκια τους στον αέρα, έμοιαζε λες και ήθελε να τα μιμηθεί. Αδυνατούσα να συμμεριστώ την εκστατική χαρά της. Και θεωρώ πως αυτό είναι εντάξει. Οι άνθρωποι δεν μπορούν πάντα να μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα.

Χους! Μια αλεπού πρέπει να διέσχισε τρέχοντας το μονοπάτι. Αυτά τα ύπουλα πλάσματα πάντα σε πιάνουν στον ύπνο. Μία φευγαλέα ματιά στη φουντωτή ουρά της ήταν το μόνο που μου επέτρεψε να δω. Η σημερινή πενιχρή παρουσία ζώων ήταν αναπάντεχη, λες και ήθελαν να αποφύγουν τη θλιβερή ύπαρξή μου. «Το μόνο θλιβερό που μπορώ να σκεφτώ για σένα είναι ότι άργησα είκοσι-τρία χρόνια να σε γνωρίσω», θα έλεγε γελώντας και εγώ θα αναριγούσα όπως στην πρώτη συνάντησή μας. Είναι προτιμότερο να περπατά κανείς με παρέα. Η ανθρώπινη φύση είναι εύθραυστη και η ανάγκη μας για επικοινωνία μπορεί ορισμένες φορές να μας καταβάλει. Και κανείς δεν θέλει να καταληφθεί από πανικό μέσα σε ένα σκοτεινό δάσος.

Πλησιάζοντας προς την καρδιά του δάσους, οι αχτίδες του ήλιου εξαφανίζονταν ξανά. Οι φοβικές αντιδράσεις και οι παραισθήσεις συχνά εντείνονται κάτω από συνθήκες στρες. «Το ήξερες ότι τα φυτά πολλές φορές ουρλιάζουν όταν δεν έχουν νερό ή όταν κάποιος τα κόψει; Απλά ουρλιάζουν σε μια συχνότητα που το ανθρώπινο αυτί αδυνατεί να ακούσει.» Νόμιζα πώς άκουσα κι εγώ κάτι που έμοιαζε με ουρλιαχτό. Σε συνδυασμό με το σχεδόν ημίφως, ήταν η τέλεια συνταγή για παραισθήσεις. Ο ήχος του ουρλιαχτού, όμως, δεν εξασθένισε σαν ένα παραμορφωμένο είδωλό στο σκοτάδι που σταδιακά ξεδιαλύνει αποκαλύπτοντας την πραγματική του μορφή. Αντίθετα, γινόταν πιο δυνατός και τώρα έμοιαζε με ένα σπαραχτικό αλύχτισμα. Ευτυχώς ήμουν πεπεισμένος ότι η Βίκυ ήταν δίπλα μου. Ήταν δύσκολο να μην την βλέπω τους προηγούμενος μήνες που είχε φύγει για την Ιταλία. Η αγκαλιά της είχε υπάρξει το καταφύγιό μου τα τελευταία δύο προηγούμενα χρόνια. Ήταν εύλογο ότι θα ονειροπολούσα τη μορφή της σε μια τόσο πνιγηρή συνθήκη, καθώς ένιωσα ότι πλέον ασφυκτιούσα μέσα στο δάσος. Η Βίκυ απλά περπατούσε σταθερά δίπλα μου. Την προσοχή της έκλεβε μια ένας σειληνός, μια μία ανεμώνη∙ μου είχε εξηγήσει πώς να τα ξεχωρίζω στον περίπατό μας. Δεν μπορούσε να ακούσει το αλύχτισμα, το καταλάβαινα από το αειθαλές χαμόγελό της. Μπορούσα να δω μόνο το αριστερό της μάτι, δε γυρνούσε να με κοιτάξει. Και γιατί άλλωστε να το έκανε; Παραήταν όμορφη για μένα και, άλλωστε, δεν είχα βγάλει μιλιά σε όλο το ταξίδι. Ορισμένες φορές μπορούσα να γίνω πραγματικά απαίσιος.

Αρκετά! Έκλεισα τα μάτια μου σε μια προσπάθεια να ηρεμήσω το μυαλό μου. Το δάσος ήταν πρωτόγνωρα σκοτεινό, πρέπει μάλλον ο ουρανός να ήταν γεμάτος σύννεφα. Βέβαια, δεν έπεφτε ούτε σταγόνα. Η έλλειψη φωτός πάντως έκανε τα μάτια μου να θολώνουν. Οι φακοί επαφής ίσως επίσης να μην ήταν η κατάλληλη επιλογή για τη σημερινή μέρα. Ένιωσα πως ήθελα νερό αλλά δεν έκανα κίνηση για να βγάλω το φλασκί μου. Έμενα απλά γονατιστός, οι ανάσες μου έβγαιναν κοφτές και κοπιαστικές. Πίεσα τα νεύρα μου ώστε να σηκώσω τα βλέφαρα μου που έμοιαζαν να έχουν κολλήσει στο δέρμα μου. Η Βίκυ τώρα έτρεχε μπροστά. Αν δεν ήταν αγενές το να μην φροντίσει τον άρρωστο αγαπημένο της, τότε τι ήταν; «Βίκυ,» η φωνή μου ακούστηκε πνιχτή. Καμία αντίδραση. Συνέχιζε να τρέχει προς το σημείο. Μάλλον ήταν απλά πολύ ενθουσιασμένη για το πικνίκ μας. Παρόλα αυτά, δεν την θυμάμαι να κουβαλάει φαγητό ή κάποιο σεντόνι για το πικνίκ.

Μάζεψα τις όποιες δυνάμεις μου και ξεκίνησα να τρέχω πίσω από την καλλίγραμμη μορφή της. Ζώα άρχισαν ξαφνικά να πληθαίνουν καθώς πλησίαζα τον έρωτα της ζωή μου. Χελώνες, σκίουροι, ένας κουτσός ασβός. Έστεκαν και παρατηρούσαν σαν επικριτικά, λες και έκανα κάτι απεχθές στα μάτια τους.  Απέστρεψα το βλέμμα μου. Το αλύχτισμά ξανά. Το δάσος με μισεί. «Σκάστε!» Άφησα τη φωνή μου να αγγίξει κάθε γωνιά του. Η κραυγή τα έκανε να τρέξουν να κρυφτούν πίσω στις φωλιές τους. Η Βίκυ ακόμα είχε γυρισμένη την πλάτη, δεν μου χάριζε έστω μια ματιά στο πανέμορφο πρόσωπό της. Ήμουν όμως σχεδόν έτοιμος να φτάσω στην κοπέλα με το μωβ φόρεμα.

Ήταν όρθια, ακίνητη μπροστά από το σκουριασμένο παγκάκι στην όχθη της σχεδόν αψεγάδιαστα κυκλικής λιμνούλας, της μόνης που ήταν γεμάτη νερό έπειτα και από τις μέρες που δεν έπεφτε σταγόνα. Τα σανδάλια της πατούσαν ανεπαίσθητα στο γρασίδι, ήταν τόσο ευκίνητη που μπορούσες να πιστέψεις πως αιωρείται. Το κρυστάλλινο νερό έμενε απολύτως στάσιμο, κανένας βάτραχος δεν πηδούσε πάνω από τα νούφαρα πλέον. Αυτό το σημείο του δάσους πάντα φάνταζε πιο φωτεινό, λες και ο ήλιος ήθελε να αποκαλύψει όλα όσα εκτυλίσσονταν κάτω από το συγκεκριμένο μέρος του σκοταδιού. Τα μαλλιά της γίνονταν λευκά κάτω από τις κοφτερές ακτίδες του. Ένα χαχανητό. Άφησε ένα σύντομο χαχανητό να ξεγλιστρήσει από τα χείλη της ώστε να με παγιδεύσει ακόμα πιο βαθιά στη μαγεία της.

«Σου πάνε πολύ τα μποτάκια. Πάλι καλά θυμόμουν το νούμερο σου.»

Η φωνή της δεν ακούστηκε σαν εξωτερικό ερέθισμα. Ακούστηκε σαν να αναβλύζει μέσα από το ίδιο μου το κεφάλι, ή μάλλον ούτε μέσα από το κεφάλι μου, σαν να τραγουδιέται ταυτόχρονα από κάθε κύτταρο του σώματος μου, μια χορωδία που με έκανε να γονατίσω προτού το καταλάβω. Τα χέρια μου δεν υπάκουαν σε εμένα. Τώρα τα δάχτυλά μου κρατούσαν τρέμοντας ένα δαχτυλίδι στεφανωμένο με έναν διακριτικό αμέθυστο. Η δεξιά τσέπη του παντελονιού μου δεν είχε πλέον βάρος. Δεν είχα ξανακούσει τη φωνή μου να βγαίνει τόσο σπαστή, σαν γυαλί τη στιγμή που ραγίζει. Ήταν η δεύτερη φορά που θα την αποκαλούσα με το βαφτιστικό της. Το έκανε πιο επίσημο.

«Παρασκευή, θα με παντρευτείς;»

Η Βίκυ γυρίζει για πρώτη φορά σήμερα. Δεν βλέπω πια μόνο το αριστερό της μάτι όπως όταν περπατούσαμε δίπλα δίπλα, τώρα βλέπω και το δεξί. Η μάλλον όχι, δεν το βλέπω. Το αριστερό της μάτι είναι πράσινο και ειλικρινές, το δεξί δεν έχει ίριδα ούτε κόρη. Είναι λευκό και πηγμένο στο αίμα, μια χαρακιά το διασχίζει και το αίμα είναι ξεραμένο. Δε μοιάζει με κάτι ζωντανό. Ακόμα όμως την πιστεύω, πιστεύω πως είναι εκείνη, πιστεύω στην «ποικιλομορφία της φύσης, εκεί που εντοπίζεται άλλωστε η ομορφιά της». Δεν σαλεύω, ούτε κι εκείνη, η γνάθος της δεν φαίνεται να μπορεί να κινηθεί και απαντά με τα χείλη της σφραγισμένα.

«Αγάπη μου, είναι πολύ γλυκό αυτό, αλλά δε νιώθω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή. Δεν αμφιβάλλω για το αν η σχέση μας θα αντέξει την απόσταση, όμως αισθάνομαι ότι θα είναι βεβιασμένο αν γίνει τώρα. Ας γίνει πιο αυθόρμητα, όταν θα είμαστε μαζί, όταν θα είναι ειλικρινές και αμοιβαίο.»

Δεν έχει πάρει ανάσα. Έχει απαντήσει πολύ γρήγορα και πολύ σχολαστικά, οι λέξεις της δεν έχουν τίποτα από τον αυθορμητισμό του διαλόγου, μοιάζουν περισσότερο με κάτι που θα έγραφε κάποιος σε μια απορριπτική επιστολή. Ίσως είχε ανακαλύψει το δαχτυλίδι νωρίτερα και τα είχε προετοιμάσει. Είναι τόσο αδίστακτη που με σκοτώνει με λόγια που δεν ανοίγει καν το στόμα της για να τα πετάξει. Μιλάει με το ανέκφραστο πρόσωπό της, με το κενό βλέμμα, με το τσιτωμένο, φαινομενικά παγωμένο δέρμα. Κι όμως, εγώ την ακούω και οι λέξεις συνεχίζουν να τραντάζουν το κορμί μου σαν δαιμονισμένη χορωδία. Αποφεύγει να με κοιτάξει με το αριστερό της μάτι, μόνο η άδεια δεξιά κόγχη της φαίνεται στραμμένη προς τα εμένα. Τα δάκρυα μου είναι ασυγκράτητα. Τα βλέφαρα μου χαμηλώνουν και πάλι. Στιγμιαία επικρατεί μια νηνεμία που κάνει τις τρίχες μου να ανασηκωθούν. Όταν ξανακοιτάζω τον κόσμο που σήμερα με πληγώνει, η Βίκυ μου έχει ξαναγυρίσει την πλάτη.

«Σκέψου πώς αισθάνομαι τώρα εγώ όμως!» ήθελα απλά να τη γυρίσω να μου ρίξει άλλη μια λευκή ματιά. Τα μπράτσα μου παραήταν σφιχτά πριν έναν μήνα, πήγαινα τέσσερις φορές την εβδομάδα γυμναστήριο επί έναν χρόνο, άλλο που τώρα που δε νιώθω ότι αντέχω ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Η δύναμή μου δεν με ευνόησε εκείνη την Παρασκευή. Πιάνοντας την από τους ώμους, θυμάμαι να τη βλέπω να γλιστρά, με τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού της να χτυπά στη γωνία του παγκακιού και έπειτα να καταλήγει στην πιο κοφτερή και βαριά πέτρα που είχα δει ποτέ στο δάσος. Την γύρισα για να δω το πρόσωπο της. Τώρα το αίμα ήταν φρέσκο, έτρεχε σε ρυάκια που σχημάτιζαν τα πιο ευφάνταστα σχήματα. Η πεταλούδα από μελάνι που λάτρευα να φιλάω πάνω από το στήθος της είχε τώρα πνιγεί από μια κόκκινη παλίρροια. Η παλάμη μου ψηλάφισε το στήθος της. Ένας αδύναμος αλλά σταθερός χτύπος με έκανε να αναθαρρήσω. Έπρεπε να καθαρίσω τα τραύματά της. Νερό.

Το φλασκί μου τελικά ήταν άδειο. Έτρεξα μέσα στη λίμνη με τα πόδια μου στεγνά χάρη στα μποτάκια. Όσο γέμιζα το φλασκί, ένας οικείος ήχος με χτύπησε σαν ρεύμα. Το αλύχτισμα ακούστηκε ακριβώς από πίσω μου αυτή τη φορά. Ένας κόκκινος λύκος είχε γύρει πάνω από τη λιπόθυμη Βίκυ. Κοίταζα την αντανάκλασή μου στη γυαλάδα του νερού και το μόνο που έβλεπα ήταν ένας αποσυντονισμένος δολοφόνος. Πίστευα πως είχα παραλύσει, ανίκανος έστω και  να βγάλω άχνα. Ο λύκος θα με διευκόλυνε να σπάσω αυτή τη σιωπή. Η αγαπημένη μου γινόταν βορά των κοφτερών δοντιών του. Ούρλιαξα. Ούρλιαξα ξανά και ξανά και έτρεμα σύγκορμος. Μασούσε το κορμί της με ευχαρίστηση, απτόητος από το πηχτό αίμα που έβαφε τη μουσούδα του. Το βδέλυγμα του ήχου της σάρκας της που κομματιαζόταν στο στόμα του ήταν κάτι που ήμουν σίγουρος ότι δε θα ξεχνούσα ποτέ. Όσο γρηγορότερα τον σταματούσα, τόσο πιο γρήγορα θα σταματούσε και εκείνη να υποφέρει, κι εγώ μαζί. Το μαχαίρι μου δεν θα άνοιγε δρόμο για τα φυτά. Έφτασα ακριβώς δίπλα του. Τίποτα δεν μπορούσε να τον αποσπάσει από το φαγοπότι του με την αγαπημένη μου. Κάρφωσα το κεφάλι ξανά και ξανά. Ο λύκος δεν γύρισε ποτέ να με κοιτάξει. Έμεινε νεκρός με το κεφάλι του να καλύπτει τον ξεσκισμένο λαιμό της Βίκυς.

Έσυρα το κουφάρι του λύκου. Ήταν πολύ βαρύτερος από ό,τι φανταζόμουν. Η κατάσταση στην οποία ήταν η Βίκυ θα ήταν προτιμότερο να μην περιγραφεί ποτέ με λόγια. Ακόμα και η εικόνα της με το ένα μάτι ζωντανό από την πτώση έμοιαζε ειδυλλιακή μπροστά στο πώς την άφησε ο λύκος. Εύχομαι τίποτα από όλα αυτά να μην είχε συμβεί, εύχομαι η Βίκυ να μην είχε προτείνει ποτέ να πάμε για πικνίκ σε αυτό το αρρωστημένο δάσος, εύχομαι ποτέ να μην την είχα αγαπήσει τόσο ώστε να φοβάμαι απεγνωσμένα ένα «όχι» της. Εύχομαι ποτέ να μην της είχα κάνει πρόταση γάμου. Η δέσμευση φέρνει ευθύνες και μερικές ευθύνες μπορούν να μας πληγώνουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Όλα τα παραπάνω πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σα μια διεστραμμένη ταινία μικρού μήκους μόλις έφτασα στο σημείο που έθαψα την Βίκυ, εκεί δίπλα στα αγνά νερά της λίμνης. Είχα βεβηλώσει το καταφύγιο της φύσης με έναν φόνο. Ίσως και το δάσος να είναι καταραμένο, δεν ξέρω. Ο εφιάλτης, πάντως, όπου ο λύκος με περιμένει μαζί με όλα τα ζώα του δάσους στοιχισμένα δίπλα από το σημείο του εγκλήματος, με επισκέπτεται σχεδόν κάθε Πέμπτη βράδυ. «Αύριο πρέπει να τα εξαγνίσεις,» μου λέει με ένα μούγκρισμα και ξυπνάω δευτερόλεπτα πριν οι Κλας τραγουδήσουν το Ροκ δε Κάσμπα. Τα αποδεικτικά στοιχεία του εγκλήματος ήταν κάτω από το χώμα. Το γρασίδι σταματούσε απότομα στο σημείο της ταφής. Μπορούσα εύκολα να το διακρίνω εγώ, όμως έμοιαζε αρκετά κρυφό από ανεπιθύμητα μάτια.

Το να ξεθάβω το νεκρό κορμί της Βίκυς δεν είναι η αγαπημένη μου αμαρτία. Να ακουμπώ το αποσυντιθέμενο κορμί της ίσως είναι η κατάλληλη τιμωρία. Όταν ήταν ζωντανή έλαμπε από την κορφή ως τα νύχια. Το μόνο που έλαμπε πάνω της σήμερα ήταν το καταραμένο δαχτυλίδι που τόσο εγωιστικά πέρασα στον δεξιό της παράμεσο. Τα χέρια μου ακούσια άνοιξαν το σακίδιο μου. Ήταν όλα εκεί: μύρα, η Βίβλος, αγιασμός. Όλα εκεί για το κρυφό μου τελετουργικό της Μαύρης Παρασκευής. Η Βίκυ, η γυναίκα που σχεδόν σκότωσα και που ο λύκος κατακρεούργησε, αξίζει τις πιο υψηλές τιμές. Ο λύκος αξίζει μόνο σκουλήκια και λήθη. Μερικά δάκρυα και ιδρώτα αργότερα, η Βίκυ ήταν και πάλι κάτω από μαλακό χώμα, καθαρή και πολύ νεκρή.

Το μονοπάτι της επιστροφής ήταν εξαντλητικό και ενοχλητικά ηλιόλουστο. Οι μύες μου παραπονιούνται συνεχώς και νιώθω την ενέργειά μου συνεχώς να μειώνεται. Είναι πολύ δύσκολο να δουλεύεις σε ένα γραφείο, ακόμα κι όταν σου χορηγούν «μέρα αποθεραπείας» κάθε Παρασκευή. Καθόλου χρόνος ή θέληση για γυμναστήριο. Ίσως θα έπρεπε σήμερα να κοιμόμουν μέχρι το μεσημέρι αντί να ξυπνήσω αχάραγα για να κάνω ένα μεγάλο περίπατο. Κουράστηκε και το χέρι μου, γέμισα τόσες σελίδες και πάλι θα καταλήξω να τις ρίχνω στο τζάκι. Τι κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά, όμως;

Βασικά, γιατί πήγα εξαρχής σήμερα το πρωί στο δάσος;

 

Main Picture Reference

Tags: Creepy , fantasy short story , horror , horror short story , short story fantasy , The Weird Side Daily , The Weird Side Daily άρθρα , weird , weird stories , weird story , αλλόκοτη , αλλόκοτη ιστορία , αλλόκοτο , αλλόκοτος , Ανατριχιαστικό , ανατριχίλα , διήγημα μυστηρίου , Διήγημα τρόμου , διήγημα φαντασίας , Διηγήματα , διηγήματα μυστηρίου , διηγήματα τρόμου , διηγήματα φαντασίας , διηγήματα φανταστικού , δολοφονία , δολοφονίες , Δολοφόνοι , δολοφόνος , Έλληνας συγγραφέας , Έλληνες συγγραφείς , Ελληνική Λογοτεχνία , Λογοτεχνία , λογοτεχνία μυστηρίου , Λογοτεχνία του φανταστικού , λογοτεχνία Τρόμου , λογοτεχνία φαντασίας , Λογοτεχνία Φανταστικού , σκοτεινό διήγημα , τρόμος , ψυχολογικό , ψυχολογικό διήγημα

Πέτρος Κουτρουμπίλας

Δημοσιεύτηκε 8 Νοεμβρίου, 2026

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.