ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος. Όλοι οι άλλοι που ξάπλωναν γύρω μου ήταν. Εξάλλου, είχαμε κάθε λόγο να νιώθουμε χαρούμενοι. Θριαμβευτές. Όλοι εμείς, οι υπέρ προνομιούχοι ενός κόσμου που δεν υπήρχε πια, τώρα, ασφαλείς στο ιδιωτικό μας νησί, απολαμβάναμε την τρυφηλή ζωή μας μακριά από την φρίκη του πολέμου που είχε καταστρέψει τον υπόλοιπο πλανήτη.

21 Απριλίου 2026

1.

Το πάρτι είχε τελειώσει. Το πρώτο φως της χαραυγής, μια αχνή λωρίδα γαλαζωπού φωτός που απλωνόταν στον ανατολικό ορίζοντα, εμφανιζόταν δειλά-δειλά. Η λευκή παραλία απλωνόταν γύρω μου στρωμένη με άδεια μπουκάλια μπύρας και άλλων πολύ πιο δυνατών ποτών, με αλουμινένιες θήκες χαπιών, αμφεταμίνες κυρίως, και με διάσπαρτα ανθρώπινα σώματα που είχαν περιέλθει σε μια κατάσταση ευδαιμονικής αποχαύνωσης.

Οι φωτορυθμικές εγκαταστάσεις του μπαρ που φώλιαζε στα όρια μεταξύ της άμμου και του τροπικού δάσους, εξακολουθούσαν να εκτοξεύουν πολύχρωμες δέσμες προς τον βελούδινο ουρανό όπου τα αστέρια είχαν αρχίσει να χλομιάζουν. Η εκκωφαντική μουσική που ξεπηδούσε από τα πελώρια ηχεία τους μόλις είχε σταματήσει και τ΄αυτιά μου βούιζαν ακόμα καθώς ξάπλωνα πάνω σε μια ξαπλώστρα και πάσχιζα να ξεζαλιστώ από τις καταχρήσεις των προηγούμενων ωρών.

Έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος. Όλοι οι άλλοι που ξάπλωναν γύρω μου ήταν. Εξάλλου, είχαμε κάθε λόγο να νιώθουμε χαρούμενοι. Θριαμβευτές. Όλοι εμείς, οι υπέρ προνομιούχοι ενός κόσμου που δεν υπήρχε πια, τώρα, ασφαλείς στο ιδιωτικό μας νησί, απολαμβάναμε την τρυφηλή ζωή μας μακριά από την φρίκη του πολέμου που είχε καταστρέψει τον υπόλοιπο πλανήτη.

Ανακάθισα στην ξαπλώστρα μου και έριξα μια ματιά πάνω από τον ώμο μου, στις σκιές του πυκνού δάσους που ξεκινούσε πέρα από την λευκή άμμο της τροπικής παραλίας. Βυθισμένο στη χλωμή ανταύγεια του ξημερώματος, έμοιαζε μαγικό, γεμάτο υποσχέσεις. Ασυνήθιστα αρώματα τροπικών λουλουδιών πήγαζαν από τα βάθη του και άγγιζαν τα ρουθούνια μου σαν αέρινα χάδια. Τα απαλά κελαηδητά εξωτικών πουλιών που ξυπνούσαν από την ολονύχτια νάρκη τους, γέμιζαν τη χλιαρή ατμόσφαιρα μ’ ένα απαλό και διάσπαρτο τραγούδι. Αναρωτήθηκα πως είχαν καταφέρει να κοιμηθούν κατά τη διάρκεια του χθεσινοβραδινού ορυμαγδού των αλαλαγμών, των γέλιων και της τέκνο μουσικής. Ίσως η φύση να προσαρμοζόταν στις ιδιοτροπίες των ανθρώπων πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσα να πιστέψω. Ίσως όλα αυτά τα πουλιά, μόλις διαπίστωσαν ότι η κακοφωνία των ανθρώπων ήταν ακίνδυνη, να μας είχαν απλά αγνοήσει.

Το βλέμμα μου πλανήθηκε πιο ψηλά, στις πλαγιές των λόφων που υψώνονταν απαλές σαν γυναικεία στήθη στην ενδοχώρα του νησιού. Πάνω τους λαμπύριζαν διάσπαρτα φώτα, απαλά σαν ολόγιομα φεγγάρια. Ήταν οι κατοικίες μας. Το κάθε ένα από αυτά μια όμορφη βίλα, χτισμένη με οικολογικές προδιαγραφές, ενεργειακά αυτόνομη, βιοκλιματική και κομψότατη, εξοπλισμένη με όλες τις σύγχρονες ανέσεις.

Ήταν ένας πραγματικός παράδεισος. Μια υλοποιημένη ουτοπία που είχε δημιουργήσει το χρήμα και η δύναμη των ισχυρών του κόσμου μας. Το αποτέλεσμα μιας προνοητικής ομάδας ανθρώπων που είχαν δει αυτό που ερχόταν και είχαν αποφασίσει να πάρουν τα μέτρα τους εγκαίρως.

Μέσα μου αναδύθηκε μια φλόγα υπερηφάνειας. Είχα συμμετάσχει και εγώ στη δημιουργία αυτού του θαύματος. Δέκα χρόνια πριν είχα ρευστοποιήσει ένα μεγάλο ποσοστό της περιουσίας μου για να αγοράσω μετοχές του consortium που είχε αποκτήσει αυτό το ξερονήσι, που το είχε μεταμορφώσει σ’ ένα κατάφυτο καταφύγιο και το είχε πουλήσει σε αυτούς που μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια μόνιμη διαμονή στην αγκαλιά του.

Είχε επιλεχτεί πολύ προσεκτικά. Βρισκόταν σ’ ένα σημείο της υδρογείου όπου οι κινήσεις της ατμόσφαιρας και τα θαλάσσια ρεύματα των ωκεανών θα κρατούσαν τα σύννεφα του καπνού και της ραδιενέργειας μακριά, όπου τα πλήθη των εξαθλιωμένων προσφύγων που θα πλημμύριζαν τις λιγότερο κατεστραμμένες χώρες δεν θα μπορούσαν να το προσεγγίσουν.

Το εγχείρημα είχε πετύχει. Είχαν ήδη περάσει δυο βδομάδες από τότε που η τελευταία βόμβα είχε εξαερώσει κάποια μεγαλούπολη του βορείου ημισφαιρίου και εμείς είχαμε επιβιώσει ανέγγιχτοι. Και όχι μόνο ανέγγιχτοι αλλά και περιτριγυρισμένοι από τα προνόμια της ζωής που είχαμε μάθει να απολαμβάνουμε αβίαστα, σαν να ήταν κομμάτι της φύσης μας. Απόψε είχαμε γιορτάσει αυτό το γεγονός. Ανακουφισμένοι, γεμάτοι με μια άγρια χαρά που είχε εκτονωθεί μέσα από έξαλλες ασωτίες.

Εκείνη τη στιγμή είδα μια κίνηση ανάμεσα στα κοντινότερα δέντρα του δάσους.

Στράφηκα στο πλάι και κοίταξα πιο προσεκτικά. Διέκρινα μια ανθρώπινη φιγούρα, λεπτοκαμωμένη και αέρινη, που κινούταν ανάμεσα στους κορμούς των φοινίκων του δάσους. Μια γυναίκα.

Κάτι στον τρόπο που κινούταν διαπέρασε τις ομίχλες της αποχαύνωσης που με είχε κυριεύσει και κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Έβγαλα τα γυαλιά ηλίου που κάλυπταν τα μάτια μου και ο κόσμος έγινε πιο φωτεινός , διαποτισμένος από την γκρίζα φωταύγεια της νεογέννητης ημέρας.

Εστίασα το βλέμμα μου πάνω στην μισοκρυμμένη φιγούρα τη στιγμή που εκείνη αναδυόταν έξω από το δάσος και έκανε το πρώτο βήμα πάνω στη λευκή αμμουδιά.

Την αναγνώρισα αμέσως.

Το όνομα της ήταν Έλενα και ήταν η κόρη ενός πάμπλουτου Έλληνα εφοπλιστή που εκτός από ιδιοφυής, είχε αποδειχτεί και εξαιρετικά προνοητικός. Απ’ ότι γνώριζα από τα κουτσομπολιά των καθημερινών πάρτι που διοργανώνονταν στο νησί, ήταν μοναχοπαίδι και η μητέρα της είχε πεθάνει όταν εκείνη βρισκόταν σε πολύ μικρή ηλικία. Οι διαδοχικές μητριές που είχαν καλύψει την θέση της απούσας μητέρας, αντιμετώπιζαν την ολοκληρωτική αδιαφορίας της, ειδικά όταν από ένα σημείο και μετά η ηλικία τους ήταν μικρότερη από τη δική της. Σαν παρουσία ήταν διακριτική. Δεν ξεχώριζε στις συχνές μας συγκεντρώσεις, μιλούσε λίγο, προτιμούσε να βρίσκεται στις παρυφές της κάθε παρέας. Από ότι ισχυρίζονταν κάποιες κακόβουλες γλώσσες, μάλλον είχε ψυχολογικά προβλήματα γιατί προτιμούσε τη μοναξιά. Περνούσε τις μέρες της σε έναν κήπο που είχε δημιουργήσει στο πίσω μέρος της οικογενειακής βίλας, φροντίζοντας τον συστηματικά ή απολαμβάνοντας την ομορφιά του με ένα βιβλίο στο χέρι.

Η ξαφνική της εμφάνισή μου προκάλεσε ένα μικρό σοκ καθώς θυμήθηκα ακαριαία την συζήτηση που είχα μαζί της την προηγούμενη μέρα:

2.

Στα πλαίσια κάποιας γραφικής εθιμοτυπίας που είχε γεννηθεί στα γαλήνια προάστεια των Αμερικανικών μεγαλουπόλεων, μου είχε ανατεθεί το έργο της διανομής των έγγραφων προσκλήσεων από σπίτι σε σπίτι για το προσεχές πάρτι, σε όλη τη δυτική πλευρά του νησιού. Έτσι λοιπόν, καβάλησα το ηλεκτροκίνητο σκούτερ μου και άρχισα να μοιράζω τα πολυτελή φυλλάδια από γυαλιστερό χαρτί, τα στολισμένα με το χρυσοποίκιλτο οικόσημο του νησιού, έναν σπαθοφόρο άγγελο που περιβαλλόταν από δράκους και από μια εντυπωσιακή άλω.

Μια από τις τελευταίες στάσεις της διαδρομής μου ήταν το σπίτι της Έλενας, μια βίλα που απλωνόταν σ’ ένα ηλιόλουστο ξέφωτο, στη μέση ενός δάσους από πανύψηλους κοκοφοίνικες.

Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Οι πελώριες τζαμαρίες του δεν φανέρωναν καμία κίνηση και η βεράντα που το στεφάνωνε ήταν εντελώς άδεια. Σκέφτηκα να αφήσω την πρόσκληση σε ένα τραπέζι αλλά το έθιμο απαιτούσε να το παραδώσω ιδιοχείρως. Οπότε έκανα το σωστό. Αφού χτύπησα τρεις φορές ένα καμπανιστό κουδούνι και δεν έλαβα καμία απάντηση, έφερα βόλτα το σπίτι και αντίκρισα τον πολύχρωμο κήπο που κρυβόταν πίσω του. Στο τροπικό ηλιόφως ήταν μαγευτικός, τυλιγμένος με σύννεφα γύρης και με γλυκά αρώματα. Και στο κέντρο του, καθισμένη σταυροπόδι, σαν ιέρεια σε στάση διαλογισμού, αντίκρισα την Έλενα. Φορούσε ένα απλό λευκό φόρεμα. Τα  μαλλιά της ήταν λυτά και αγκάλιαζαν τους ώμους της σαν μια κάπα από καπνισμένο ασήμι.

Φαινόταν αφηρημένη, βυθισμένη σε βαθιές σκέψεις. Αποφάσισα να την πλησιάσω διακριτικά για να μην την τρομάξω. Είδα ότι αγκάλιαζε ένα βιβλίο. Στο πάνω μέρος του ήταν γραμμένος με μια στυλιζαρισμένη γραμματοσειρά που θύμιζε κινέζικα ιδεογράμματα ο τίτλος «Τα παιδιά της Χιροσίμα».

Δίστασα. Εκείνη που είχε ακούσει το κροτάλισμα των βημάτων μου πάνω στο ανοιχτόχρωμο χαλίκι που κάλυπτε το έδαφος, έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος μου. Η σκεπτική έκφραση που σκίαζε το πρόσωπό της δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου:

«Ψάχνετε τον πατέρα μου»; Με ρώτησε με απαλή φωνή.

«Όχι απαραίτητα», της απάντησα, «Μπορώ να παραδώσω αυτό το γράμμα σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας».

«Καταλαβαίνω. Μπορείτε να το δώσετε σε μένα. Ο πατέρας μου απουσιάζει αυτή τη στιγμή. Έχει πάει με τη σύζυγό του για μπάνιο στη θάλασσα. Θα γυρίσουν αργά το απόγευμα».

Την πλησίασα ακόμα περισσότερο για να της δώσω την πρόκληση. Εκείνη σηκώθηκε όρθια με μια κίνηση που ήταν γοργή και αβίαστη, σχεδόν ρευστή στην ταχύτητά της, και ακούμπησε το βιβλίο της στο χαλικόστρωτο έδαφος.

Του έριξα μια πλάγια ματιά. Το εξώφυλλο του διακοσμούσε η φωτογραφία ενός μανιταριού από φλεγόμενο καπνό που διαγραφόταν πίσω από το  παιδικό πρόσωπο ενός ανήλικου Γιαπωνέζου που ήταν διάφανο.

Για μια απειροελάχιστη στιγμή μου φάνηκε πως στον κήπο απλώθηκε μια βαριά σιωπή. Μετά όμως ο κόσμος ξανάρχισε να κινείται.

«Ενδιαφέρον το ανάγνωσμά σας», της είπα, έτσι για να της πιάσω τη κουβέντα. Ανέκαθεν μου φαινόταν ενδιαφέρουσα αλλά μέχρι τώρα δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να της πιάσω την κουβέντα καθώς απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Δεν είχε τίποτα από την ρηχή λάμψη των περισσότερων διαθέσιμων γυναικών του νησιού, εκείνη την επιδεικτική συμπεριφορά της αυταρέσκειας που γινόταν κουραστική ύστερα από μια και μόνο νύχτα.

«Επίκαιρο επίσης», πρόσθεσε εκείνη.

Προσπάθησα να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα:

«Γιατί  διαβάζετε κάτι το τόσο καταθλιπτικό σε μια ωραία μέρα σαν την σημερινή; Δεν θα προτιμούσατε να κάνετε και εσείς μια βουτιά ή έστω, μια βόλτα στην ακτή»;

Εκείνη με κοίταξε ανέκφραστα. Τα μάτια της ήταν μεγάλα και πεντακάθαρα, γκρίζα και φωτεινά. Για κάποιο λόγο τα συσχέτισα με την αρχαία θεά Αθηνά. Φαντάστηκα ότι και τα δικά της μάτια θα είχαν εκείνο το διάφανο βλέμμα, το τόσο διαυγές και σκεπτικό.

«Το ανακάλυψα πρόσφατα στη βιβλιοθήκη μου», μου απάντησε με ένα ύφος σαν να μην είχε δώσει μεγάλη σημασία στην ερώτησή μου. «Είναι μια συλλογή εκθέσεων που έγραψαν παιδιά τα οποία επέζησαν από τον πυρηνικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα προκειμένου να μην ξεχαστούν ποτέ οι εμπειρίες τους. Την πρώτη φορά που το είχα διαβάσει, ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Είχα σοκαριστεί τόσο πολύ θυμάμαι που δεν κοιμήθηκα για τρεις μέρες μέχρι που ο πατέρας μου έφερε τον οικογενειακό μας γιατρό και μου χορήγησε ένα ηρεμιστικό. Ήταν μια τραυματική εμπειρία. Ακόμα θυμάμαι τις μέρες και τις νύχτες που προσευχόμουν να μην ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο στον κόσμο».

Η φωνή της ήταν ήρεμη και απαλή. Ευγενική και ρεμβαστική. Ένιωσα τη δύναμη της γοητεία της να αυξάνεται επάνω μου σαν αναπτυσσόμενο ξόρκι.

Προσπάθησα να πάρω μια κολακευτική πόζα για να της τραβήξω το ενδιαφέρον. Έγειρα πάνω στον κορμό ενός κοκοφοίνικα, τον ακούμπησα με τον ώμο μου, σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά στο στήθος μου και έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι, δήθεν σκεπτικά:

«Δυστυχώς οι προσευχές σας δεν εισακούστηκαν», σχολίασα.

Εκείνη με κοίταξε κατάματα με τα εκπληκτικά εκείνα φωτεινά μάτια:

«Πράγματι», συμφώνησε μαζί μου, «Τελικά η ανθρώπινη βλακεία κυριάρχησε και η φρίκη επαναλήφθηκε, αυτή τη φορά παντού. Φαντάζομαι πως εκατομμύρια άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί ή περιφέρονται ακόμα και αυτή τη στιγμή που μιλάμε ανάμεσα σε καρβουνιασμένα ερείπια με το δέρμα να κρέμεται σε λουρίδες από το σώμα τους. Ίσως μάλιστα και να κρατάνε τα χέρια τους ψηλά, για να πονάνε λιγότερο».

«Μα για ποιο λόγο κάνετε τέτοιες νοσηρές σκέψεις»; Τη ρώτησα ενοχλημένος. «Συμφωνώ, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει και ίσως ακόμα περισσότεροι πεθαίνουν αυτή τη στιγμή από εγκαύματα, από τη ραδιενέργεια, από πείνα δίψα αρρώστιες και μολύνσεις. Δεν διαφωνώ. Αλλά εμείς είμαστε ασφαλείς εδώ. Ανέγγιχτοι. Ζούμε ακόμα πολιτισμένα. Μέσα στην πολυτέλεια. Θα έπρεπε να νιώθετε ευγνωμοσύνη για αυτό. Και για το ότι το μόνο που είδαμε από τον πόλεμο ήταν κάποια παράξενα σύννεφα στον ορίζοντα και μια αλλαγή στη στάθμη της θάλασσας»!

Η ένταση που χρωμάτιζε τη φωνή μου φάνηκε να την βγάζει από την κατάσταση του ρεμβασμού στην οποία είχε περιέλθει.

«Εσάς γιατί σας ενοχλούν τόσο πολύ οι σκέψεις μου»;

«Γιατί δεν συνειδητοποιείτε πόσο τυχερή έχετε σταθεί. Αυτή τη στιγμή ολόκληρη η ανθρωπότητα καταρρέει και βυθίζεται στην κόλαση και εσείς, αντί να χαίρεστε που βρίσκεστε μακριά από το χάος, σκέφτεστε τις βόμβες και τη ραδιενέργεια. Είστε αγνώμων»!

Η αλήθεια είναι ότι δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Η διάθεση της ανάλαφρης ερωτοτροπίας που με είχε κυριεύσει όταν είχα αποφασίσει να της πιάσω την κουβέντα, είχε δώσει τη θέση της σε μια βαθιά οργή. Τα χέρια μου έτρεμαν και έσφιγγα το προσκλητήριο για το πάρτι με μανία.

Εκείνη πάντως δεν φάνηκε να επηρεάζεται από την ταραχή που με είχε κυριεύσει.

«Απλά δεν μπορώ να ζω ευτυχισμένη και χαρούμενη όταν ξέρω πως κάτι εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, αναρίθμητοι άνθρωποι υποφέρουν και πεθαίνουν φριχτά» μου απάντησε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο.

Κάτι άστραψε μέσα μου, μια μικρή έκρηξη χαιρεκακίας:

«Αν νοιαζόσασταν πραγματικά για όλους αυτούς τους κακομοίρηδες, θα κάνατε κάτι για να τους βοηθήσετε εμπράκτως. Δεν θα καθόσασταν σαν μελαγχολική δεσποσύνη στον υπέροχο κήπο σας αναλογιζόμενη τα βάσανά τους εκ του ασφαλούς»!

Για πρώτη φορά την είδα να κλονίζεται. Στο πρόσωπο της διαγράφτηκε ένας χάρτης από λεπτές γραμμές που το έκαναν να σκληρύνει. Ήταν ένας σπασμός πόνου.

Έσκυψε το κεφάλι της σαν να είχε ηττηθεί σε κάποια μάχη:

«Έχετε δίκιο, είμαι υποκρίτρια», μουρμούρισε.

Έκανα μια κίνηση να την πλησιάσω αλλά η οργή που με είχε κυριεύσει δεν είχε υποχωρήσει εντελώς. Μουρμούρισα και εγώ κάτι ακατάληπτο, της έδωσα την πρόσκληση και κάνοντας μεταβολή απομακρύνθηκα βιαστικά από κοντά της.

3.

Ολοκλήρωσα την παράδοση των προσκλήσεων όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τηρώντας  τα προσχήματα του κεφιού και της ευγένειας που απαιτούσε η περίσταση και όταν επέστρεψα στο σπίτι μου έκανα μια βουτιά στην προσωπική μου πισίνα μπας και ηρεμήσω. Ήταν μια μάταια προσπάθεια. Τελικά, αναγκάστηκα να απαντήσω αρνητικά σε μια πρόσκληση για ένα μπάρμπεκιου, κατάπια δυο ηρεμιστικά χάπια και έπεσα για ύπνο σαν ξερός.

Ξύπνησα στις μικρές ώρες της νύχτας. Το ηλεκτρονικό ρολόι στο κομοδίνο του κρεβατιού έδειχνε τρεις το πρωί. Βγήκα έξω από τη βίλα μου και ατένισα τον έναστρο ουρανό καθώς με έλουζαν τα αρώματα και οι μελωδίες της τροπικής νύχτας. Ανάμεσα στα αστέρια είδα να κινείται ευθύγραμμα μια αχνή κουκίδα φωτός. Κάποιος τεχνητός δορυφόρος το δίχως άλλο που είχε επιβιώσει από τους ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς που είχαν σαρώσει την απώτερη ιονόσφαιρα και που δεν είχε πέσει ακόμα στη γη εξαιτίας της φθίνουσας τροχιάς του. Και σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλυτης  ηρεμίας συνειδητοποίησα για πρώτη φορά την αλήθεια:

Ο λόγος που είχα εξοργιστεί με την Έλενα δεν ήταν η αγνωμοσύνη που έδειχνε προς την εύνοια της τύχης που την είχε κρατήσει ζωντανή και προστατευμένη. Ήταν ότι είχε δίκιο. Ότι αρνιόταν να υποκριθεί ότι όλα ήταν καλά όταν ένας ολόκληρος κόσμος  είχε βυθιστεί στην κόλαση. Σε αντίθεση με όλους εμάς, τους καλοπερασάκηδες, τους λωτοφάγους του πλούτου και της τεχνολογίας.

Αλλά ακόμα πιο βαθιά μέσα μου, ανακάλυψα και κάτι άλλο. Ο θυμός μου ήταν μια πράξη αυτοάμυνας. Με είχε φέρει αντιμέτωπο με τον τρόμο της πραγματικότητας και την είχα μισήσει για αυτό. Δεν ήθελα να ξέρω. Προτιμούσα τη λήθη. Έκανα μια κίνηση να επιστρέψω στο υπνοδωμάτιο μου για να ντυθώ και να πάω να τη βρω μέσα στην άγρια νύχτα για να της ζητήσω συγγνώμη. Να της πω ότι είχε δίκιο και ότι εγώ ήμουν ο υποκριτής. Με σταμάτησε ωστόσο μια σκέψη. Το επόμενο βράδι ξεκινούσε το μεγάλο πάρτι και έπρεπε να ηρεμήσω, να προετοιμαστώ κατάλληλα, να φανώ το ίδιο κεφάτος, αμέριμνος και ικανοποιημένος όπως όλοι οι άλλοι. Όταν θα τελείωνε θα πήγαινα να την βρω και να της μιλήσω με ειλικρίνεια.

Ξάπλωσα και πάλι στο κρεβάτι μου, πήρα ένα ακόμα χάπι και κοιμήθηκα βαθιά.

4.

Η Έλενα βγήκε από το δάσος. Ήταν ντυμένη με ανθεκτικά  ρούχα πεζοπορίας και στην πλάτη της κουβαλούσε ένα μεγάλο σακίδιο που μάντεψα πως ήταν γεμάτο με τρόφιμα και φάρμακα.

Διέσχισε την αμμουδιά της παραλίας προσεκτικά και αθόρυβα, διακριτικά, προσπαθώντας να μην ξυπνήσει κανέναν από τους εξουθενωμένους γλεντζέδες. Στην άκρη του μικρού κόλπου που απλωνόταν μπροστά μας, υπήρχε ένα καταμαράν, από εκείνα που χρησιμοποιούσαμε για να κάνουμε βόλτες γύρω από το νησί. Το έσπρωξε με δύναμη μέσα στη γαλήνια θάλασσα της χαραυγής, επιβιβάστηκε επάνω του και έβαλε μπρος την μικρή μηχανή που κρεμόταν από την πρύμνη του.

Το πλεούμενο, βουίζοντας ελαφρά, απομακρύνθηκε από την ακτή.

Όλη εκείνη την ώρα την παρακολουθούσα αμίλητος και ακίνητος. Αντιφατικές σκέψεις στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, η επιθυμία να την σταματήσω, να της εξηγήσω ότι είχε δίκιο αλλά ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα με το να εγκαταλείψει τον επίγειο αυτό παράδεισο. Ότι εκεί έξω δεν υπήρχε παρά φρίκη και καταστροφή, αρρώστια και θάνατος. Αλλά μια αντίθετη παρόρμηση με κράτησε ακίνητο. Και τι θα γινόταν αν της άλλαζα γνώμη και έμενε πίσω; Θα απαλλασσόταν ποτέ από τις νοσηρές σκέψεις της ή θα μόλυνε κι άλλους μέχρι τη στιγμή που θα καταστρεφόταν η ηρεμία ολόκληρης της κοινότητας; Αφού δεν ταίριαζε μαζί μας ήταν ολοφάνερο. Ήταν δυστυχισμένη και τόσο μόνη σε αυτό το νησί της ευδαιμονίας.

Η παλίρροια των ναρκωτικών που είχα καταναλώσει απλώθηκε και πάλι και κάλυψε τις σκέψεις μου. Οι ανησυχίες μου αμβλύνθηκαν. Μια αυτάρεσκη νωχελικότητα με έκανε να παραμείνω απλωμένος στην ξαπλώστρα μου και να παρακολουθώ το καταμαράν να απομακρύνεται όλο και περισσότερο, να γίνεται όλο και πιο μικρό έως ότου φάνηκε να λιώνει μέσα στον ολόχρυσο δίσκο του ήλιου που μόλις είχε ανατείλει.

Tags: island , Man , sea , short stories , short-story , woman , άντρας , βίλα , γυναίκα , δάσος , δέντρα , διήγημα , θάλασσα , καταστροφή , κόσμος , νησί , παραλία , τεχνολογία

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε 21 Απριλίου, 2026

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.