Διηγήματα-Ιστορίες
Στο απέναντι άκρο της μικρής αίθουσας στεκόταν το άγαλμα του Πατέρα. Ήταν πανομοιότυπο με κάθε άλλο λαξευτό δημιούργημα που τον απεικόνιζε: Ένας ευθυτενής άνδρας που ήταν ντυμένος με μια ολόσωμη στολή. Μια μάσκα αερίων κάλυπτε το πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν απλωμένα προς τα εμπρός, τα δάχτυλά του προτεταμένα, σαν ευαίσθητες κεραίες.
Οι απαλοί ψίθυροι όλων εκείνων που προσεύχονταν καθισμένοι σε σειρές, μπροστά απ’ το άγαλμα, γέμιζαν την αίθουσα με απαλά κύματα αφοσίωσης.
Έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος. Όλοι οι άλλοι που ξάπλωναν γύρω μου ήταν. Εξάλλου, είχαμε κάθε λόγο να νιώθουμε χαρούμενοι. Θριαμβευτές. Όλοι εμείς, οι υπέρ προνομιούχοι ενός κόσμου που δεν υπήρχε πια, τώρα, ασφαλείς στο ιδιωτικό μας νησί, απολαμβάναμε την τρυφηλή ζωή μας μακριά από την φρίκη του πολέμου που είχε καταστρέψει τον υπόλοιπο πλανήτη.
ΣΕΛΙΔΑ 1 / 26
ΕπόμενηΕνημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.