“Η τελευταία φτυαριά χώμα έπεσε στο φέρετρο. Οι λιγοστοί παρευρισκόμενοι είχαν ήδη σκορπίσει σφίγγοντας τα μαύρα τους παλτά. Ο νεκροθάφτης λαχανιασμένος έδιωξε έναν κόμπο ιδρώτα από το πρόσωπό του και σφυρίζοντας χάθηκε στο σκοτάδι που είχε ήδη αρχίσει να απλώνει ζοφερό…”
Την κοίταξε με έκσταση. Ο πόθος φούντωνε μέσα του. Η λαχανιασμένη του ανάσα αργά βρήκε τον ρυθμό της καθώς εκείνος με κόμπους ιδρώτα να αυλακώνουν το πρόσωπό του έκανε έναν αργό κύκλο γύρω της. Μία λεπτή φέτα φεγγαριού κρεμόταν λίγο πιο πάνω από τα κεφάλια τους. Ασθενικές αχτίδες γλιστρούσαν ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές των […]
ΣΕΛΙΔΑ 16 / 16
Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.