Οι Άλλοι

Είναι σκουλήκια. Αηδιαστικές προνύμφες που δεν πρόκειται ποτέ να βγάλουν φτερά. Που κοιμούνται βαθιά σε μια ασφυκτική κυψέλη, καλυμμένοι με μια κολλώδη γλίτσα. Οι Άλλοι.

29 Ιανουαρίου 2020

Είναι σκουλήκια. Αηδιαστικές προνύμφες που δεν πρόκειται ποτέ να βγάλουν φτερά. Που κοιμούνται βαθιά σε μια ασφυκτική κυψέλη, καλυμμένοι με μια κολλώδη γλίτσα. Οι Άλλοι. Τους έχω μυριστεί εδώ και αρκετό καιρό. Απλά, μέχρι τώρα, δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος. Χρειαζόμουν μια τελική επιβεβαίωση.

Είμαι στριμωγμένος σ’ ένα βαγόνι, με δεκάδες από τη φάρα τους. Αυτός που πιέζει το δεξί πλευρό μου με τον αγκώνα του, βρωμάει απλυσιά. Η γυναίκα που συνθλίβει το στήθος μου με την πλάτη της, ζέχνει ένα δυνατό άρωμα. Ένας άλλος που στέκει  διαγώνια προς εμένα, με τα δάχτυλά του γαντζωμένα σε μια χειρολαβή και τον ώμο του ν’ αγγίζει τη μύτη μου, λαγοκοιμάται. Τα σώματά μας είναι κολλημένα,  συμπιεσμένα σαν σαρδέλες στο στενάχωρο βαγόνι. Κοιτάζω γύρω μου, προσπαθώντας από ένστικτο να ξεφύγω, νοερά τουλάχιστον, από την πίεση των ζεστών σωμάτων που με περικυκλώνουν από παντού και απειλούν να εισχωρήσουν μέσα μου με τις οσμές και τις ανάσες τους. Και τότε βλέπω τα πρόσωπά τους. Είναι κλειστά, σαν πέτρινα. Κλειδωμένα σ’ επιφανειακές εκφράσεις δυσφορίας, θυμηδίας και συγκρατημένου θυμού. Και λέω επιφανειακές γιατί κάτω από εκείνες τις μυϊκές συσπάσεις που σχηματίζουν αυτούς τους μορφασμούς υπάρχει κάτι άλλο, κάτι πολύ σκοτεινό και παράξενο: Μια ικανοποιημένη αποδοχή, μια αίσθηση γλυκερής μοιρολατρίας. Τα μάτια τους δε λάμπουν με θυμό όπως θα έπρεπε. Είναι νεκρά. Ακίνητα. Ατενίζουν το τίποτα άτονα και ανέκφραστα, βυθισμένα σε μια παχύρρευστη κατατονία που δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο. Υπάρχει κάτι στα άδεια εκείνα βάθη που βρίσκει ανακούφιση σ’ αυτή την αφόρητη κατάσταση.

Αρχίζω ν’ ασφυκτιώ. Η συνειδητοποίηση ότι περιβάλλομαι από μη-ανθρώπινες οντότητες, από μεταμφιεσμένες προνύμφες που με τυλίγουν με την ψυχική τους γλίτσα, μου κόβει την ανάσα. Νιώθω σαν εξερευνητής Αιγυπτιολόγος που χάνεται στα δαιδαλώδη βάθη κάποιας τεράστιας πυραμίδας και πέφτει σ’ ένα αδιέξοδο. Και τότε αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει διαφυγή, ότι πάνω απ’ το στενό λαγούμι που τον σφίγγει από παντού, συσσωρεύονται εκατομμύρια τόνοι πέτρας που απειλούν να τον συνθλίψουν μέσα στο καυτό σκοτάδι. Δεν επέλεξα τυχαία την παρομοίωση με την Πυραμίδα. Οι Πυραμίδες χρησιμοποιούνται για να περιγραφούν ιεραρχικές κοινωνίες έτσι δεν είναι; Πολιτισμοί όπου η ελεύθερη βούληση απουσιάζει εντελώς, όπου το άτομο δεν έχει καμία υπόσταση και που όλοι υπάρχουν για να υπηρετούν ένα βασιλιά ή μια βασίλισσα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα έντομα. Με τις μέλισσες τους τερμίτες και τα μερμήγκια. Έντομα. Αυτή είναι η λέξη που τους καθορίζει. Οργανισμοί χωρίς σκέψη και βούληση. Που απλά υπακούν σ’ ένα προγραμματισμό και έχουν μεταμφιεστεί σε ανθρώπους. Με την ίδια λογική που πολλά έντομα μοιάζουν με φύλλα και κλαδιά, ή στολίζουν τα φτερά τους με εντυπωσιακά σχέδια που μοιάζουν με μάτια για να φοβίζουν τους εχθρούς τους. Έτσι συμβαίνει και μ’ αυτούς. Έχουν εισχωρήσει στις ανθρώπινες κοινωνίες εδώ και πολλά-πολλά χρόνια, έχουν τελειοποιήσει το καμουφλάζ τους και τώρα απειλούν να καταλάβουν τα πάντα. Θα πρέπει να έχουν γίνει πάρα πολλοί. Λογικό είναι. Τα έντομα αναπαράγονται ταχύτατα και σε περιβάλλοντα όπου απουσιάζουν οι φυσικοί εχθροί τους, κατακλύζουν κάθε ελεύθερο χώρο. Σαν τις ακρίδες που σχηματίζουν σμήνη τόσο πυκνά που σκεπάζουν τον ήλιο. Και μετά πέφτουν πάνω σε εύφορα χωράφια και τα απογυμνώνουν και κατατρώνε τα πάντα. Καταναλώνουν κάθε φυσικό πόρο. Ακριβώς όπως κάνει το ανθρώπινο είδος στον πλανήτη. Μόνο που δεν είναι το ανθρώπινο είδος που αναπαράγεται ασύστολα και κατατρώει τα πάντα, αλλά αυτά εδώ. Τα Ανθρωπόμορφα Έντομα. Σηκώνω ψηλά το κεφάλι και χαμογελάω. Νιώθω χαρούμενος για εκείνη την ξαφνική έκλαμψη διορατικότητας. Τώρα ξέρω. Έχω καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο συρμός του μετρό σταματάει να κινείται. Οι πόρτες του βαγονιού ανοίγουν. Το παστωμένο πλήθος αναδεύεται γύρω μου σαν μονοκύτταρη αμοιβάδα. Μα αυτό ακριβώς είναι. Ένας ενιαίος οργανισμός. Μια εκκολαπτόμενη κυψέλη. Καθώς ατενίζω το χαμηλό ταβάνι του βαγονιού και τα λευκά του φώτα, το χαμόγελο που απλώνεται στο πρόσωπό μου πλαταίνει. Γελάω πνιχτά. Τώρα ξέρω.

Μια ξαφνική παρόρμηση με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα μου και να κοιτάξω γύρω μου επιφυλακτικά. Ένα ένστικτο. Αντιλαμβάνομαι τότε ότι τα βλέμματα πολλών έχουν εστιαστεί επάνω μου. Όλο και περισσότερα πρόσωπα στρέφονται  προς το μέρος μου και με κοιτάνε μ’ εκείνα τα νεκρά και άδεια μάτια. Φοβάμαι. Με έχουν εντοπίσει. Είμαι ένα ξένο σώμα μέσα στην κυψέλη τους. Ένας παρείσακτος. Και τι κάνουν οι μέλισσες μιας κυψέλης, οι σφήκες μιας σφηκοφωλιάς και τα μερμήγκια όταν καταλάβουν ότι μέσα στην δαιδαλώδη πολιτεία τους έχει μπει ένας εισβολέας; Τον σκοτώνουν. Και μετά, αν δεν μπορούν να πετάξουν το σώμα του έξω, το σαβανώνουν μέχρι να αφυδατωθεί, να γίνει ακίνδυνο και να ενσωματωθεί στη δομή του παλατιού τους.

Αλλά όλοι εκείνοι λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο. Δηλαδή εμένα. Γιατί, όπως είπα και πριν, τους έχω ήδη καταλάβει. Καθώς ο συρμός του μετρό επιταχύνει και πάλι, για να φτάσει στον επόμενο σταθμό και να γεμίσει με ακόμα περισσότερες προνύμφες, το χέρι μου γλιστρά στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν μου. Εκεί φωλιάζει κάτι που είχα αγοράσει πριν κατέβω στα δαιδαλώδη βάθη του μετρό.

Ένα μαχαίρι.

 

 

 

Tags: creatures , dark , death , fantasy , horror , monster , murder , mystery , scary , Spooky , story , The others , weird , αλλόκοτο , αμοιβάδες , ανατριχίλα , διήγημα , δολοφονία , Έρικ Σμυρναίος , θάνατος , θρίλερ , μυστήριο , Οι άλλοι , προνύμφες , τέρας , τρόμος , φαντασία , Φόβος , ψυχολογία

Έρικ Σμυρναίος

Δημοσιεύτηκε 29 Ιανουαρίου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.