
Ήταν εκπληκτικό το πως άλλαξαν όλα, από τη μια στιγμή στην άλλη: Κατά τη διάρκεια ενός και μόνο δευτερολέπτου. Οι οθόνες των κινητών τηλεφώνων του πλήθους που γέμιζε το σούπερ μάρκετ, έγιναν κόκκινες και ένας στριγκός ήχος ξεπήδησε μέσα από τα ηχεία τους. Μια ειδοποίηση από το σύστημα πολιτικής προστασίας. Ταυτόχρονα από κάπου μακριά, άρχισε να ακούγεται κάποια σειρήνα. Ήταν ένας ήχος στοιχειωτικός, απόκοσμος, ανατριχιαστικός. Ένας προάγγελος καταστροφής.
Έμειναν εντελώς ακίνητοι, όλοι τους. Κοιτάξανε κατάπληκτοι τις οθόνες τους και αντί να δουν κάποια προειδοποίηση για ακραία καιρικά φαινόμενα που αναμενόταν στην περιοχή, διάβασαν ένα μήνυμα που τους ενημέρωνε για μια επικείμενη πυρηνική επίθεση. Ακολούθησαν κάποιες συστάσεις, ειπωμένες από μια αυστηρή γυναικεία φωνή. Καλούνταν να να αναζητήσουν άμεσα καταφύγιο στο εσωτερικό οποιουδήποτε ανθεκτικού κτιρίου και να κλείσουν πόρτες και παράθυρα. Περαιτέρω οδηγίες θα δίνονταν εντελώς ολίγων λεπτών. Το πλήθος αλληλοκοιτάχτηκε. Μια ξαφνιασμένη βουβαμάρα είχε απλωθεί παντού. Κάποιος πελάτης που στεκόταν μπροστά στο τμήμα των αλλαντικών, αναφώνησε: «Έλα χριστέ και Παναγιά»! Η σειρήνα εξακολουθούσε να ουρλιάζει στην απόσταση.
Εκείνη βρισκόταν δίπλα στα ράφια με τα γάλατα. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα χάρτινο μπουκάλι και με το δεύτερο μια τσάντα πολλαπλών χρήσεων. Ήταν ένα τέχνασμα που είχε υιοθετήσει προκειμένου να μην ψωνίζει ποτέ περισσότερα πράγματα από όσα θα μπορούσε να κουβαλήσει καθώς τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να διαθέτει αυτοκίνητο. Εκείνη τη στιγμή πάντως ένιωσε το ίδιο αιφνιδιασμένη με όλους τους άλλους.
Κάποιος τύπος που πριν από λίγα δευτερόλεπτα γέμιζε το καρότσι του με γιαούρτια και τυριά, μουρμούρισε: «Τι εννοεί πυρηνική επίθεση; Θα σκάσει καμία ατομική βόμβα»;
Το χαμηλόφωνο εκείνο ερώτημα κάπως κατάφερε να ακουστεί απ’ όλους. Μια ακαριαία μεταβολή διέτρεξε το πλήθος. Ένα ανατρίχιασμα. Μια σκοτεινή έκλαμψη κατανόησης. Κάτι σαν συνειδητοποίηση που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Στο κάτω-κάτω όλοι έβλεπαν ειδήσεις. Κάθε απόγευμα και βράδυ τα τηλεοπτικά κανάλια, με έκτακτες ανακοινώσεις, δεν παρέλειπαν να ενημερώνουν το ανήσυχο κοινό τους για την διαρκώς επιδεινούμενη διεθνής κατάσταση, για τους βομβαρδισμούς στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία και για τις αμοιβαίες προειδοποιήσεις των υπερδυνάμεων που αφορούσαν την πιθανή χρήση «τακτικών πυρηνικών όπλων».
Φαίνεται πως αυτή η στιγμή είχε έρθει τελικά.
Η βαριά σιωπή που είχε απλωθεί μέσα στο σούπερ μάρκετ, με φόντο την σειρήνα που εξακολουθούσε να ουρλιάζει, θρυμματίστηκε σε μυριάδες κοφτερά κομμάτια. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν πανικόβλητοι. Κάποιοι άλλοι άρπαξαν τα κινητά τους τηλέφωνα και άρχισαν να πληκτρολογούν ξέφρενα αριθμούς στις οθόνες τους. Κάποιοι πιο πρακτικοί, βούτηξαν τα χέρια τους στα ράφια του και άρχισαν να γεμίζουν τα καρότσια τους με κονσέρβες κάθε είδους. Μια γυναίκα άρχισε να κλαίει με πνιχτά αναφιλητά.
Η τακτοποιημένη σειρά των καροτσιών που σέρνονταν αργά κατά μήκος των λευκοφωτισμένων διαδρόμων αναταράχτηκε. Η συνέχεια της έσπασε. Καρότσια προσπάθησαν να περάσουν δίπλα από κάποια άλλα και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι γυαλιστεροί διάδρομοι με τα ράφια που πριν από λίγο ξεχείλιζαν από προϊόντα μετατράπηκαν σ’ ένα πολύχρωμο χάος. Άκουσε μια ξαφνιασμένη κραυγή. Μια θυμωμένη βρισιά. Τον ήχο γυαλιών που έσπαγαν. Με την άκρη του ματιού της είδε έναν παχύσαρκο κύριο που κάποιος τον είχε σπρώξει, να πέφτει πάνω σε μια βιτρίνα και να την διαλύει με το βάρος του. Τα φώτα της οροφής τρεμόπαιξαν.
Κατάλαβε πως κινδύνευε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο καταστροφικό από ένα πανικόβλητο πλήθος, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται εγκλωβισμένο σε κάποιο στενό χώρο με μικρές εξόδους, όπως είναι ένα κοσμοπλημμυρισμένο σούπερ μάρκετ.
Ευτυχώς βρισκόταν σε μια γωνιά, δίχως κάποιο καρότσι που να δυσκολεύει τις κινήσεις της. Στριμώχτηκε ανάμεσα σε δυο ψυγεία που περιείχαν βιολογικά προϊόντα και έβαλε την τσάντα μπροστά στο στήθος της προστατευτικά.
Στο μεταξύ το εξελισσόμενο χάος γύρω της αποκτούσε μια όλο και πιο αγριωπή υπόσταση. Τώρα δεν μιλούσε κανείς. Όλοι έσφιγγαν τα δόντια. Γέμιζαν τα καρότσια τους με ότι έβρισκαν μπροστά τους και τα έσπρωχναν με μανία προς τα ταμεία. Από εκεί ακούγονταν γυναικείες κραυγές και πράγματα που πέφταν καταγής. Stands, ράφια, ταμειακές μηχανές. Η κανονικότητα κατέρρεε. Κάποιοι ήδη έσπρωχναν τα καρότσια τους έξω, δίχως να πληρώσουν. Από το πάρκινγκ που απλωνόταν έξω από το σούπερ μάρκετ ακούστηκε ο κρότος μετάλλων που τσακιζόταν και συναγερμοί αυτοκινήτων που είχαν ενεργοποιηθεί. Το εκκωφαντικό κροτάλισμα μιας τζαμαρίας που σωριαζόταν σε κομμάτια σάρωσε σαν παλιρροϊκό κύμα τον όλο χώρο.
Κάτι έπρεπε να κάνει. Δεν γινόταν να παραμείνει για πολύ εκεί, μισοκρυμμένη ανάμεσα στα δυο ψυγεία. Έπρεπε να βρει ένα καταφύγιο, κάπου να κρυφτεί. Κάποιου υπόγεια αν μπορούσε. Κοίταξε γύρω της αλαφιασμένα καθώς ένιωθε τα δευτερόλεπτα να κυλούν σαν βαριές μπάλες από μολύβι. Το καθένα τους έφερνε όλο και πιο κοντά τη στιγμή της τρομακτικής έκρηξης που θα ισοπέδωνε την πόλη. Κάποιο υπόγειο. Το υπόγειο του σούπερ μάρκετ, γιατί όχι;
Το βλέμμα της έπεσε σε μια πόρτα που διαγραφόταν απέναντί της. Μια επιγραφή «Απαγορεύεται η είσοδος» κρεμόταν από πάνω της. Λογικά, χρησιμοποιούταν αποκλειστικά από υπαλλήλους. Οδηγούσε επομένως στο υπόγειο, εκεί όπου βρίσκονταν οι αποθήκες του. Θα δοκίμαζε την τύχη της εκεί.
Στο μεταξύ ο χώρος γύρω της είχε αδειάσει. Όσοι είχαν προλάβει να γεμίσουν τα καρότσια τους είχαν ήδη ξεχυθεί έξω από ξεχαρβαλωμένες πόρτες και κατεστραμμένες τζαμαρίες. Τώρα μπορούσε να κινηθεί.
Άρχισε να περπατάει ανάμεσα σε γκρεμισμένα ράφια, πάνω από σπασμένα γυαλιά, δίπλα από αναποδογυρισμένα καρότσια. Κρατούσε ακόμα την τσάντα πάνω στο στήθος της σαν ασπίδα και προχωρούσε με τις αισθήσεις της τεταμένες, σαν καταδρομέας που διασχίζει το εχθρικό έδαφος μιας ξένης χώρας. Διαπίστωσε ξαφνικά πως γύρω της είχε απλωθεί μια βαθιά σιωπή. Η σειρήνα είχε πάψει να ηχεί. Το σούπερ μάρκετ είχε αδειάσει. Ακόμα και το μουγκρητό των αυτοκινήτων στον έξω κόσμο, στο πάρκινγκ και στους δρόμους, είχε χαθεί. Ήταν λες και ολόκληρος ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του.
Το μυαλό της άρχισε να δουλεύει ξέφρενα. Η προειδοποίηση του πληθυσμού είχε ολοκληρωθεί πράγμα που σήμαινε ότι η στιγμή της επίθεσης πλησίαζε.
Στάθηκε μπροστά στην πόρτα, την έσπρωξε με δύναμη και εκείνη άνοιξε διάπλατα, πλημμυρίζοντας την με ένα πελώριο κύμα ανακούφισης. Μια σειρά από γυμνά σκαλοπάτια οδηγούσαν σε κάποιο ηλεκτροφωτισμένο υπόγειο. Τα κατέβηκε δυο δυο και αφού άνοιξε μια δεύτερη πόρτα, βρέθηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο με τοίχους που κρύβονταν πίσω από μεταλλικά dexions τα οποία ήταν φορτωμένα με πακέτα.
Σωριάστηκε καταγής, στο κρύο πάτωμα από γκρίζο τσιμέντο και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε ξεκινήσει όλη αυτή η τρέλα, σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά στο κινητό της. Άναψε την οθόνη του και είδε ότι δεν είχε σήμα. Ούτε και είχε τίποτα εισερχόμενες κλήσεις. Δεν ένιωσε καμία έκπληξη για αυτό το γεγονός. Στο κάτω-κάτω δεν είχε αδέλφια, οι γονείς της είχαν πεθάνει και οι φιλίες που διατηρούσε ήταν μάλλον χαλαρές. Σε κάτι ώρες σαν κι αυτές, κανείς δεν θα σκεφτόταν να την πάρει τηλέφωνο ακόμα και να το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας δεν είχε καταρρεύσει.
Σηκώθηκε όρθια και πάλι, πήρε μια δεύτερη βαθιά αναπνοή και κοίταξε γύρω της το μισοφωτισμένο υπόγειο. Μια από τις λάμπες φθορισμού που κρέμονταν από την επίσης τσιμεντένια οροφή του τρεμόσβηνε. Απέναντι της υψώνονταν μια διπλή πόρτα που έμοιαζε κλειδαμπαρωμένη και στέρεα, φτιαγμένη από μέταλλο, σχεδιασμένη το δίχως άλλο για να μην παραβιάζεται εύκολα.
Αναρωτήθηκε τι να περιείχαν τα κιβώτια που γέμιζαν τα dexion. Τρόφιμα; Εμφιαλωμένο νερό; Μακάρι. Αναρωτήθηκε επίσης αν ήταν ασφαλής. Υπήρχε καμία πιθανότητα να επιβίωνε αυτό το μέρος από μια πυρηνική έκρηξη; Αυτό ήταν συζητήσιμο. Εξαρτάται από το που ακριβώς θα έσκαγε η βόμβα και πόσο ισχυρή θα ήταν. Βρίσκονταν αρκετά κοντά στο κέντρο της πόλης αλλά υπήρχε πάντοτε κάποια πιθανότητα ο πύραυλος που μετέφερε τη βόμβα να αστοχούσε και να έσκαγε χιλιόμετρα πιο μακριά.
Αθεράπευτα αισιόδοξη, μουρμούρισε στον εαυτό της. Πάντα προσπαθούσε να δει τη φωτεινή πλευρά σε κάθε κατάσταση, όσο σκοτεινή και αν ήταν. Χαμογέλασε στον εαυτό της. Ήταν ένα κουρασμένο χαμόγελο: «Για να δούμε αν θα τα καταφέρεις και αυτή τη φορά» μονολόγησε στη σιωπή που γέμιζε το υπόγειο.
Της απάντησε ένα πνιχτό αναφιλητό. Η αναπνοή σκάλωσε στο λαιμό της. Δεν ήταν μόνη, κάποιος βρισκόταν εδώ κάτω μαζί της.
Άρχισε να κινείται ανάμεσα στα dexion και να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Κάποια στιγμή είδε σε μια γωνιά, κουλουριασμένη, μια μικρόσωμη φιγούρα. Ένα μικρό αγοράκι. Δεν θα μπορούσε να είναι πάνω από πέντε ετών. Την κοίταζε με κάτι πελώρια μάτια που έμοιαζαν να γεμίζουν από το φόβο ολόκληρου του κόσμου. Έσφιγγε πάνω του ένα μπουφάν, με το δεξί του χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε ένα πολύχρωμο παιχνίδι, ένα ηλεκτρικό αυτοκινητάκι. Είδε ότι έτρεμε σύγκορμο.
Λειτούργησε από ένστικτο. Του χαμογέλασε για να μην το τρομάξει, το πλησίασε και το πήρε στην αγκαλιά της. Εκείνο κούρνιασε ανάμεσα στα μπράτσα της και την κοίταξε κατάματα:
«Μη φοβάσαι! Που είναι η μαμά σου»; Το ρώτησε με απαλή φωνή.
«Δεν ξέρω», της απάντησε ο μικρούλης, «Την έχασα». Η φωνή του ήταν γλυκιά και λεπτή, σαν κρυστάλλινο ρυάκι.
«Και πώς βρέθηκες εδώ κάτω, μόνος»;
«Φοβήθηκα και βρήκα αυτή την πόρτα» ήταν η απάντηση που της έδωσε.
Του χάιδεψε τα μαλλιά πού ήταν ιδρωμένα και τα έσπρωξε μακριά από το μέτωπό του.
«Τώρα να μην φοβάσαι», τον διαβεβαίωσε. «Είμαι εγώ εδώ. Θα μείνουμε εδώ κάτω για λίγο και μετά θα σε βοηθήσω να βρούμε τη μαμά σου».
Ο μικρός κούρνιασε πιο σφιχτά στην αγκαλιά της και μουρμούρισε ένα πνιχτό «ευχαριστώ».
Εκείνη ένιωσε κάτι να λιώνει μέσα της. Κάτι παγωμένο που το τύλιγε τώρα μια παράξενη ζεστασιά.
Φίλησε το παιδί στο μέτωπο και το κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια:
«Μην φοβάσαι τίποτα», επανέλαβε. «Δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνο. Ό,τι και να συμβεί».
Η σιωπή που γέμιζε το υπόγειο έγινε ακόμα πιο βαθιά.
Και μετά τους τύλιξε ένα κατάλευκο φως.
Tags: basment , chaos , death , mobile , sci-fi , short stories , short story fantasy , short-story , supermarket , άνθρωποι , βόμβα , διήγημα , Δυστοπικό , δυστοπικό διήγημα , ειδοποίηση , θάνατος , κινητό , κόσμος , σούπερ μάρκετ , υπόγειο , φαντασία , φως , χαμός




Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.