Ματωμένη Χιονάτη, μέρος Γ΄: Απόδραση

«Μόλις έπεσε το σκοτάδι, βγήκαν από την κρυψώνα τους. Μπήκαν στο σπίτι από την πόρτα της αυλής, παραβιάζοντάς τη. Άκουσαν βήματα από πάνω. Ήταν η μητέρα της. Έπρεπε να την ακινητοποιήσουν. Με γοργά, αλλά προσεκτικά βήματα, ανέβηκαν τη σκάλα…»
Το Γ’ και τελευταίο μέρος του αγωνιώδους ψυχολογικού διηγήματος του Παναγιώτη Ματσίγκα.

Το επόμενο πρωί η δρ. Θέρστοουν ήρθε με τη συνοδεία μίας νοσηλεύτριας για τις καθιερωμένες εξετάσεις. Η Ρενέ και ο Άντριου περίμεναν καθισμένοι στα κρεβάτια τους.

Η γιατρός πλησίασε τη Ρενέ.

«Καλημέρα. Πώς είσαστε σήμερα;» Η μορφή της άλλαξε απότομα όταν την κοίταξε στα μάτια. Η αποκρουστική μορφή την πλησίαζε χαμογελώντας και αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα της δόντια.

«Τώρα!» ούρλιαξε η Ρενέ.

Ο Άντριου πετάχτηκε όρθιος, άρπαξε τη σύριγγα από το χέρι της νοσηλεύτριας, και χτύπησε το χειριστήριο με το οποίο μπορούσε να καλέσει βοήθεια, ρίχνοντάς το κάτω. Η γιατρός γύρισε προς το μέρος του. Η Ρενέ σηκώθηκε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό της. Ο Άντριου κάρφωσε τη σύριγγα στην κόρη του οφθαλμού της νοσηλεύτριας και άδειασε το περιεχόμενό της στο εσωτερικό. Εκείνη έβγαλε μία δυνατή στριγκλιά. Αμέσως, βούτηξε το κεφάλι της και κοπάνησε τον αυχένα της στο σίδερο του κρεβατιού. Ένα δυνατό κρακ ακούστηκε κι έπειτα σωριάστηκε σαν πάνινη κούκλα στο πάτωμα, με τη σύριγγα ακόμη καρφωμένη στο αριστερό της μάτι.

Η Ρενέ συνέχιζε να πνίγει τη δρ. Θέρστοουν, η οποία τιναζόταν στις τελευταίες απεγνωσμένες της προσπάθειες να ελευθερωθεί. Ο Άντριου άρπαξε τη μικρή τηλεόραση που ήταν τοποθετημένη στο κομοδίνο και την κατέβασε με δύναμη στο πρόσωπο της γιατρού. Το σαγόνι της αποκολλήθηκε, σχεδόν, από το υπόλοιπο κεφάλι καθώς κρέμασε προς τα δεξιά. Αίματα και σπασμένα δόντια γέμισαν το πάτωμα. Η γιατρός έπεσε στο έδαφος. Εκείνος, για να σιγουρευτεί απόλυτα, τη χτύπησε άλλες τρεις φορές στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γεμίζοντας τη γωνία της τηλεόρασης με αίματα  και κομμάτια μυαλού.

Πήραν το χειριστήριο και στάθηκαν πίσω από την πόρτα, ένας σε κάθε πλευρά. Η Ρενέ πάτησε το κουμπί που καλούσε την ασφάλεια και περίμεναν. Ένα λεπτό μετά, η πόρτα άνοιξε και ο σεκιούριτι εισήλθε στο  δωμάτιο. Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτo, ο Άντριου κοπάνησε με την τηλεόραση το πίσω μέρος του κεφαλιού του, συνθλίβοντάς το. Η Ρενέ πήρε το γκλοπ του και έτρεξαν προς τα μαγειρεία. Τέτοια ώρα είχε μείνει μόνο η καθαρίστρια μέσα. Διέσχισαν το διάδρομο τρέχοντας και αμέσως σήμανε συναγερμός. Δεν τους ανησύχησε ιδιαίτερα για την ώρα, καθώς ο φύλακας που είχε αναλάβει την άμεση παρέμβαση, κειτόταν νεκρός στο πάτωμα του δωματίου-κελιού τους. Ο χρόνος, λοιπόν, ήταν αρκετός για να τρέξουν προς το μαγειρείο. Ήταν μόλις η Τρίτη πόρτα προς τα αριστερά.

Ο Άντριου έπεσε πάνω στην πόρτα και την άνοιξε με πάταγο. Έπρεπε να βιαστούν. Από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιζόταν το υπόλοιπο προσωπικό ασφαλείας. Η καθαρίστρια ζάρωσε πίσω από τον πάγκο. «Τα κλειδιά της πόρτας και του αυτοκινήτου σου. Τώρα!» της φώναξε ο Άντριου, την ώρα που η Ρενέ έσπρωχνε μπροστά από την πόρτα τον πάγκο με τα ξύλα κοπής.

Η καθαρίστρια ψέλλισε όχι. «Τώρα!» επέμεινε εκείνος. Η Ρενέ άρπαξε ένα μαχαίρι κι εκείνος έπιασε το χέρι της και το κόλλησε στον πάγκο. «Δε θα το ξαναπούμε».

«Όχι, όχι… δεν μπορώ να σας τα δώσω». Τότε, κατέβασε το μαχαίρι και έκοψε τον παράμεσο της καθαρίστριας, η οποία ούρλιαξε από πόνο. «Δώσε τα κλειδιά μωρή. Τώρα! Θα σε κομματιάσω!» στρίγκλιζε εκτός εαυτού, ενώ οι φύλακες έφτασαν έξω από την πόρτα και φώναζαν στους δύο επίδοξους δραπέτες να την ανοίξουν.

Με τρεμάμενο χέρι, η καθαρίστρια τους έδωσε τα κλειδιά, καθώς έκλαιγε με αναφιλητά. Ξεκλείδωσαν την πόρτα, την ώρα που οι φύλακες άρχισαν να παραμερίζουν τον πάγκο, κλωτσώντας την πόρτα και απειλώντας.

Όρμησαν με φόρα στο προαύλιο. «Εκεί!» φώναξε ο Άντριου δείχνοντας το αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή, οι φύλακες μπήκαν στην κουζίνα.

«Ε-ε-έφυγαν», ψέλλισε η καθαρίστρια. «Κυνηγήστε τους», είπε ο ένας. «Εγώ θα φέρω πάγο και θα φωνάξω έναν γιατρό». Οι άλλοι δύο κίνησαν προς το προαύλιο. «Έ-έ-έχουν το αμάξι μου», τους είπε.

Ο ένας από τους δύο έβγαλε τα κλειδιά του αμαξιού του από την τσέπη. Όταν βγήκαν, οι δύο δραπέτες είχαν ήδη μπει επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο και ξεκινούσαν. Γρήγορα, μπήκαν κι αυτοί στο τζιπ και άρχισαν να τους κυνηγούν.

Ο Άντριου οδηγούσε σαν μανιασμένος. «Πρόσεχε!» του φώναξε η Ρενέ καθώς πήγε να χάσει τον έλεγχο σε μία στροφή. Οι φύλακες τους πλησίαζαν με γοργό ρυθμό.

«Κρατήσου», της είπε. Το παλιό αυτοκίνητο της καθαρίστριας δεν είχε καμία τύχη απέναντι στο τζιπ. Μόνο μία επιλογή έβλεπε.

Πήγε στην άκρη του δρόμου. Οι φύλακες πήγαν ακριβώς πίσω τους.

«Με το τρία, θα πηδήξουμε έξω από το αυτοκίνητο, προς το δάσος. Πέρνα στο πίσω κάθισμα».

«Δεν υπάρχει περίπτωση, θα σκοτωθούμε».

«Ή το ρισκάρουμε, ή μας πιάνουν και γυρνάμε πίσω». Τον κοίταξε και κατένευσε. Πήρε μία βαθιά ανάσα και πέρασε στο πίσω κάθισμα.

«Ένα, δύο, τρία!» Άνοιξαν μαζί τις πόρτες και πήδησαν έξω. Ο Άντριου πριν πέσει, τράβηξε το χειρόφρενο. Έπεσαν στην άκρη του δάσους και άρχισαν να κατρακυλούν, γεμίζοντας γδαρσίματα, πληγές και μελλοντικούς μώλωπες καθώς χτυπούσαν σε πεσμένα κλαδιά, θάμνους και πέτρες.

«Πρόσεχε!» ούρλιαξε ο ένας φύλακας. Ο οδηγός προσπάθησε να στρίψει το τιμόνι, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Η απόσταση με το προπορευόμενο όχημα ήταν πάρα πολύ μικρή. Το τζιπ καρφώθηκε στο μπροστινό αμάξι, οι αερόσακοι άνοιξαν και οι δύο φρουροί έσκασαν πάνω τους. Το όχημά τους στη συνέχεια εκτροχιάστηκε και κύλισε σε ένα χαντάκι λίγα μέτρα δίπλα από τους άλλους δύο, ντεραπάρισε και έμεινε αναποδογυρισμένο. Οι δύο φύλακες έφεραν βαριά τραύματα στο κεφάλι, τα οποία λίγη ώρα αργότερα θα τους στοίχιζαν τη ζωή.

Ο Άντριου και η Ρενέ σηκώθηκαν τρεκλίζοντας. Ήταν και οι δύο γεμάτοι τραύματα, ευτυχώς για εκείνους, επιφανειακά. Από μακριά ακούγονταν σειρήνες περιπολικών, δεν είχαν χρόνο για ξεκούραση. Κατευθύνθηκαν βαθιά μέσα στο δάσος.

«Πώς θα φτάσουμε τώρα στο σπίτι σου;»

«Θα δούμε». Συνέχισαν το περπάτημα για αρκετή ώρα μέχρι να νιώσουν ασφαλείς να ξαποστάσουν. Το λόγο πήρε η Ρενέ, η οποία επεξεργαζόταν ένα πλάνο όση ώρα απομακρύνονταν.

«Πρώτα, πρέπει να βγούμε στον κεντρικό. Εκεί έχει ένα καφέ, στο οποίο σταματούν οι οδηγοί των φορτηγών, κυρίως. Πρέπει να κλέψουμε ένα από εκεί».

Σχεδόν δύο ώρες μετά, ήταν στο πίσω μέρος του καφέ, στο οποίο βρισκόταν το πάρκινγκ, Περίπου δέκα λεπτά μετά, έκανε την εμφάνισή του ένας οδηγός. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα για να βγάλει τα κλειδιά του από την τσέπη. Σύρθηκαν αθόρυβα πίσω του και ο Άντριου πέρασε τον αγκώνα του γύρω από το λαιμό του, ενώ η Ρενέ κάλυψε το στόμα και τη μύτη του, μέχρι εκείνος να πέσει αναίσθητος.

Πήραν τα κλειδιά και η Ρενέ κάθισε στη θέση του οδηγού. Από εδώ ήξερε πώς θα γυρίσει στο σπίτι. Κοίταξε το ρολόι στο ταμπλό. 17:34. «Αν το πρόγραμμά του δεν έχει αλλάξει, σε μισή ώρα θα φύγει για να πάει να βρει τους φίλους του».

Δυόμιση ώρες μετά, βρίσκονταν έξω από το σπίτι. Είχαν παρκάρει το φορτηγό δύο στενά παρακάτω για να μην κινήσουν υποψίες.

«Σε λίγο θα αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι», είπε ο Άντριου. «Περιμένουμε», του απάντησε. Κρύφτηκαν πίσω από το φράχτη του γειτονικού σπιτιού.

Μόλις έπεσε το σκοτάδι, βγήκαν από την κρυψώνα τους. Μπήκαν στο σπίτι από την πόρτα της αυλής, παραβιάζοντάς τη. Άκουσαν βήματα από πάνω. Ήταν η μητέρα της. Έπρεπε να την ακινητοποιήσουν. Με γοργά, αλλά προσεκτικά βήματα, ανέβηκαν τη σκάλα.

«Πρόσεχε. Απλά θα την ακινητοποιήσεις», ψιθύρισε η Ρενέ. Ο Άντριου κατένευσε.

Κρύφτηκαν πίσω από το σερβάν που ήταν τοποθετημένο στο διάδρομο. Ο Άντριου πήρε ένα από τα βάζα που διακοσμούσαν το έπιπλο. Μόλις η μητέρα της πέρασε από μπροστά, τη χτύπησε με αυτό στο πρόσωπο και σωριάστηκε με τη μία στο πάτωμα. Η Ρενέ έκλεισε τα μάτια της και έστρεψε το κεφάλι της προς την αντίθετη μεριά.

«Γρήγορα, να τη δέσουμε και να τη φιμώσουμε. Κουνήσου!» της είπε. Την έδεσαν με ταινία και της κόλλησαν άλλο ένα κομμάτι στο στόμα. Την έβαλαν στο κρεβάτι της.

«Εσύ θα μείνεις εδώ. Αν ξυπνήσει, ξαναχτύπα τη», του είπε.

«Χρειάζεσαι βοήθεια με αυτόν».

«Όχι», «Μα…». Το βλέμμα της δεν του άφηνε περιθώρια για διαπραγμάτευση.

Η Ρενέ κατέβηκε τη σκάλα και έβγαλε από τη ζώνη της το μαχαίρι που είχε πάρει από την κουζίνα του ιδρύματος. Κάθισε στον καναπέ και περίμενε υπομονετικά. Από την πόρτα της κουζίνας βγήκαν οι υπόλοιποι επτά. Ήταν εδώ, όπως της είχαν πει. Στάθηκαν απέναντί της.

«Ήρθε η ώρα», είπαν με μία φωνή και ύστερα έμειναν ακίνητοι.

Η ώρα κυλούσε βασανιστικά αργά, ώσπου ακούστηκε ο ήχος του κλειδιού που εισερχόταν στην κλειδαριά. Μπήκε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα και έκανε να ανάψει το φως.

«Σου το είχα πει ότι θα έρθουμε». Εκείνος αναπήδησε ξαφνιασμένος και πάτησε το διακόπτη. Η Ρενέ έτρεξε κατά πάνω του ουρλιάζοντας. Της γράπωσε τα χέρια και την πέταξε στο πάτωμα. Το μαχαίρι γλίστρησε από το χέρι της και κύλησε πέρα. Έπεσε πάνω της και την έπιασε από το λαιμό.

«Πώς; Πώς έφυγες;», φώναζε.

«Θα σε σκοτώσω!». Εκείνη πάλευε να πάρει ανάσα. Δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια της. Με την άκρη του ματιού της είδε ένα τασάκι στην άκρη του μικρού τραπεζιού που βρισκόταν δίπλα της. Τέντωσε το χέρι της και ευχήθηκε να το φτάσει. Πράγματι, τα δάχτυλά της το έπιασαν. Το έσπασε με δύναμη στο κεφάλι του.

Εκείνος ζαλίστηκε και αίματα άρχισαν να τρέχουν στο πίσω μέρος του κρανίου του. Τρέκλισε και έπεσε στο πλάι. Η Ρενέ πήρε μία βαθιά ανάσα και σύρθηκε για να πιάσει το μαχαίρι.

«Σου το είχαμε πει!» φώναξε καθώς ορμούσε κατά πάνω του. Την έπιασε ξανά. Η Ρενέ τον χτύπησε με το γόνατο στο στομάχι και εκείνος δίπλωσε από τον πόνο. Η λαβή του χαλάρωσε για ένα μόλις δευτερόλεπτο. Ωστόσο, της ήταν αρκετό. Ελευθέρωσε το χέρι της που κρατούσε το μαχαίρι και τον κάρφωσε στο μέτωπο, ύστερα στα μάτια, ύστερα στα μάγουλα. Ξανά και ξανά και ξανά. Έπεσε εξουθενωμένη στο πάτωμα. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει.

«Κατέβα!», φώναξε. Ο Άντριου έλυσε τη, λιπόθυμη ακόμα, μητέρα της και κατέβηκε. Βγήκαν και πάλι από την πόρτα της αυλής κι έτρεξαν προς το φορτηγό. Από μακριά, ακούγονταν οι σειρήνες των περιπολικών. Οι γείτονες είχαν καλέσει την αστυνομία ακούγοντας τα ουρλιαχτά και τη φασαρία.

Δεν την ενδιέφερε αν θα την έπιαναν. Την ενδιέφερε να μάθει ο πατέρας της την είδηση και να επικοινωνήσει ξανά με τη μητέρα της, την ενδιέφερε πως εκείνος ήταν νεκρός και αυτή, έστω και για λίγο, είχε αναπνεύσει ξανά ελεύθερη.

Είδε τους άλλους επτά να βγαίνουν από το σπίτι. Θα την ακολουθούσαν, όπως έκαναν πάντα. Ήταν, είναι και θα είναι οι σύμμαχοί της. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε.

Είχε κρατήσει την υπόσχεσή της.

**********          **********

Διαβάστε το Ά μέρος εδώ

Διαβάστε το ΄Β μέρος εδώ

Tags: blood , doctor , escape , exit , madhouse , mystrery , nurse , psychiatric clinic , psychological , sanitarium , short-story , story , αίμα , απόδραση , βία , Γιατρός , διήγημα , κελί , μυστήριο , νοσοκόμα , σύριγγα , τρόμος , Φόβος , Ψυχιατρείο , ψυχική διαταραχή , ψυχολογικό

Παναγιώτης Ματσίγκας

Δημοσιεύτηκε Μάρτιος 18, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.