Ο ήλιος είχε αγγίξει το ζενίθ της ημερήσιας τροχιάς του. Το φως του, σκληρό λευκό και ανελέητο, έπεφτε πάνω στην χαλικόστρωτη πλατεία και έσβηνε κάθε χρώμα. Τα πάντα έμοιαζαν γκρίζα, τα αρχαία τείχη που μας περικύκλωναν, οι σκονισμένοι μανδύες μας που σχημάτιζαν έναν ακανόνιστο δακτύλιο που αγκάλιαζε την περίμετρό της, τα αυστηρά κτίρια που υψώνονταν γύρω μας, μονολιθικά και σκυθρωπά, με μικρά παράθυρα που έμοιαζαν με ευθυγραμμισμένες χαραμάδες και τοίχους που τους είχαν φθείρει οι αμμοθύελλες που έρχονταν από την έρημο. Επικρατούσε μια βαθιά σιωπή. Η ζεστή αύρα που φυσούσε από το πρωί είχε κοπάσει. Θα’ λεγε κανείς πως ήθελε και αυτή να παρακολουθήσει την εκτέλεση με τόση λαχτάρα που κρατούσε την αναπνοή της.
Κανείς μας δεν σάλευε. Τα γκρίζα ρούχα που φορούσαμε, ολόσωμοι μανδύες, κουκούλες και προσωπίδες που προστάτευαν τα μάτια μας από τον εχθρικό ήλιο, μας έκαναν να μοιάζουμε με αμίλητα φαντάσματα. Έκανε ζέστη αλλά όχι περισσότερο από όσο συνήθως. Η έρημος που ξεκινούσε πέρα από τις πύλες της πόλης ακτινοβολούσε τη φλόγα της πύρινης καρδιάς της και θέρμαινε την ακίνητη ατμόσφαιρα σαν το στόμιο ενός αναμμένου φούρνου.
Ο μεταλλικός ήχος ενός πελώριου σήμαντρου θρυμμάτισε τη σιωπή που μας αγκάλιαζε. Ανασαλέψαμε όλοι μαζί, ταυτόχρονα, σαν να είχαμε νιώσει το άγγιγμα μιας αναπάντεχα ψυχρής ριπής ανέμου. Το σήμαντρο ακούστηκε για δεύτερη φορά και η σιδερένια κλαγγή του απλώθηκε μέσα στην στρογγυλή πλατεία σε ομόκεντρους κύκλους.
«Έρχονται οι Βιβλίο-Οικονόμοι»! μουρμούρισε κάποιος μέσα απ’ τη σκιερή κουκούλα του. Δυο πανομοιότυπες πόρτες που είχαν ασπρίσει απ’ τον ήλιο, την ξηρασία και τον άνεμο αιώνων, άνοιξαν ταυτόχρονα αποκαλύπτοντας το σκοτεινό εσωτερικό μιας αψιδωτής σήραγγας. Μέσα απ’ το ζοφερό εκείνο στόμιο αναδύθηκαν τρεις ανθρώπινες φιγούρες. Φορούσαν λευκά άμφια και φαρδιά καπέλα. Τα πρόσωπα τους στολίζονταν από τα σύμβολα της εξουσίας τους: Δυο δακτυλίους από εύκαμπτο ξύλο που περικύκλωναν τα μάτια τους και στηρίζονταν από άγκιστρα τα οποία λύγιζαν γύρω απ’ τα αυτιά τους. Αυτά ήταν τα λεγόμενα Ματογυάλια. Τελετουργικά στολίδια που μόνο οι Βιβλίο-Οικονόμοι επιτρεπόταν να φοράνε. Τα σύμβολα του δεσμού που τους συνέδεε με τους πρώτους προστάτες της βιβλιοθήκης, με τους αρχαίους εκείνους ήρωες που πριν από εκατοντάδες χρόνια την είχαν σώσει τις σκοτεινές εκείνες μέρες, όταν ο παλιός κόσμος είχε χαθεί μέσα στους καπνούς και τις φλόγες του κατακλυσμού που είχε προκαλέσει ένας παγκόσμιος πόλεμος.
Οι τρεις εκείνοι άνθρωποι, οι κλειδοκράτορες της γνώσης που μας κρατούσε ζωντανούς, περπάτησαν αργά και τελετουργικά μέχρι το κέντρο της πλατείας. Ένας από αυτούς, ο μεσαίος, κρατούσε στα χέρια του ένα αντικείμενο αμύθητης αξίας. Ένα βιβλίο. Όταν σταμάτησαν να περπατούν, το ψηλάφισε με τα μακριά του δάχτυλα και το άνοιξε. Το κεφάλι του έγειρε από πάνω του και μετά, καθώς όλοι εμείς, οι θεατές του δράματος, κρατούσαμε την αναπνοή μας, άρχισε να διαβάζει. Να εκτελεί εκείνη τη μαγική πράξη που έκανε λέξεις γεμάτες νόημα να ξεπηδούν μέσα από τα μικρά σημαδάκια που γέμιζαν τα φύλλα του βιβλίου και να ζωντανεύει τις σκέψεις ανθρώπων που ο χρόνος είχε μετατρέψει σε σκόνη πριν από αμέτρητες χιλιετίες.
«Η γνώση είναι ιερή», άρχισε να απαγγέλλει με μια βαθιά και κυματιστή φωνή που δυνάμωνε καθώς αντηχούσε πάνω στα τείχη της πλατείας. «Η γνώση είναι αυτή που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα ζώα. Αλλά η γνώση κινδυνεύει από το χρόνο. Αλλά με τη γραφή έγινε δυνατή η αθανασία της. Η γνώση θα παραμένει ζωντανή για πάντα, όσοι αιώνες κι αν περάσουν, φτάνει να γνωρίζει κανείς τι σημασία των γραμμάτων των βιβλίων και να τηρεί ευλαβικά τις τελετές της διατήρησής τους».
Αν και δεν καταλάβαινα όλες τις λέξεις του Βιβλίο-Οικονόμου, έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, μαγεμένος από τη μουσικότητα της φωνής του. Είχε δίκιο φυσικά, σε ό,τι έλεγε. Η πόλη μας, αν και μεταμορφωμένη σε ένα χλωμό φάντασμα του προκατακλυσμιαίου εαυτού της, είχε επιβιώσει χάρη στη γνώση. Χρωστούσαμε τη ζωή μας στη βιβλιοθήκη που υψωνότανε στο κέντρο της. Σε εκείνο το μεγαλόπρεπο κτίριο που είχε επισκευαστεί ξανά και ξανά για να προστατεύει όλα εκείνα τα αρχαία βιβλία που γνώριζαν πώς νικιόνται οι αρρώστιες, πώς γεννιούνται τα παιδιά με ασφάλεια, πώς καλλιεργείται η τροφή μέσα σε άδειες αίθουσες με σπασμένα παράθυρα, πώς μαζεύεται και συντηρείται το νερό και πώς φτιάχνονται τα δυνατά όπλα που κρατάνε τις βαρβαρικές ορδές της ερήμου σε απόσταση.
«Εμείς, οι Βιβλίο-Οικονόμοι, εκτελούμε ένα ισόβιο χρέος που είναι ιερό. Διδασκόμαστε από μικρά παιδιά την τέχνη της ανάγνωσης και έτσι είμαστε οι μόνοι που μπορούν να σκύψουν πάνω από τα βιβλία και ν’ αφουγκραστούν τον ψίθυρό τους. Ήμαστε οι κλειδοκράτορες της σωτήριας γνώσης και της μνήμης του ανθρώπου».
Έσκυψα ευλαβικά το κεφάλι μου και άθελα μου θυμήθηκα εκείνη την ημέρα που, μικρό παιδί ακόμα, είχα καθίσει μαζί με είκοσι ακόμα συνομηλίκους μου σε ένα μακρόστενο δωμάτιο. Ένας ρασοφόρος Βιβλίο-Οικονόμος, μας είχε δείξει μια σειρά από σχέδια και μας είχε ζητήσει να τ’ αντιγράψουμε πάνω στην ψιλή άμμο που απλωνόταν στο δάπεδο. Εκείνοι που τα είχαν καταφέρει πιο καλά από όλους είχαν γίνει δεκτοί στα ενδότερα της Βιβλιοθήκης και είχαν αποχωριστεί τις οικογένειές τους για πάντα. Εμείς, οι λιγότερο ικανοί, είχαμε επιστρέψει στα σπίτια μας με τις καρδιές μας να γοργοχτυπάνε με ανακούφιση. Κατά βάθος κανείς μας δεν ήθελε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του μέσα στη Βιβλιοθήκη, αποκομμένος από τις οικογένειες και τους φίλους του, καταδικασμένος να «αντιγράφει»-νομίζω αυτή ήταν η λέξη-γράμμα προς γράμμα τ’ αρχαία βιβλία της για το υπόλοιπο της ζωής του.
«Η διατήρηση της γνώσης είναι το μόνο ξόρκι που κρατάει το πνεύμα του ανθρώπου ζωντανό. Και ο μόνος δρόμος που μια μέρα, θα τον οδηγήσει προς το φως της κατανόησης, εκεί όπου θα μπορέσει και πάλι να σταθεί στα πόδια του και να υψώσει το ανάστημα του».
Ένευσα καταφατικά όπως έκανε και κάθε άλλο μέλος του πλήθους.
«Η ιερή πράξη της αντιγραφής, είναι η πεμπτουσία της διατήρησης. Είναι μια πράξη πνευματική που στηρίζεται στις αρετές της υπομονής, της καλλιέργειας της προσοχής και της αυταπάρνησης. Κάθε λάθος στην εκτέλεση της είναι ολέθριο. Αυτός είναι και ο λόγος που οφείλουμε να τιμωρούμε με την εσχάτη των ποινών όσους δείχνουν ασέβεια προς το πρόσωπό της!»
Μια βαριά σιωπή κρεμάστηκε πάνω από την πλατεία. Ο ζεστός αέρας που αναπνέαμε έμοιαζε να έχει βαρύνει ξαφνικά, να έχει φορτιστεί από μια δύναμη που θύμιζε εκείνη την αίσθηση που απλώνεται σ’ ένα μέρος λίγο προτού το χτυπήσει ο κεραυνός.
«Ας εμφανιστεί ο ένοχος!»
Μέσα από τη σκοτεινή σήραγγα εμφανίστηκε ένας σιδεροδέσμιος γέροντας που φορούσε τα μακριά κουρέλια ενός σχισμένου μανδύα και συνοδευόταν από δυο μεγαλόσωμους άνδρες. Τα διακριτικά σύμβολα της στολής τους, μια πορφυρή ζώνη και ένας επίσης πορφυρός κύκλος πάνω στον δεξί ώμο, διαλαλούσαν την ιδιότητα τους: Ανήκαν στο σώμα των υπερασπιστών της βιβλιοθήκης. Τα χέρια του ανθρώπου που περπατούσε σκυφτός ανάμεσά τους ήταν τυλιγμένα από βαριές αλυσίδες και το πρόσωπό του έγερνε σκυμμένο προς το έδαφος. Ωστόσο, η χλωμάδα της επιδερμίδας του, καθώς και τα χέρια του που έμοιαζαν αφύσικα λευκά και απαλά, μαρτυρούσαν την ιδιότητά του. Ήταν και αυτός ένας Βιβλίο-Οικονόμος.
Μόλις στάθηκε μπροστά στον ρασοφόρο που τον είχε καλέσει, ο αλυσοδεμένος άνδρας γονάτισε πάνω στα κοφτερά χαλίκια της πλατείας.
«Γνωρίζεις ποιο είναι το παράπτωμα που διέπραξες;» τον ρώτησε εκείνος που κρατούσε το βιβλίο.
«Το γνωρίζω», του απάντησε με πνιχτή φωνή ο γονατισμένος άνθρωπος.
«Μίλησε, λοιπόν, δυνατά και ομολόγησε την πράξη σου μπροστά σε όλους τους συμπολίτες σου!»
«Έκανα ένα λάθος στην αντιγραφή ενός βιβλίου!» απάντησε με τρεμάμενη φωνή ο ένοχος, «Δεν αντέγραψα σωστά τρία από τα γράμματα μιας λέξης!»
«Αντιλαμβάνεσαι ποια είναι η συνέπεια της πράξης σου»;
«Ναι. Η πράξη μου είχε ως συνέπεια τη διαστρέβλωση του νοήματος ενός βιβλίου. Τη διαφθορά της πληροφορίας που περιέχει. Τη βεβήλωση της γνώσης»!
Το πλήθος που παρακολουθούσε αμίλητο εκείνη τη στιχομυθία, εισέπνευσε άθελα του, σοκαρισμένο. Δεν αποτέλεσα εξαίρεση. Το έγκλημα που είχε διαπράξει εκείνος ο άνθρωπος ήταν ολέθριο. Φανταστείτε όλα τα βιβλία να αντιγράφονταν το ίδιο λανθασμένα! Η μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας θα χανόταν για πάντα!
«Τι πιστεύεις πως σε οδήγησε σε αυτή την πράξη»; Τον ρώτησε και πάλι ο άκαμπτος ανακριτής του.
«Η κούραση. Η απροσεξία. Αντέγραφα επί δέκα ώρες ασταμάτητα και είχα εξουθενωθεί. Ο αντίχειρας μου πονούσε αφόρητα και ζαλιζόμουν.»
«Πιστεύεις λοιπόν πως οι περιορισμοί του σώματός σου δικαιολογούν αυτή την πράξη της απείθειας, της επιπολαιότητας και της ιδιοτέλειας;»
Η φωνή του Βιβλίο-Οικονόμου ήχησε σαν κεραυνός μέσα στην πλατεία. Ο γονατισμένος άνθρωπος έσκυψε το κεφάλι του ακόμα περισσότερο.
«Όχι.»ψέλλισε ξέπνοα.
«Πιο δυνατά!» Του φώναξε ο Βιβλίο-Οικονόμος, «Πρέπει να σε ακούσει κάθε άνθρωπος που βρίσκεται αυτή τη στιγμή εδώ, μέσα σε αυτή την πλατεία!»
«Όχι!» επανέλαβε πιο δυνατά ο γονατισμένος άνθρωπος και η φωνή του αντήχησε γύρω μας σαν κοφτή κραυγή.
«Αποδέχεσαι λοιπόν το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις για την πράξη σου»;
Εκείνος δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητος, με το κεφάλι σκυμμένο και με το πρόσωπο του στραμμένο προς το χαλικόστρωτο έδαφος.
Ο Βιβλίο-Οικονόμος έκανε ένα κοφτό νεύμα με το κεφάλι του και οπισθοχώρησε δυο βήματα. Ένας από τους δυο δεσμοφύλακες έβγαλε από τις πτυχές του χιτώνα που φορούσε ένα μακρύ μαχαίρι. Στη συνέχεια, με μια αστραπιαία κίνηση, έπιασε τα μαλλιά του γονατισμένου γέροντα και του τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω. Το μαχαίρι κατέβηκε γοργό σαν αστραπή. Η λεπίδα του άστραψε στο φως του σκληρού ήλιου και μετά βυθίστηκε στον λαιμό του αλυσοδεμένου ανθρώπου. Ένας καταρράκτης κατακόκκινου αίματος κατρακύλησε πάνω στο στήθος του που σπαρταρούσε φρενιασμένα και πότισε τα χαλίκια της πλατείας.
«Τετέλεσται» ανακοίνωσε με τη βαθιά φωνή του ο Βιβλίο-Οικονόμος. Το αιμόφυρτο σώμα έπαψε να σπαρταράει και σωριάστηκε σαν άδειο σακί πάνω στα χαλίκια. Και μετά, δίχως να πει τίποτα περισσότερο, ο Βιβλίο-Οικονόμος μάζεψε τα λευκά του άμφια και ακολουθούμενος από τους δυο συνοδούς του αποχώρησε από την πλατεία και ξαναμπήκε μέσα στο στόμιο της σκοτεινής σήραγγας.
Το πλήθος, ανάμεσα τους και εγώ, διασκορπίστηκε αμίλητο και φοβισμένο. Το σώμα του νεκρού έμεινε μόνο στην πλατεία, σωριασμένο σαν παραπεταμένη μαριονέττα κάτω από το λευκό φως του ήλιου. Οι δυο φύλακες αποχώρησαν επίσης, εγκαταλείποντας το στις ορέξεις των όρνεων που αργά ή γρήγορα θα έκαναν την εμφάνισή τους και θα τρέφονταν από το καινούργιο κουφάρι. Και όταν το μόνο που θα έμενε από εκείνο θα ήταν κάτι σκορπισμένα κόκκαλα, οι φύλακες θα τα μετέτρεπαν σε σκόνη και θα τη σκόρπιζαν στην έρημο που απλωνόταν έξω από την πόλη απέραντη, λευκή, θανατηφόρα, σαν ένας ωκεανός από τα κονιορτοποιημένα οστά ενός κόσμου που δεν υπήρχε πια.
Tags: article , death , fantasy , fantasy short story , horror , scary , short stories , short-story , Spooky , The Weird Side Daily , twsd , weird , weird stories , weird story , αλλόκοτο , αρχαία βιβλία , βιβλίο με φαντάσματα , βιβλιοθήκη , Διήγημα Φαντασία , διήγημα φανταστικού , διηγήματα φαντασίας , διηγήματα φανταστικού , δολοφονία , εκτέλεση , Έλληνες συγγραφείς , Έρικ Σμυρναίος , θάνατος , Λογοτεχνία , λογοτεχνία φαντασίας , Λογοτεχνία Φανταστικού , τρόμος , φαντασία




Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.