Ο Σκιάχτρος

«Αφουγκράζεσαι. Κάτι σαν ρόγχος ακούγεται μέσα απ’ τα σκοτάδια. Σπηλαιώδης, κλιμακωτός, ύπουλος, αντηχεί στον αέρα σαν ξεροκροτάλισμα. Νιώθεις εντός σου καύματα ψυχρά της φρίκης να σιγοκαίνε και ξαφνικά, τινάζεσαι και τρέχεις. Τρέχεις έξαλλος, αφηνιασμένος, γδαρμένος απ’ τον φόβο τον εξώτερο και τα καμτσίκια του…»

Βαδίζοντας προς το σπίτι, κοιτάζεις ψηλά τους θόλους των δέντρων και σκέφτεσαι ασυναίσθητα πως βρίσκεσαι μέσα σε κρύπτη. H άσφαλτος, σκληρή στα πόδια σου, χειροπιαστή, στραφταλίζει απ’ τα νεροβρόχια και τη νιώθεις κάπως να σε παρηγορεί. Μέσα σου όμως ξέρεις: Στα μετόπισθεν, απλώνεται η μαύρη προβιά του θανάτου, το άφεγγο χάσμα, ένα σκότος απόκοσμο. Αλαφιασμένος, σταματάς και κοιτάζεις ολόγυρα. Αφουγκράζεσαι. Κάτι σαν ρόγχος ακούγεται μέσα απ’ τα σκοτάδια. Σπηλαιώδης, κλιμακωτός, ύπουλος, αντηχεί στον αέρα σαν ξεροκροτάλισμα. Νιώθεις εντός σου καύματα ψυχρά της φρίκης να σιγοκαίνε και ξαφνικά, τινάζεσαι και τρέχεις. Τρέχεις έξαλλος, αφηνιασμένος, γδαρμένος απ’ τον φόβο τον εξώτερο και τα καμτσίκια του. Τρέχεις, υπάκουα, πιστά, γιατί αυτός είναι ο αναβάτης κι εσύ το άλογο του.

Τον φόβο αυτόν, Σκιάχτρο τον φωνάζουνε. Ο Ισκαριώτης και Μέγας Ίσκιος που επί ξύλου φλέγεται. Αντί για σχοινί, βαστά τσιγκέλι κεράτινο. Νύχτα και κατεβαίνει να χορέψει στο κατώφλι σου. Απόκληρος, κυνηγημένος, γεμάτος μούχλα και μπαρουτοκαπνιά, βογγάει οργασμικά, φτύνει και γρυλίζει. Κτήνος μυστήριο και λύκος αφρισμένος. Με μάτι που λευκάζει, κοιτάζει την πανσέληνο και ξερογλείφεται, λαχταράει να την βατέψει. Εσένα λογαριάζει για φταίχτη του. Στην αναμμένη λάμπα έμαθες να τον προδίδεις, στο φως του ήλιου και στις νερόβραστες συζητήσεις. Γνωρίζει καλά, πως όσο και να τον απαρνιέσαι, άλλο τόσο τον χρειάζεσαι. Πρώτος αυτός σε νανούρισε μες στο καγκελόφραχτο στόμα του. Σ’ έχει μάθει πια, ξέρει την τέχνη του. Αθόρυβος, εφορμεί, μπαίνει στη κάμαρα και με σβουνιές κι άχυρο μαύρο, πλάθει στεναγμούς πικρούς σαν κουμαρόμελο και τους αφήνει να σιτέψουν κάτω απ’ το κρεβάτι σου. Ύστερα, σ’ αφήνει και χάνεται μες στα στενοσόκακα. Αχνοπατάει στα μουλωχτά κάτω απ’ το νυχτόφως, ξέρει πως αν τον πάρεις γραμμή, θα χάσει το πλεονέκτημα του. Ξεφυσάει, βαριανασαίνει. Τρελαίνεται. Θέλει να πει κι αυτός κάπου τον πόνο του. Ξημερώνει και πέφτει στα τέσσερα τρέμοντας. Νιώθει πατόκορφα τις σάρκες του να σκάνε και να λιώνουν. Πάλι την άλλη μέρα, μονάχος του σέρνεται: Νυσταλέος, χνουδωτός, μια σταλιά λυκοκούταβο, στο κατώφλι σου γουρλίζοντας βουρκώνει.

 

 

 

Tags: The Weird Side Daily , αλλόκοτο , αναβάτης , απόκληρος , άσφαλτος , άχυρο , δέντρα , δέντρο , διήγημα , Ήλιος , θάνατος , Ισκαριώτης , κάματα , κέρας , κρύπτη , κτήνος , Κωνσταντίνος Δομηνίκ , λάμπα , λύκος , μούχλα , μυστήριο , νύχτα , πανσέληνος , πόδια , πρόβια , ρόγχος , σάρκα , σάρκες , σκηνή , σκιάχτρο , σκοτάδι , σκότος , σπίτι , στόμα , τέχνη , τσιγκέλι , Φόβος , φρικαλέο , Φρίκη , φως

Κωνσταντίνος Δομηνίκ

Δημοσιεύτηκε Ιούνιος 25, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.