Μέσα στην καρδιά των Χριστουγέννων

Οι γιορτινές μέρες έχουν αλλάξει πολλά ενδύματα μέσα στους αιώνες, αλλά η μυστική ουσία από την οποία είναι φτιαγμένες, μεταφέρεται με τρόπο ακατάληπτο στην κάθε ιστορία που αφηγούμαστε κάτω από το στολισμένο δέντρο.

Νομίζω πως δεν υπάρχει καταλληλότερη στιγμή να σας μιλήσω για τη μυστηριώδη υπόθεση του Jack Willbrow. Η νύχτα των Χριστουγέννων, πέρα από τα λαμπιόνια και το μπόλικο φαγητό που γεμίζει τις καλοστρωμένες τραπεζαρίες των σπιτιών, έχει κάτι το μαγικό που έλκει αθέλητα την ανθρώπινη ψυχή. Οι γιορτινές μέρες έχουν αλλάξει πολλά ενδύματα μέσα στους αιώνες, αλλά η μυστική ουσία από την οποία είναι φτιαγμένες, μεταφέρεται με τρόπο ακατάληπτο στην κάθε ιστορία που αφηγούμαστε κάτω από το στολισμένο δέντρο. Τώρα λοιπόν που τα χρόνια πέρασαν και έφτασα στο σημείο να έχω παιδιά και εγγόνια -και μάλιστα έχω τη χαρά τούτη την άγια μέρα να σας έχω όλους εδώ- θα σας πω μία ιστορία που είμαι σίγουρος πως θα αντέξει στον χρόνο και θα χρωματίσει την ψυχή σας με τα ανεξίτηλα χρώματα του απρόσμενου.

Ήμουν πολύ μικρός όταν πρωτογνώρισα αυτό το όμορφο ξανθό αγόρι με τα τόσο γλυκά και λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά. Η μακαρίτισσα η θεία μου, μας επισκεπτόταν τις γιορτές για έναν ολόκληρο μήνα και γέμιζε το σπίτι με δώρα και λιχουδιές. Μετά τη σύνταξή της, όταν είχε μείνει πια χήρα, άρχισε να φροντίζει μικρά παιδιά έτσι ώστε να έχει συντροφιά, αλλά και κάποιο επιπλέον εισόδημα. Εκείνα τα Χριστούγεννα είχε αναλάβει τον μικρό Jack.

Η μητέρα του παιδιού ήταν Αγγλίδα. Όταν τα χρόνια της γονιμότητάς της είχαν σχεδόν εξαντληθεί, αποφάσισε να αποκτήσει ένα μωρό χωρίς αναγκαστικά να φορτωθεί και έναν άντρα για μια ζωή. Ο πατέρας επιλέχθηκε όχι με κριτήριο την αγάπη, αλλά τα σωματικά και τα νοητικά του χαρακτηριστικά. Η τράπεζα σπέρματος εγγυήθηκε για αυτά και η διαδικασία προχώρησε δίχως φόβο από μεριάς της. Ο Jack ήταν ένα παιδί του σωλήνα.

Θυμάμαι ήταν πολύ χαμογελαστό, αυθόρμητο και φιλήσυχο πλάσμα. Ενώ μιλούσε ελάχιστα τη γλώσσα μας, ακολουθούσε εμένα και τους φίλους μου σε όλα τα είδη παιχνιδιού με ακόρεστη προθυμία. Πάντα ήταν ντυμένος στην εντέλεια και εξέπεμπε μία εξωτική ευγένεια που σπάνιζε. Η  γνωριμία μας κρατούσε λιγότερο από τρεις εβδομάδες και όλοι πίστευαν πως μόνο αγάπη κρύβεται μέσα σε αυτήν την παιδική καρδούλα. Ωστόσο, κάποιες εκκεντρικότητές του δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες. Πολλές φορές ενώ διασκεδάζαμε και απ’ το γέλιο δεν μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα, αυτός σοβάρευε δίχως φανερό λόγο. Απότομα, οι παραμορφώσεις που δημιουργούνται στο πρόσωπο ενός ανθρώπου όταν ευθυμεί, αντικαθιστούνταν από την παγερή σοβαρότητα ενός ενήλικα. Άλλες φορές όταν τον αφήναμε μόνο του, τον πιάναμε να παραμιλάει σε μία γλώσσα ακαταλαβίστικη που δε θύμιζε κάποια από τις μέχρι τότε γνωστές μας.

Το πατρικό μου στο χωριό βρισκόταν στους πρόποδες ενός μεγαλοπρεπούς βουνού και ήταν σχετικά απομονωμένο από τα υπόλοιπα λιγοστά σπίτια. Οι μεγαλύτεροι από εσάς το έχετε προλάβει, αν και ήσασταν μικρά παιδιά όταν αφήσαμε τη γαλήνη της επαρχίας για να έρθουμε στην πολύβουη πόλη. Εσείς οι μικρότεροι, να ξέρετε πως εκείνο τον καιρό τα παιχνίδια ήταν αρκετά πιο ελεύθερα από ό,τι σήμερα, γιατί οι παλιοί άνθρωποι έδειχναν εμπιστοσύνη στα παιδιά τους και δεν τα κράταγαν κλεισμένα σε ένα δωμάτιο μπροστά από μία οθόνη στο όνομα της ασφάλειας.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και οι γονείς μας ετοίμαζαν από νωρίς το γιορτινό τραπέζι της νύχτας. Το κρύο θέριζε και είχαν μόλις αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Εμείς το μόνο που είχαμε στο μυαλό μας ήταν το παιχνίδι και η περιπέτεια που μας προσέφερε το βουνό. Αφού πήραμε την άδεια των γονιών και ντυθήκαμε καλά, βάλαμε μπρος για το δάσος. Είχαμε κάνει από την προηγούμενη μέρα μία προεργασία, έτσι ώστε να φτιάξουμε ένα μικρό καταφύγιο κάτω από ένα γέρικο έλατο. Ήταν ακόμα πρωί, οπότε είχαμε αρκετό χρόνο μπροστά μας μέχρι τη δύση του ήλιου και το νυχτερινό δείπνο. Ξεκινήσαμε φορτωμένοι ο καθένας με τα εργαλεία του και σχηματίσαμε μία ομάδα με εμένα μπροστάρη, τέσσερις φίλους μου στη μέση και στο τέλος τον Jack.

Εκείνη τη μέρα λοιπόν, η εμπειρία μας ήταν κάτι παραπάνω από περίεργη.  Όσο περπατούσαμε στο βουνό το χιόνι πύκνωνε και τα δέντρα άρχισαν να παίρνουν λευκές αποχρώσεις λες και κάποια υπερκόσμια δύναμη τα στόλιζε αποκλειστικά για εμάς.  Φτάσαμε μετά από μισή ώρα πεζοπορίας στο μέρος και αφού πήραμε μία σύντομη ανάσα, πιάσαμε γρήγορα δουλειά. Κομμάτια ξύλου πετάγονταν αριστερά και δεξιά, ενώ καρφιά τρυπούσαν το σώμα του δέντρου. Χαρά και χαμόγελα και φωνές ικανοποίησης αντηχούσαν στο λευκό δάσος όσο δουλεύαμε. Τα μάγουλα μας είχαν αναψοκοκκινίσει και είχαμε ιδρώσει παρά το τσουχτερό κρύο. Δεν ξέρω πόσο μας πήρε μέχρι να τελειώσουμε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Ένα χαριτωμένο ευρύχωρο σπιτάκι κάτω από ένα γέρικο έλατο στη μέση του πουθενά! Μπήκαμε μέσα στη φωλιά μας και πιάσαμε μία γωνία ο καθένας. Βγάλαμε από τη τσάντα μας το κολατσιό και κάποια παιχνίδια και τα απλώσαμε στον χώρο. Ο Jack όμως ήταν μουντός. Δίχως κάποιον εμφανή λόγο έπεσε πάλι σε αυτή την υποτονική κατάσταση και δεν έβγαζε λέξη.

Για να τον διασκεδάσουμε, αρχίσαμε να λέμε τις ιστορίες των γιαγιάδων μας για τους καλικάντζαρους των Χριστουγέννων και τα στοιχειά του δάσους. Έδειχνε όμως τίποτα να μην μπορεί να τον αγγίξει. Ξαφνικά, εκεί που μας άκουγε ανέκφραστος, άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Έπειτα γύρισαν τα μάτια του και έπαθε κάτι σαν επιληπτικό σοκ. Τρέξαμε πανικόβλητοι προς το μέρος του, δίχως όμως να ξέρουμε πως πρέπει να δράσουμε έτσι ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα. Πήρα την πρωτοβουλία και σήκωσα το κεφάλι του που είχε γίνει ένα με το πάτωμα και το κράτησα αδέξια στην αγκαλιά μου. Έμοιαζε να θέλει κάτι να πει, αλλά δεν του το επέτρεπε το τρεμάμενο σαγόνι του.

Η ώρα πέρναγε και έδειχνε να μην καλυτερεύει η κατάσταση του Jack. Είχαμε απλωθεί όλοι τριγύρω του σαν σμήνος μελισσών- κάτι που σίγουρα δυσκόλευε την κατάσταση. Αποφασίσαμε να πάει ο πιο γοργοπόδαρος από εμάς να φωνάξει τους γονείς μας, για να τον μεταφέρουμε στον γιατρό του χωριού για να του δώσει τις πρώτες βοήθειες. Οι υπόλοιποι απλά προσπαθούσαμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας μέχρι να γυρίσει. Ο ήλιος άρχισε σιγά σιγά να κρύβεται πίσω από την αρχέγονη πλαγιά και τα χιονισμένα έλατα. Όταν κοίταξα έξω από την ξύλινη είσοδο προς το δάσος και αντίκρισα αυτό το θέαμα, με κατέκλυσε ένα πολύ παράξενο συναίσθημα. Ο πυρακτωμένος ήλιος πίσω από τη βουνοκορφή, έμοιαζε με το άγρυπνο μάτι ενός κακόβουλου δαίμονα που είχε σκοπό να μας περιπαίξει, ενώ οι σκιές που σχηματίζονταν από τα πυκνά δέντρα, έκαναν τις ιστορίες των γιαγιάδων για τα στοιχειά του δάσους να φαντάζουν αληθινές.

Επικρατούσε νεκρική σιγή στον χώρο μέχρι που ακούσαμε ένα μουρμουρητό να βγαίνει από το στόμα του Jack. Πλησίασα κοντά το κεφάλι μου, αλλά δεν καταλάβαινα τι προσπαθούσε να πει. Ήταν πάλι αυτές οι μυστήριες λέξεις που ξεστόμιζε καμία φορά όταν τον αφήναμε στην ησυχία του. Ενώ είχα σχεδόν κολλήσει το αυτί μου στα χείλη του, έκανε έναν απότομο σπασμό, άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και με άρπαξε με δύναμη από τον λαιμό μέχρι που με σήκωσε από το έδαφος. Όλοι πάγωσαν. Δεν μπορούσε ένα παιδί στην ηλικία μας να έχει τόση δύναμη. Στη συνέχεια, με πήγε σηκωτό μέχρι τη μέση της καλύβας και οι υπόλοιποι κόλλησαν τα σώματα από τον φόβο τους στους ξύλινους τοίχους. Η αυτοσχέδια πόρτα της εισόδου έκλεισε με δύναμη, τα ξύλα της καλύβας άρχισαν να τρίζουν και τα αντικείμενα που είχαμε απλώσει διάσπαρτα στροβιλίζονταν γύρω μας σαν κυκλώνας.

Η μορφή του Jack έμοιαζε να φωτίζεται με ένα απόκοσμο πρασινωπό φως το οποίο δυνάμωνε όσο εγώ πνιγόμουν. Δίχως καμία ειδοποίηση με άφησε να σωριαστώ κατάχαμα και ενώ τα μάτια του έμοιαζαν με μικρές φλόγες, ξεστόμισε τα εξής λόγια:  «Ο Πατέρας των Πάντων, μου ψιθύρισε με τον μαγικό του αυλό τα μυστικά του δάσους. Θα έχετε την τύχη να δείτε μερικά από τα χαρισματικά παιδιά του για μία στιγμή μόνο και ποτέ ξανά».

Όταν τελείωσε τη φράση ο Jack, ο χώρος επανήλθε στην αρχική του κατάσταση και αυτός σωριάστηκε στο έδαφος. Σχεδόν ταυτόχρονα, ακούσαμε κάποιες στριγκλιές έξω από την καλύβα και τρέξαμε να δούμε τι συμβαίνει- με μία κρυφή ελπίδα πως έφταναν οι γονείς μας. Μας περίμενε όμως μια έκπληξη. Το χιόνι είχε υποχωρήσει, το σκοτάδι είχε πλέον αγκαλιάσει το βουνό και το χλωμό φεγγάρι έριχνε τις ασθενικές ακτίνες του μπροστά σε ένα καλοστημένο θεατρικό, που δεν είχαν ξαναντικρίσει ανθρώπινα μάτια. Γύρω από την καλύβα είχαν συγκεντρωθεί πολλά μικρόσωμα γκριζοπράσινα πλάσματα τα οποία είχαν πιαστεί χέρι χέρι δημιουργώντας έναν τεράστιο κλοιό περιμετρικά μας. Χόρευαν και τσίριζαν όλα μαζί έναν σκοπό, που έμοιαζε με απόκοσμο τραγούδι. Τα πρόσωπά τους είχαν κάτι το υποχθόνιο και το πρωτόγονο. Όσο περνάνε τα χρόνια τα χαρακτηριστικά τους θολώνουν στη μνήμη μου, αυτό όμως που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην ψυχή μου είναι το σαρδόνιο γέλιο τους. Αυτό το γέλιο δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Αφού αφεθήκαμε για λίγη ώρα στο αλλόκοτο θέαμα, μας ξανακυρίευσε ο φόβος και οπισθοχωρήσαμε προς την καλύβα. Σφηνώσαμε κάποια εργαλεία πίσω από την πόρτα και πιάσαμε μία γωνία όλοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον, έτσι ώστε να είμαστε πιο ασφαλείς και να μη μας αποτελειώσει το κρύο. Ο Jack ήταν ακόμα καθηλωμένος στο ίδιο σημείο χωρίς να δίνει σημάδια ζωής.

Τα χαιρέκακα πλάσματα ήθελαν να μας κάνουν με οποιονδήποτε τρόπο να τρομάξουμε, οπότε σκαρφίστηκαν μια σειρά από κόλπα. Στην αρχή ούρλιαζαν, έπειτα χτυπούσαν ρυθμικά τις επιφάνειες των τοίχων ή πετούσαν πέτρες με δύναμη. Ο τρόμος μας, πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις όταν προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Μιλούσαν την ίδια ακαταλαβίστικη γλώσσα που είχαμε τσακώσει να μιλάει ο Jack. Κολλούσαν τα σιχαμερά άτριχα κεφάλια τους, με τα μυτερά αυτιά και τα μικρά κοφτερά δόντια, στα κενά μεταξύ των ξύλων και μας ψιθύριζαν λόγια μαγεμένα.

Μέσα στην απόγνωσή μας, πετάχτηκε ένας από τους φίλους μου και μας είπε τον τρόπο που θα γλιτώναμε. Η γιαγιά του, που ήξερε καλά από τα πλάσματα του δάσους, του είχε πει πως αν κλείσεις τα μάτια σου και πεις τρεις φορές το Πάτερ Ημών θα καταφέρεις να τα διώξεις. Εμείς δεν είχαμε πολλές επιλογές οπότε τον ακούσαμε. Κλείσαμε σφιχτά τα μάτια μας και αρχίσαμε να λέμε όλοι μαζί την προσευχή με μία φωνή. Όταν ανοίξαμε τα μάτια μας… είδαμε τους γονείς μας να στέκονται  μέσα στην καλύβα ακριβώς απέναντι μας και να μας κοιτάζουν απορημένοι.  Ανάμεσά  τους έστεκε σε ακέραιη κατάσταση ο Jack Willbrow με πολύ σοβαρό ύφος και μας περιεργαζόταν.

Είπαν πως τα όσα τους μετέφερε το πανικόβλητο τρεχαντήρι δεν έβγαζαν κάποιο νόημα, οπότε ήρθαν να δουν μόνοι τους τι ακριβώς είχε συμβεί.  Είχε περάσει για τα καλά η ώρα και το φαγητό είχε ήδη κρυώσει. Ζήτησαν μία καλή δικαιολογία, ειδάλλως θα μπαίναμε για πολλές μέρες τιμωρία. Καθίσαμε και τους εξηγήσαμε λεπτομερώς τι συνέβη αλλά το μόνο που καταφέραμε ήταν να τους κάνουμε να γελάσουν με την καρδιά τους. Νόμιζαν πως τους είχαμε στήσει μία Χριστουγεννιάτικη φάρσα. O Jack συνέβαλε σε αυτό. Τους είπε πως δεν ήθελε να μπλεχτεί στη φάρσα που σκαρώσαμε, γιατί ήξερε πως θα ανησυχούσαν. Έπειτα γύρισε προς το μέρος μας και χαμογέλασε με το μοχθηρό χαμόγελο των πλασμάτων του δάσους.

Μετά από το συμβάν γυρίσαμε γρήγορα πίσω και αφού ακούσαμε ένα κατσάδιασμα δίχως προηγούμενο, καθίσαμε όλοι μαζί στο γιορτινό τραπέζι και φάγαμε μέχρι σκασμού. Από την επόμενη μέρα μπήκε σε εφαρμογή η τιμωρία και η παρέα κατακερματίστηκε. Τον Jack δεν τολμήσαμε να τον ξαναπλησιάσουμε παρά τις παρακλήσεις των γονιών μας. Κρατήσαμε τις απαραίτητες αποστάσεις μέχρι που έφυγε.  Ωστόσο, όλοι μείναμε με την απορία του τι ακριβώς έγινε εκείνη την ημέρα και το πώς καταφέραμε να διώξουμε τα πλάσματα του δάσους.

Όταν πέρασαν οι γιορτές είπαμε να επισκεφτούμε τη γιαγιά του φίλου μου που μας έσωσε με τις γνώσεις της, για να μάθουμε όσα περισσότερα μπορούσαμε. Πήγαμε στο πετρόχτιστο σπιτάκι που έμενε και τη βρήκαμε στην κουνιστή καρέκλα της μπροστά στο τζάκι να πλέκει. Της περιγράψαμε τα όσα ζήσαμε και περιμέναμε με αγωνία τη συμβουλή της. Χαμήλωσε τα μικρά γυαλιά της, μας κοίταξε για λίγη ώρα και μας πρόσφερε ένα ζεστό χαμόγελο λέγοντας: «Γλυκά μου παιδάκια, σε εμάς τους γερόντους δεν κάνουν εντύπωση πράματα σαν αυτά. Οι παλιοί άνθρωποι του βουνού ξέρουμε πως την Παραμονή των Χριστουγέννων οι καλικαντζαραίοι βγαίνουν από τα λαγούμια τους για να πειράξουν τους ανθρώπους που τόσο ζηλεύουν για την ομορφιά και τη χαρά τους. Κάποιοι δε, είναι παιδιά του Μεγάλου Πατέρα του δάσους ή του Πατέρα των Πάντων. Τα αρχαία χρόνια τον λέγανε Πάνα ή Παν. Τα παιδιά του Πάνα αν και έχουν ανθρώπινη μορφή δρουν σαν εντολοδόχοι του και έχουν ικανότητες που ξεπερνούν τις ανθρώπινες δυνάμεις. Μπορούν και μιλάνε με τους καλικαντζαραίους και τα παγανά και αν ποτέ σου δώσουν έναν χρησμό τότε θα βγει αληθινός. Έτσι έγινε και με εσάς. Ο Jack είναι τέκνο του αρχέγονου Θεού Πάνα. Μη φοβάστε όμως παιδιά μου, το καλό δε νικιέται. Θέλει μόνο προσευχή και πίστη. Προσευχή και πίστη…»

Οι χρωματισμοί εναλλάσσονταν στα λαμπιόνια του δέντρου, που ήταν περιτριγυρισμένο από πολύχρωμα κουτιά με δώρα. Τα παράθυρα του σπιτιού είχαν θολώσει λόγω της ζέστης που έβγαινε από το καλοθρεμμένο με κούτσουρα τζάκι και το σπίτι μύριζε γαλοπούλα. Τα παιδιά κοιτούσαν τον παππού τους με τα μάτια θαμπωμένα και τα στόματα μισάνοιχτα. Οι μεγαλύτεροι είχαν γίνει πάλι παιδιά και σχεδόν πίστεψαν την κάθε λέξη του γαλήνιου ηλικιωμένου. Η ιστορία αυτή θα έμενε σίγουρα σε όλους αξέχαστη όπως τους είχε υποσχεθεί στην αρχή. Τι σημασία έχει αν ήταν αλήθεια ή ψέματα, μέρες σαν και αυτές όλα είναι πιθανά.

 

Tags: article , christmas night , christmas story , creatures , dark , elf , fairytale , fantasy , forest , goblins , holy night , in the woods , jack , jack willbrow , monster , mystery , scary , snow , story , weird , αγάπη , αλλόκοτο , ανατριχίλα , βιβλία , γιορτές , δάσος , δέντρο , διήγημα , ιστορία , καλικάντζαροι , λαμπιόνια , μυστήριο , μυστηριώδης υπόθεση , νοσταλγία , παραμονή χριστουγέννων , παραμύθι , φαντασία , χιόνο , Χριστούγεννα , ψυχολογία

Βαγγέλης Γιατρούτσικος - Πράττος

Δημοσιεύτηκε 24 Δεκεμβρίου, 2019

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.